Το Πράσινο Βιβλίο (Green Book) - Mortensen και Ali, στον δρόμο (και όχι μόνο των Oscar) - Κριτική Ταινίας – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr <body data-rsssl=1 bgcolor="#ffffff" text="#000000"> <a href="http://spamcheckr.com/?fp=LwGOYo2mGeSL%2FAwZDWiT%2B3f6QaM1Sg1gtfYyNKTmf0HFTVjwFkUfDaSPwm8vEjzwMdsFy0YaFBN51KuYNyGMQRkyDGbpxShuesiwEN%2FCZjXbhXq4ImPtUKOXbMw7mATzHz0mM4lGysuMx2Z9i2%2Fz%2BMMDXYHujoBDbcOlR8ZaF1s%3D&prvtof=HWGUVPPkPoG8VI2DNOQ9gpiJOHneIblVZOZcjSOIWIk%3D&poru=iCVeuCJDFqijKvkVsSV4x6661yKe2UxgPkmYDGgSb5oCyhqa2ePZejeKnqU6i5sd&">Click here to proceed</a>. </body>

Το Πράσινο Βιβλίο

(Green Book)


Είδος: , ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 130
Χώρα: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Σκηνοθεσία:
Σενάριο: , ,
Ηθοποιοί: , , , , ,
Πρεμιέρα: 03-01-2019
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (2 votes, average: 5.00 out of 5)
Loading...

1960. O Tony Lip, πορτιέρης από μία Ιταλο-αμερικανική γειτονιά του Bronx, προσλαμβάνεται ως οδηγός του Dr. Don Shirley, ενός παγκοσμίου φήμης αφροαμερικάνου πιανίστα, για να τον συνοδεύσει σε μία περιοδεία από το Manhattan στον βαθύ αμερικάνικο Νότο. Θα πρέπει να κινηθούν στηριζόμενοι στο «Πράσινο Βιβλίο», που θα τους υποδείξει τα ελάχιστα καταλύματα, εστιατόρια κτλ που ήταν τότε ασφαλή για τους Αφροαμερικανούς. Συναντούν τον ρατσισμό, διάφορους κινδύνους – αλλά και ανθρωπιά και αναγκάζονται να βάλλουν στην άκρη τις διαφορές τους και να επιβιώσουν σε μία διαδρομή ζωής.

Όταν έχεις να κάνεις με ένα δημιουργό που έχει αφήσει το στίγμα του στην αμερικανική κινηματογραφική κωμωδία, όπως ο Peter Farrelly, έχεις πολλά να περιμένεις, αλλά και να φοβάσαι. Ξέροντας ότι από τα χέρια του έχουν βγει τα “Dumb and Dumber”, “There’s Something About Mary” μεταξύ άλλων, από την μία λες οκ καλά, από την άλλη αναρωτιέσαι πώς θα μπορέσει να προβάλλει την σχέση μεταξύ 2 ανθρώπων, που δημιουργείται και ανθίζει σε ένα καθαρά ρατσιστικό background.

Το μόνο εύκολο είναι να υποτιμήσεις την απλότητα του “Green Book”, πράγμα το οποίο επίσης συνέβη το 2016, με το “Hidden Figures”, ή και γενικά συμβαίνει με τις αληθινές ιστορίες που δεν είναι “in your face”. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ίσως και να χρειάζεται, καθώς το “Green Book” έχει δημιουργηθεί με τον πιο εύπεπτο τρόπο, που το κάνει να φαντάζει εύκολο και απλό. Δεν είναι όμως αυτό, μία καταπληκτική συνθήκη, σε μία εποχή που οι πάντες προσπαθούν να επιβάλλουν την γνώμη τους δυνατά και με απόλυτο τρόπο; Πέρα από την συνθήκη, ίσως να είναι και αναγκαίος αυτός ο τρόπος. Μιλάς για μία ιστορία που δεν είναι και τόσο μακριά χρονικά, που ήθελε του μαύρους να απαξιώνονται στα μάτια του νόμου, και λειτουργεί για να θυμίσει στο “λευκό” κοινό τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν τότε. Και δυστυχώς όχι μόνο τότε.

Νωρίς στην ταινία, ο Tony, χρησιμοποιεί υβρεολόγιο για να περιγράψει 2 μαύρους που έκαναν εργασίες στην κουζίνα του, για να πετάξει στα σκουπίδια τα ποτήρια που ήπιαν νερό. Με μία απλή κίνηση, όχι μόνο έχεις καταλάβει έναν ολόκληρο χαρακτήρα, τον έχεις απορρίψει κιόλας. Και αυτό γιατί αν αναλογιστείς ότι μιλάμε για την δεκαετία του 60 στις ΗΠΑ, τότε ξέρεις και πόσο ρατσισμό έχει δεχτεί ο ίδιος σαν Αμερικανο-Ιταλός. Και σκέφτεσαι, ότι ο ρατσισμός, γεννά ρατσισμό, και πάντα ψάχνεις κάποιον για να αισθανθείς ανώτερος. Επίσης όμως ξέρεις ότι βρίσκεσαι σε μία πορεία που θα τον οδηγήσει στην εξιλέωση. Φαίνεται από το ύφος της ταινίας. Δεν πρέπει όμως να σε νοιάζει.

