The Hundred-Foot Journey – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

The Hundred-Foot Journey

16-10-2014 |

Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Σκηνοθεσία:
Σενάριο: ,
Ηθοποιοί: , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (1 votes, average: 5.00 out of 5)
Loading...

Μια οικογένεια ινδών εγκαταλείπει την πατρίδα της και εγκαθίσταται στο μικρό χωριό της Νότιας Γαλλίας, Saint-Antonin-Noble-Val.Σκοπός του πατέρα είναι να ανόιξουν ένα παραδοσιακό εστιατόριο και να γνωρίσει ο υπόλοιπος κόσμος τις εξαιρετικές γεύσεις τους. Αν και η κοινότητα είναι αρκετά φιλική προς αυτούς, δε συμβαίνει το ίδιο με τη γειτόνισσά τους, την κα Mallory, καθώς αργότερα αποδεικνύεται πως στα 100 πόδια εκείνη διατηρεί το δικό της εκλεπτυσμένο εστιατόριο, που μάλιστα έχει κερδίσει 2 αστέρια Michelin. Ενοχλημένη από την εισβολή της οικογένειας Kadam, προσπαθεί με διάφορους τρόπους να τους χαλάσει τα σχέδια.

Μέσα στον ανταγωνισμό, ένα ειδύλλιο γεννιέται ανάμεσα στη βοηθό σεφ της κας Mallory, τη Marguerite και τον πρωτότοκο γιο του κου Kadam, τον Hassan, ο οποίος φαίνεται να έχει πολλές δυνατότητες να εξελιχθεί στο χώρο της κουζίνας. Και ο κόσμος ανοίγεται μπροστά του.

068_THFJ_D031_04010FD.jpg

Στα τελευταία, καθώς ελπίζουμε, του παροξυσμού με την κουζίνα ο υποψήφιος για 3 Oscarμέχρι στιγμής σουηδός Lars Hallström (What’s Eating Gilbert Grape) δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα για το ευρύ κοινό και ελάχιστα ευχάριστη για τους υπόλοιπους ημιαισθηματική κομεντί σε ένα πανέμορφο σκηνικό της γαλλικής επαρχίας, που δεν αξιοποιείται σχεδόν καθόλου.

Και για άλλη μια φορά χρειάζονται ικανοί ηθοποιοί για να σώσουν την κατάσταση. Η Helen Mirren αποδίδει το χαρακτήρα της με μια μοναδική χάρη και καταφέρνει να θεμελιώσει μια αρχοντική παρουσία στον ένα πόλο του ανταγωνισμού. Η άλλη πλευρά διαθέτει όλη την πολυχρωμία που φαντάζεται ο σκηνοθέτης από μια ινδική οικογένεια, με αμερικάνικη όμως νοοτροπία. Οι χαρακτήρες σκιαγραφώνται με μεγάλη επιπολαιότητα, με αποτέλεσμα το συναίσθημα να χάνει σε βάθος και να μας κρατά ολίγον τι αδιάφορους.

Τα θέματα από την άλλη είναι πολλά και κενά, και εναλλάσσονται με την ίδια αδιαφορία στην ουσία τους. Η ροή είναι αρκετά κουραστική. Το πρώτο μέρος λήγει πολύ σύντομα και ακόμα πιο απότομα. Η μετάβαση στα νέα επίπεδα των σχέσεων γίνεται κάπως βεβιασμένα, κι έτσι αναγκαζόμαστε να ψάξουμε λίγο πίσω για να βρούμε τον αρμό των γεγονότων.

Λίγο οι σεναριακές αδυναμίες, λίγο η αναμενόμενη εξέλιξη, λίγο και το 2ωρο που από κάποια στιγμή και μετά ξεχνάμε πώς άρχισε, οδηγούν στο συμπέρασμα πως πριν δούμε ξανά ταινία του Hallström, θα τον πάρουμε τηλέφωνο να τον ρωτήσουμε αν τώρα αποφάσισε τι θέλει να πει.