Superclásico – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Superclásico

Είδος: , ,
Έτος παραγωγής:
Σκηνοθεσία:
Σενάριο: ,
Ηθοποιοί: , , , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Δανέζικο σινεμά και πάλι, αποκλίνοντας, όμως, αυτή τη φορά, τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο από τη νόρμα (την οποία, φυσικά, αγαπώ και θα το σημειώνω πάντα, έστω και σε παρενθέσεις!). Έχουμε να κάνουμε με την πρώτη απόπειρα του Ole Christian Madsen για κωμωδία, και από μόνο του αυτό δίνει ενδιαφέρον. Μάλιστα, σύμφωνα με τον ίδιο, το φιλμ αποτελεί το τρίτο μέρος μιας τριλογίας με βασικό θεματικό πυρήνα της το χωρισμό. Συγκεκριμένα η πρώτη ταινία, Κίρα: Μια Ιστορία Αγάπης (2001), παρά τις συνδηλώσεις του τίτλου, παρακολουθεί την πορεία προς το χωρισμό, συντασσόμενη απόλυτα με τις προσταγές του γνωστού Δόγματος 95. Αντίστοιχα η δεύτερη κινηματογραφική προσέγγιση, Πράγα (2006) , μας φέρνει αντιμέτωπους και αντιμέτωπες με τη στιγμή του χωρισμού αυτή καθ’ αυτή, μέσα σε ένα καθαρά δραματικό περιβάλλον όπου το πάθος και η ένταση ξεχειλίζουν. superclasico-photo2-anders-w-berthelsen-and-paprika-steen-and-sebastian-estevanez Όλα αυτά για να φτάσουμε στην τρίτη ματιά του Madsen σχετικά με το χωρισμό, η οποία (μαντέψτε!) αφορά το τι συμβαίνει μετά. Έχουμε λοιπόν τον οριακά-πριν-την-κατάρρευση Christian, ο οποίος ζει μόνος με τον έφηβο γιο του στη Δανία, εφόσον η άπιστη γυνή του Anna (Paprika Steen, βλ. Adam’s Apples, 2005), μάνατζερ ποδοσφαιριστών (!), τον άφησε για το διάσημο Αργεντινό ποδοσφαιριστή Juan Diaz με τον οποίο και συζεί πια στο Μπουένος Άιρες. Όταν η Anna θέλοντας να προχωρήσει τη ζωή της στέλνει τα χαρτιά του διαζυγίου στη Δανία, ο δυστυχής και απελπισμένος Christian αποφασίζει να πάει να τη βρει μαζί με το γιο τους με την ελπίδα ότι θα της αλλάξει γνώμη και θα γυρίσει μαζί της στο σπίτι τους. Φαντάζομαι ότι παρά το δυσάρεστο της ιστορίας, μπορείτε να εντοπίσετε ήδη από τώρα τα στοιχεία με τα οποία ο Madsen επιχειρεί να κάνει κωμωδία. Συνάντηση δανέζικου και αργεντίνικου ταμπεραμέντου, ανακατανομή των ρόλων των φύλων (είναι η μάνατζερ που προωθεί και κουτουπώνει τον ποδοσφαιριστή της και όχι ο μάνατζερ που προωθεί και κουτουπώνει το μοντέλο του για παράδειγμα), και εκμετάλλευση της ταυτότητας του ποδοσφαιριστή με βάση το στερεότυπο της ελαφράς σκέψης (ηλιθιότητας εννοώ!) και της ένδειας λόγου. 05 Πράγματι η ταινία ανακυκλώνοντας πολλές -ισχύουσες και μη- αντιλήψεις για την Αργεντινή, εκμεταλλεύεται στο έπακρο τον τόπο των γυρισμάτων (θυμηθείτε την αγάπη του Madsen για γυρίσματα στο εξωτερικό βλ. Πράγα) με σκηνές που, ακόμη και αν δεν εξυπηρετούν ακριβώς τη γενική πλοκή, προσφέρουν γέλιο και πανέμορφες λήψεις, την ίδια στιγμή, από το Μπουένος Άιρες. Έξυπνη είναι και η αντίθεση που δημιουργείται υπόρρητα σε διάφορα σημεία μεταξύ Αργεντινής και Δανίας, χάρη σε αυτοαναφορικά- αυτοσαρκαστικά σχόλια για τη δανέζικη κουλτούρα. Όσο για το κωμικό στοιχείο που δεσπόζει, κατά τη