Vivre sa vie – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Vivre sa vie

3-12-2014 |

Είδος: , ,
Έτος παραγωγής:
Σκηνοθεσία:
Σενάριο: ,
Ηθοποιοί: , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (1 votes, average: 5.00 out of 5)
Loading...

Η τρίτη κατά σειρά ταινία μεγάλου μήκους του Γκοντάρ, με πρωταγωνίστρια την τότε σύζυγο του Άννα Καρίνα, όπου μπλέκει την πρόζα με το cinema verite. Μια από τις αρχικές πηγές της ταινίας αποτέλεσε η μελέτη για την σύγχρονη πορνεία «Που είναι η πορνεία» του ανακριτή Marcel Sacotte.

Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για το αν και πως θα ικανοποιήσει το κοινό του. Το γεγονός αυτό είναι πασιφανές στην έναρξη της ταινίας Vivre Sa Vie όπου οι τίτλοι αρχής πέφτουν πάνω από το, σε προφίλ,ανέκραστο πρόσωπο της Άννας Καρίνας και έπειτα από εναλλαγές σε τρεις διαφορετικές λήψεις του προσώπου, σε ανφάς, αριστερό και δεξί προφίλ, το μόνο πράγμα που βλέπουμε είναι το πίσω μέρος του κεφαλιού της. Η συγκεκριμένη επιλογή δεν έγινε απαραίτητα από τον Γκονταρ για να εξαγριώσει τους θεατές, αλλά ήταν ο δικός του τρόπος για να βγάλει γλώσσα στον συμβατικό γαλλικό κινηματογράφο της εποχής του. Δεν θα μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, αφού ως ένα από τα κύρια ιδρυτικά μέλη της γαλλικής nouvelle vague, είχε αποκηρύξει τον κομφορμιστικό τρόπο με τον οποίο κινούνταν η κάμερα στο σύγχρονο του σινεμά. Με την πρώτη του ταινία Breathless αλλά και με το vivre sa vie εφηύρε ένα άναρχο οπτικό στιλ που ξέφευγε από τα καθιερωμένα.

Το Vivre Sa Vie είναι μια σπονδυλωτή ταινία, διαιρεμένη σε δώδεκα κεφάλαια, όπου το καθένα αφηγείται διαφορετικές πλευρές της ιστορίας και έπειτα υποδιαιρούνται με τη χρήση ενός αλλοπρόσαλλου μοντάζ, μοναδική εφεύρεση του μεγάλου αυτού δημιουργού. Επιπλέον χρησιμοποιεί διαφορετικές γωνίες λήψης της ίδιας σκηνής για να επιταχύνει την αφήγηση και να την οδηγήσει προς τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια της. Το βλέμμα της κάμερας είναι πανταχού παρών. Στο δισκάδικο, κινείται μπρος-πίσω στην Νανά και στον πελάτη της, έπειτα στρέφεται προς το παράθυρο, βλέπει προς κάθε κατεύθυνση, παρακολουθεί τα πάντα. Μπορεί η υπόθεση καθεαυτή να υστερεί απέναντι στο στιλιζάρισμα όπως και στα περισσότερα έργα του Γκοντάρ, όμως έχουν όλα ενορχηστρωθεί με μανιώδη κομψότητα. Παραδόξως η συγκεκριμένη ταινία θεωρείται μια από τις πιο σεναριακά δομημένες ταινίες του, μιας που ερχόμαστε λιγότερο άμεσα αντιμέτωποι με την φιλοσοφία του πάνω στην τέχνη και τη ζωή. Εδώ χρησιμοποιεί την πορνεία ως μια μεταφορά για την βιομηχανοποιημένη κοινωνία και για τους κινδύνους που εγκυμονεί ο καπιταλισμός. Μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος για να επιβιώσει είναι διατεθειμένος να ξεπουλήσει ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά του, την σεξουαλικότητά του. Ερχόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με την σκοτεινή πλευρά της ανθρωπότητας. Επιπλέον η επιλογή της χρήση της πορνείας ως μεταφοράς από τον σκηνοθέτη, πηγάζει και από τις μαρξιστικές του πεποιθήσεις τις οποίες δεν έκρυψε ποτέ.

