Κανείς δεν θα Πάθει Τίποτα (The Mend) (Νύχτες Πρεμιέρας Κριτική) – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Κανείς δεν θα Πάθει Τίποτα (The Mend) (Νύχτες Πρεμιέρας Κριτική)

Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (1 votes, average: 1.00 out of 5)
Loading...

Δύο αδέρφια και η βίαιη σύγκρουση τους συνθέτουν τον πυρήνα αυτού του low budget φιλμ που χαρακτηρίζεται ως ευπρεπέστατο δείγμα σύγχρονου αμερικάνικου ανεξάρτητου κινηματογράφου. Ποντάροντας κυρίως στους κοφτερούς διαλόγους και στις ρεαλιστικές ερμηνείες των ηθοποιών του ο John Magary καταφέρνει με το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του να δώσει νέα πνοή στο mumblecore cinema , που από τις αρχές της δεκαετίας που διανύουμε γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλές στις Η.Π.Α.

Οι Νύχτες Πρεμιέρας το εντόπισαν, το ξεχώρισαν και του δίνουν την ευκαιρία να συμμετάσχει στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα τους. Η δημοσιογραφική προβολή της ταινίας θα γίνει σήμερα Σάββατο 20/9 ενώ το κοινό θα έχει την ευκαιρία να το απολαύσει την Τετάρτη 24/9 στον κινηματογράφο Ideal στις 17:30.

Αυτά πάνω κάτω διατείνεται το δελτίο τύπου που συνοδεύει το φιλμ. Η προσωπική μας άποψη διαφοροποιείται κάπως.

Βρίσκουμε ωστόσο ιδιαίτερα εμπνευσμένο τον προγραμματισμό του φεστιβάλ που τοποθέτησε την εν λόγω ταινία σε δημοσιογραφική προβολή ακριβώς μετά το “Οχυρό Τίλντεν”. Το “Οχυρό Τίλντεν” είναι μια εξαιρετική ανεξάρτητη κομεντί που καυτηριάζει ανάμεσα σε άλλα, το πρόβλημα του “δήθεν” που μαστίζει αρκετούς από τους καλλιτέχνες της σύγχρονης γενιάς.  Το “Κανείς δεν θα πάθει τίποτα” είναι ένας ακριβές λοιπόν παράδειγμα, αυτού που η προηγούμενη ταινία κοροϊδεύει.

Φλύαρο ακόμα και μέσα στις σιωπές του, νατουραλιστικό σε βαθμό κακουργήματος χωρίς να εξυπηρετεί τίποτα αυτός ο νατουραλισμός, γεμάτο με εμβόλιμες επιτηδευμένες ατάκες, που μπορεί να διαβάζονται ωραία σε μυθιστόρημα του Κούντερα, στον κινηματογράφο όμως ακούγονται το λιγότερο ξύλινες , το δημιούργημα του Magary αποτελεί την επιτομή του καλλιτεχνικού δηθενισμού.

Με μια ανύπαρκτη ουσιαστικά πλοκή που κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό της και μερικούς  ασαφείς χαρακτήρες με επίσης ασαφή κίνητρα, ο σκηνοθέτης – σεναριογράφος πασχίζει να μας εντυπωσιάσει με τα αντιεπικοινωνιακά του τερτίπια και  μας ωθεί να βρούμε μόνοι μας το βαθύτερο φιλοσοφικό νόημα που κρύβεται στα καρέ του.

Όσο εργατικό όμως περιμένει να είναι το κοινό του, τόσο λουφαδόρος αποδεικνύεται εκείνος αφού καθώς φαίνεται δεν έχει κάνει τον κόπο να καταλάβει καλά καλά και ο ίδιος τι θέλει να πει. Είναι τόσο έντονη η ορμή του να εκφράσει κάτι, αλλά τόσο αόριστο αυτό το κάτι, που το μόνο που εκλαμβάνει τελικά ο θεατής είναι μια γενικότερη σύγχυση και μια κατήφεια.

Οφείλουμε να παραδεχτούμε τουλάχιστον πως με την διεύθυνση του έμψυχου υλικού του τα πάει τόσο καλά, που μας θολώνει ωραία τα νερά.  Έτσι αν και συχνά δεν καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό που παίζουν, οι ίδιοι οι ηθοποιοί του φαίνεται να το υποστηρίζουν με πάθος και  στυλ.

Θα ‘ταν πολύ καλύτερο όμως πέρα από την γενικότερη καλαισθησία να διακρίναμε κι ένα στιβαρότερο θεματικό κέντρο βάρους, που θα νοηματοδοτούσε κάπως την όλη απόπειρα. Δυστυχώς τώρα το “The mend” παραμένει επικίνδυνα ανερμάτιστο, σε βαθμό που μπορεί εύκολα να σπρώξει τον θεατή έξω από την αίθουσα, κάνοντας τον να νιώσει ότι μόλις του υποτίμησαν την νοημοσύνη.