Η Νύχτα με τις Μάσκες (Halloween) - Κριτική ταινίας – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Η Νύχτα με τις Μάσκες

(Halloween)


Είδος:
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 106
Χώρα: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , ,
Πρεμιέρα: 25-10-2018
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

40 χρόνια μετά την αιματηρή νύχτα που έμεινε στην ιστορία ως η νύχτα με «τους φόνους των μπέιμπι σίτερ», ο Μάικλ Μάγιερς, ο ψυχρός δολοφόνος που είχε σκορπίσει τότε τον φόβο και τον τρόμο, δραπετεύει από το ίδρυμα στο οποίο ήταν έγκλειστος και γυρίζει στο Χάντονφιλντ για να συνεχίσει το δολοφονικό του έργο. Εκεί θα αναμετρηθεί και πάλι με την Λόρι Στόουντ (Τζέιμι Λι Κέρτις), η οποία ήταν έφηβη την νύχτα εκείνη και πλέον είναι γιαγιά!

Όταν το 1978 ο -34χρονος τότε- Τζον Κάρπεντερ υπέγραφε το «Halloween», μάλλον θα έβαζε τα γέλια αν κάποιος του έλεγε ότι 40 χρόνια αργότερα αυτό το low budget φιλμ με οριακά ερασιτεχνικό γύρισμα θα είχε μετουσιωθεί σε έναν αληθινό θρύλο του είδους (άσχετα αν τα εφτά σίκουελ και το ένα reboot των δυο ταινιών έφθειραν την αίγλη του ονόματός του) και σε μια ταινία, η επιδραστικότητα της οποίας υπήρξε τόσο σημαντική που στην συνέχεια της κινηματογραφικής ιστορίας ορισμένα πρωτότυπα τρικ της θα χρησιμοποιούνταν τόσο πολύ που θα γινόντουσαν τα πιο στάνταρ κλισέ του horror.

Σήμερα, ο 74χρονος πια Κάρπεντερ κάθεται στην καρέκλα του παραγωγού της νέας ταινίας που φέρνει το όνομα «Halloween» καθοδηγώντας τον Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν που είναι ο σκηνοθέτης και με αυτό τον νέο ρόλο του σβήνει κάθε σίκουελ τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά! Κυριολεκτικά, διότι όπως έχει ξεκαθαριστεί, το «Halloween» του 2018 είναι η απευθείας συνέχεια της ομόνυμης ταινίας του 1978 χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν όλα τα υπόλοιπα σίκουελ, τα οποία και αναιρούνται! Μεταφορικά, γιατί αυτή είναι η καλύτερη ταινία με το όνομα «Halloween» μετά την πρώτη. Κοινώς, έχουμε να κάνουμε, όπως εύστοχα γράφτηκε κατά κόρον στο εξωτερικό, με «το καλύτερο σίκουελ του Halloween».

Το «Halloween» το καταφέρνει αυτό οικειοποιούμενο την μεθοδολογία του «Blade Runner 2049» (αν και προφανέστατα το περιεχόμενο απέχει χιλιόμετρα). Τοποθετεί τον εμπνευστή και δημιουργό της πρώτης ταινίας που όμως με τα χρόνια «το έχει χάσει» σκηνοθετικά σε ρόλο γενικού επιτηρητή με διευρυμένα καθήκοντα (ό,τι υπήρξε ο Ρίντλεϊ Σκοτ για το «Blade Runner 2049» είναι εδώ ο Κάρπεντερ), δίνει μεγάλη βάση στο να μεταφέρει στο σήμερα την εμβληματική ατμόσφαιρα του πρώτου μέρους (και το καταφέρνει) και κυρίως, δουλεύει όσο πιο πολύ μπορεί την εξέλιξη του βασικού χαρακτήρα σε σχέση με το πρώτο μέρος: η Λόρι Στρόουντ της Τζέιμι Λι Κέρτις (όπως ακριβώς και ο Ντέκαρτ του Χάρισον Φορντ) κουβαλάει το παρελθόν της και προσπαθεί να προσαρμοστεί στο παρόν της, διαδικασία που καταλαμβάνει μπόλικο χώρο στα τεκταινόμενα της ταινίας.