Στην ταινία παρακολουθούμε τον ξεπεσμό μιας αποτυχημένης ηθοποιού στην πορνεία, με κάθε κεφάλαιο που περνάει την βλέπουμε να βυθίζεται μέχρι να πιάσει πάτο και να οδηγηθεί αναπόφευκτα στο μαρτυρικό της τέλος. Η ταινία δεν είναι άνευ αιτίας δομημένη σε επεισόδια, αφού κάθε ένα από αυτά έχει το δικό του ύφος, από τον διάλογο και το μοντάζ μέχρι το στιλ κινηματογράφησης.images

Ο Γκοντάρ όντας μαθητής του Μπρεχτ πίστευε πως, με την στέρηση ενός ξεκάθαρου ρόλου από τον ηθοποιό θα ανάγκαζε το κοινό να προβληματιστεί πάνω στην ιστορία που προβάλλεται επί της οθόνης, παρά να ταυτιστεί με τον κεντρικό χαρακτήρα και να προσπαθήσει να τον αποκρυπτογραφήσει. Μολονότι οι Μπρεχτικές αναφορές είναι υπόγειες στο Vivre Sa Vie, σε σύγκριση με άλλες ταινίες του, μπορούμε να τις εντοπίσουμε σε κάποιες σκηνές, όπως σε εκείνη όπου Η Νανά (Anna Karina) επαναλαμβάνει τις ίδιες φράσεις και απολογείται λέγοντας πως το κάνει για να βεβαιωθεί πως η ατάκα ακούγεται όπως πρέπει.

Το φιλοσοφικό μήνυμα της ταινίας δεν είναι κραυγαλέο, αλλά δοσμένο με λεπτεπίλεπτη φροντίδα. Για παράδειγμα η πρωταγωνίστρια χαιρετίζει τους πελάτες της με την έκφραση «Έρχεστε συχνά εδώ;» , με την ίδια ακριβώς που απευθύνεται και στον φιλόσοφο αργότερα. Αναμφίβολα ένας λάτρης της λογοτεχνίας και της ίδιας της γλώσσας, σαν τον Γκοντάρ, θα μπορούσε να εφεύρει έναν πιο ραφιναρισμένο διάλογο. Τον επιλέγει όμως για να κάνει το σχόλιο του πάνω στην ίδια τη γλώσσα. Στην οποία, και πιο συγκεκριμένα στους διαλόγους, παρά στις εικόνες καθεαυτού, βασίστηκε το συμβατικό σινεμά όποτε θέλησε να αφηγηθεί μια ιστορία. Με την απογύμνωση της ταινίας από λεκτικά στολίδια ωθεί το βλέμμα του θεατή στην προσοχή τον πιο λεπτοφυών στοιχείων του φιλμ, όπως τις εικόνες που υπάρχουν στο background των σκηνών, ή στο φαγητό που βρίσκεται στο τραπέζι.

Ένα ακόμη στοιχείο που συναντάμε στο Vivre Sa Vie και στις περισσότερες ταινίες της φιλμογραφίας του Γκοντάρ είναι πως αποτίει φόρο τιμής σε αυτό που η nouvelle vague θεωρούσε παλιό καλό σινεμά. Μας κλείνουν το μάτι, πόστερ του Μπόγκαρτ και του Μπάστερ Κίτον. Με αποκορύφωμα την ταινία μέσα στην ταινία, όταν η Νανά παρακολουθεί στο σινεμά την ταινία «Το πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ.» του Κάρλ Ντράγιερ που επίσης προοικονομεί την κατάληξη της πρωταγωνίστριας. Ίσως την στιγμή που γύριζε την ταινία του ο Γκοντάρ να μην είχε συνειδητοποιήσει πως δημιουργούσε ένα αριστούργημα ισάξιο με αυτό του Ντράγιερ.