γνώμη μου, είναι ο «χαζούλης-αλλά-τούμπανος» Juan Diaz, ο οποίος πέραν του ποδοσφαίρου δεν είναι υποψιασμένος για τίποτα άλλο και δεν βλέπει πουθενά το κακό και το ύποπτο! Τρομερά αστείες οι σκηνές όπου μιλά σπαστά αγγλικά με την αργεντίνικη προφορά του. (Πεθαίνω!) Η ταινία επικυρώνεται, τελικά, ως κωμωδία χάρη στην ευρηματική αξιοποίηση της Adriana Mascialino, γνωστή κωμικό ηθοποιό της Αργεντινής, της οποίας ο ρόλος, αν και δεν δικαιολογείται όπως θα ήθελα, αποτελεί κλειδί σε διάφορα κωμικοτραγικά αδιέξοδα που προκρίνονται κατά τη διάρκεια της ταινίας. 01 Ωστόσο δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο προτείνω την ταινία, ή τουλάχιστον δεν είναι αποκλειστικά αυτός. Παρακολουθώντας τη μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι η σύνδεσή της με την Πράγα, παρά το ότι δεν έχουν καμία ειδολογική σχέση, είναι πολύ μεγαλύτερη από μια απλή θεματική σχέση που βασίζεται στο χωρισμό. Ο σκελετός είναι ίδιος. Όπως κι εκεί έτσι κι εδώ έχουμε ένα ζευγάρι το οποίο με το δικό του τρόπο προσπαθεί (με πολύ λάθος timing για τον καθένα, βέβαια) να περισώσει ότι απομένει από μια σχέση που εκ των πραγμάτων καθόρισε τη ζωή και των δύο. Μπορεί το κλίμα να είναι πολύ πιο ευχάριστο και ανάλαφρο αυτή τη φορά, οι κωμικές σκηνές να υπερκαλύπτουν τις συγκινητικές και οι χαρακτήρες να μην εξελίσσονται καθόλου, ή να το κάνουν σε πολύ μικρό βαθμό. Μπορεί όμορφη μουσικούλα να συνοδεύει τα πλάνα και τανγκό, ποδόσφαιρο και εκλεκτό κρασί να συνδυάζονται αρμονικά για να στολίσουν το περιεχόμενο. Το θέμα είναι, όμως, ότι και εδώ, όπως και στην Πράγα, το πρωτεύον ζήτημα είναι η επικοινωνία, και μάλιστα η επικοινωνία που χάνεται ή που έχει χαθεί. Όλα τα πρόσωπα της ταινίας την αναζητούν, ο καθένας με το δικό του τρόπο και για τους δικούς του σκοπούς. Αλλά και από τεχνικής άποψης οι δύο ταινίες συγκλίνουν σημαντικά. Όπως και στην Πράγα έτσι κι εδώ οι σκηνές συναισθηματικού βάρους δεν μένουν ποτέ κλεισμένες σε εσωτερικό χώρο, παρά εκτίθενται δημοσίως στα μάτια τρίτων, πράγμα που φυσικά επιτείνει την ένταση. Επίσης, και στις δύο ταινίες επιστρατεύεται το παιχνίδι της γλωσσικής σύγχυσης με άλλους, βέβαια, στόχους κάθε φορά. Για να μην πω για το σχήμα «ζευγάρι-παιδί-τρίτο πρόσωπο» και τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε αυτό, που είναι ακριβώς το ίδιο (τόσο που με κάνει να υποψιάζομαι πτυχές της προσωπικής ζωής του ίδιου του σκηνοθέτη!) superclasico Γιατί να δείτε την ταινία; Γιατί δεν πρόκειται για μια ελαφροκωμωδία, γιατί στόχος της δεν είναι να σε κάνει να γελάσεις αλλά και να προβληματιστείς και γιατί, όπως δήλωσε και ο σκηνοθέτης, η προσέγγιση αυτή προσπαθεί να θέσει άλλες βάσεις στην κλειστοφοβική φυλακή που δημιουργεί για τον καθένα μας η ερωτική απογοήτευση, η απώλεια και ο χωρισμός. Εξάλλου, σε σχέση με την Πράγα, η εξέλιξη του Madsen είναι ξεκάθαρη. Παίρνει τα ίδια κομμάτια του παζλ, τα ανακατεύει και τα ανακατανέμει, κάνοντας ακόμη πιο αληθινό αυτό που θέλει τελικά να μας πει.