Ταυτόχρονα, με τα σενάρια περί συγγένειας ανάμεσα στον Μάγιερς και την Λόρι να έχουν πάει περίπατο σε αυτή την νέα ακολουθία γεγονότων, η ταινία επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση ανάμεσα στους δυο βασικούς χαρακτήρες. Ο Μάγιερς, φυλακισμένος για 40 χρόνια πριν δραπετεύσει διψασμένος για αίμα, παρουσιάζεται να ζει και να αναπνέει για να συναντήσει ξανά την Λόρι. Και η Λόρι, μια γυναίκα που τα τελευταία 40 χρόνια έχει αποτύχει να ξεπεράσει εκείνη την σοκαριστική νύχτα, έχει ως βασικό κίνητρο της ζωής της την προσδοκία ότι κάποτε θα ξανασυναντήσει τον δολοφόνο με την μάσκα. Και οι δυο τους φαίνεται πως έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλο αν και είναι μόνο η βίαιη σύγκρουση που καθορίζει τη σχέση τους. Το σεναριακό εύρημα είναι ενδιαφέρον αν μη τι άλλο. Η ανάπτυξή του όμως είναι μάλλον ατελής. Ίσως και καλύτερα εδώ που τα λέμε αφού η περεταίρω εμβάθυνση ίσως να προσέδιδε μια περιττή σοβαροφάνεια στο εγχείρημα.

Με τους κοινωνικούς συμβολισμούς να υποβόσκουν διακριτικά στο backround των τεκταινόμενων ακριβώς όπως και στην πρώτη ταινία αλλά όχι με τόσο εύστοχο τρόπο, το  «Halloween» του 2018 καταφέρνει να είναι άξιος αλλά και ταυτόχρονα κατώτερος συνεχιστής του έργου της πρώτης ταινίας: αν στο πρώτο «Halloween» ο Μάικλ Μάγιερς υπήρξε η προσωποποίηση μιας μικροαστικής κανονικότητας που αποκτά δολοφονικά χαρακτηριστικά (και όσο και αν ξεφύγει κανείς από αυτά, εκείνα θα συνεχίσουν να υπάρχουν και απειλητικά να «αναπνέουν» ανάμεσά μας), εδώ ο ανατριχιαστικός τύπος με την μάσκα είναι η προσωποποίηση του αποφθέγματος «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα». Πιστό στην horror παράδοση να αποδομείται η φαινομενική ξεγνοιασιά της οικογενειακής εστίας, το «Halloween» τα βάζει για τα καλά με το αμερικάνικο όνειρο όπως ακριβώς και ο προκάτοχός του. Φυσικά, το ανατριχιαστικό φινάλε του πρώτου μέρους αλλά και τη γενικότερη ευστοχία στον σχολιασμό το «Halloween» του 2018 δεν μπορεί να τις φτάσει. Αλλά δεν πειράζει: έχουμε ανάγκη από τόσο καλοστημένα και σίκουελ που σέβονται, τιμούν και διευρύνουν την κληρονομιά τους που μπορούμε τα συγχωρήσουμε όταν δεν πετυχαίνουν το ακατόρθωτο: δηλαδή να γίνουν καλύτερα από το πρώτο μέρος.

Κατά τα άλλα, ο Μάικλ Μάγιερς -που καταφέρνει να μας χαρίσει ορισμένες στιγμές ανθολογίας σε αυτή την εκδοχή του- έχει έναν βασικό εχθρό: τον ίδιο τον εαυτό του. Διότι η επιβλητική του φιγούρα έχει πολυπροβληθεί και η ανατριχιαστική του μάσκα έχει πολυφορεθεί. Και αυτό δυστυχώς δεν αλλάζει ακόμα και αν αυτό το  «Halloween» αυτοπροσδιορίζεται ως το δεύτερο μέρος της ιστορίας: ο Μάγιερς είναι καλοστημένος και στοιβαρός, απειλητικός και τρομακτικός και αν η επιστροφή του ερχόταν όντως 40 χρόνια μετά την μυστηριώδη εξαφάνισή του στο πρώτο μέρος, θα ήταν και πιο ανατριχιαστικός. Όσο και θα το ήθελε ωστόσο κουβαλάει μπόλικα σίκουελ στις πλάτες του και αυτές… βαραίνουν. Αλλά εντάξει, το ξέραμε εξαρχής αυτό: δεν μειώνεται η μεγάλη αξία αυτής της ταινίας…