Η ταινία έχει πάρει τον τίτλο της από το περιβόητο βοήθημα των έγχρωμων ταξιδιωτών, που υπήρχε από την δεκαετία του 30 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 70, και ήταν ένας οδηγός για τους μαύρους, ώστε να ξέρουν ποια μέρη πρέπει να αποφύγουν και σε ποια καταλύματα μπορούν να κοιμηθούν. Υπάρχουν ξενοδοχεία που ο Donald δεν μπορεί να μείνει. Τουαλέτες που δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει γιατί “έτσι το έχουμε εμείς εδώ, εδώ και χρόνια”. Εστιατόρια ξενοδοχείων, στα οποία ναι μεν τον έχουν καλέσει, αλλά δεν μπορεί να κάτσει να φάει. Δεν μπορείς παρά να θυμώσεις. Και η αλήθεια είναι ότι η ταινία δεν σε αφήνει για πολύ ώρα σε αυτή την κατάσταση. Το σημαντικό είναι η σχέση μεταξύ Donald και Tony, η οποία πρακτικά συμβαίνει με φόντο τον ρατσισμό.

Στα μισά της ταινίας (small spoiler) ο Donald θα συλληφθεί από τις αρχές, και θα εξευτελιστεί, γιατί τον έπιασαν σε τουαλέτες να κάνει σεξ με έναν άντρα. Ο Tony θα καταφέρει να λαδώσει τους αστυνομικούς προκειμένου να τελειώσει η ιστορία. Ο Donald όμως αντιδρά θεωρώντας ότι ο Tony επιβράβευσε αυτήν τους την συμπεριφορά, για να του απαντήσει εκείνος, “η δουλειά μου είναι να σε πάω από το ένα μέρος στο άλλο, το πώς θα γίνει δεν σε νοιάζει”. Κοσμοθεωρία χαρακτήρα σε μία ατάκα. Στην συνέχεια της ίδιας κουβέντας ο Donald ρωτάει τον Tony, αλλά κυρίως τον ίδιο τον εαυτό του, και παράλληλα ρωτάει και ο Farrelly το κοινό: “Αν δεν είμαι λευκός αρκετά, ούτε μαύρος αρκετά, ούτε άντρας αρκετά, τελικά τι είμαι;” Και εδώ κρύβεται όλη η ουσία της ταινίας. Ο Donald βιώνει ρατσισμό από παντού. Και ενώ είναι ένας ταλαντούχος μορφωμένος καλλιτέχνης, η κοινωνική αποδοχή είναι αυτό που αποζητά. Και δεν είναι ο μόνος.

Αλλά ας μιλήσουμε για την κινητήριο δύναμη της ταινίας, που είναι δεν άλλη από το πρωταγωνιστικό της δίδυμο. Ο Viggo Mortensen είναι μία σκέτη απόλαυση, σε έναν καθαρά κωμικό ρόλο. Έχει την ίσως καλύτερη Ιταλο-Αμερικανική προφορά, και καταφέρνει χωρίς να κάνει τίποτα, να τα κάνει όλα, από τεχνικής άποψης. Πράγμα το οποίο είναι το δυσκολότερο πράγμα στην υποκριτική. Αφού δείτε το Green Book, μετά δείτε και το προπέρσινο Captain Fantastic, γιατί ευτυχώς, ο Viggo δεν είναι μόνο ο Aragorn.

Ο φυσική λεπτότητα και το ταλέντο του, κάνουν τον Mahershala Ali, μία ιδανική επιλογή για τον ρόλο. Καθώς συμβαίνουν τα πάντα, το πρόσωπο του Ali αλλάζει. Γεμίζει με πόνο, σιωπηλό θυμό, απογοήτευση. Ο Ali για ακόμα μία φορά, είναι χάρμα οφθαλμών. Και μπορεί ο Tony του Mortensen και είναι ο πιο crowd-pleasing από τους δύο, ο Donald του Ali, μένει μαζί μας και μετά το πέρας της ταινίας.

Στην απλότητά του, το “Green Book” καταφέρνει κάτι που πια φαντάζει δύσκολο. Να μας κάνει να πιστέψουμε ξανά στο καλό σινεμά. Και ναι, ίσως μεγάλη μερίδα του κοινού να το βρήκε κάτι παρακάτω από απλοϊκό, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η ταινία του Farrelly είναι (ίσως) μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.