Ένα Αξέχαστο Καλοκαίρι (Summer 1993) – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Ένα Αξέχαστο Καλοκαίρι

(Summer 1993)


Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 97
Χώρα: Ισπανία
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , ,
Πρεμιέρα: 21-06-2018
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Το καλοκαίρι του 1993, η Frida, ένα 6χρονο κορίτσι, φεύγει από την Βαρκελώνη και από τους παππούδες της, για την εξοχή. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η μητέρα της φεύγει και εκείνη από την ζωή εξαιτίας μιας περίεργειες ασθένειας. Θα μείνει με τον θείο της Esteve και την θεία της Marga. Η Frida γρήγορα θα ανακαλύψει το νέο της περιβάλλον, το οποίο περιέχει ένα πέτρινο αγροτόσπιτο σε μία βραχώδη περιοχή, δίπλα από ένα πυκνό δάσος. Οι νέοι της γονείς είναι φιλικοί. Έχουν και μία δική τους κόρη 3 ετών, την Anna, η οποία μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον αντίθετο από εκείνο της Frida. Τα κορίτσια θα ξεκινήσουν να κάνουν παρέα, αλλά το παρελθόν της Frida, θα κάνει και τις δύο να συμπεριφέρονται άσχημα. Θα ξεπεράσει η Frida τα προβλήματά της; Μόνο το καλοκαίρι θα δείξει…

Η επίσημη πρόταση της Ισπανίας για την κατηγορία της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας των περασμένων Όσκαρ δεν είναι ένα φιλμ φτιαγμένο για το συγκεκριμένο θεσμό και τα παρακλάδια του (δεν έφτασε άλλωστε ούτε στην εννιάδα πριν την ανακοίνωση των οριστικών υποψηφιοτήτων), και πολύ καλά κάνει: το θέμα της απώλειας αποτυπωμένο από μια παιδική οπτική γωνία έχει ταλαιπωρηθεί πολύ από τη χολιγουντιανή οπτική (ένα τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί το “Extremely Loud & Incredibly Close”) κι επιτέλους εδώ αντιμετωπίζεται με το σεβασμό, την ειλικρίνεια και την ευαισθησία που του αρμόζει, σηματοδοτώντας ένα ελπιδοφόρο ξεκίνημα στη μυθοπλασία μεγάλου μήκους για τη σκηνοθέτιδά του. Άλλωστε ο αυτοβιογραφικός κι επώδυνα βιωματικός χαρακτήρας του φιλμ προσθέτει στην αυθεντικότητα του δράματός του, συγκινώντας με έναν τρόπο που ούτε για μια στιγμή δε δίνει την εντύπωση πως επαιτεί για το δάκρυ, ίσα ίσα που η αφήγηση διέπεται από μια αυτοσυγκράτηση κι ένα νατουραλισμό μακριά από αφύσικα στησίματα και μελοδραματικά σχήματα. Ίσως το γεγονός πως πρόκειται για μια ελαφρώς βραδυφλεγή δημιουργία ενδέχεται να «πετάξει» κάποιους εκτός, όμως ο τρόπος που η Simón ακολουθεί το ταξίδι της προβολής του μικρού της εαυτού από την άρνηση στη συνειδητοποίηση καταφέρνει σταδιακά να κερδίσει όχι μόνο το ενδιαφέρον αλλά και την καρδιά του θεατή που έχει τις συναισθηματικές του κεραίες τεντωμένες.

Τα πλάνα εστιάζουν στους ηθοποιούς, αποφεύγοντας την παγίδα του φολκλορισμού που πάντα καραδοκεί σε ένα φιλμ που εκτυλίσσεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες με εικόνες που είναι συνυφασμένες με τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο: η θεματολογία δεν προσφέρεται για απόδραση και όμορφα κάδρα, και μόνο επιδοκιμασίες αξίζουν στο ήθος της Simón που πετάει έξω αυτό το κοινό για να μιλήσει σοβαρά για κάτι που αφορά άμεσα την ίδια κι εμμέσως όλους όσους είναι σε επαφή με τον ανθρωπισμό τους.Το σενάριο, προς μεγάλη του τιμή, δεν αντιμετωπίζει το χαρακτήρα του παιδιού με τον καθιερωμένο τρόπο, σαν ένα φάρο άσπιλης αγνότητας και αθωότητας που περιπλανιέται χωρίς βούληση σε μια νέα δεδομένη καθημερινή ζωή. Η μικρή Frida πενθεί με το δικό της τρόπο, προχωρώντας σε πράξεις που δεν μπορούν να ερμηνευθούν με τετριμμένα σχήματα και ταμπέλες και που ταυτόχρονα καθρεφτίζουν την πραγματική παιδικότητα, έναν αυθορμητισμό που δε φιλτράρεται σε συνδυασμό με ενέργειες που ξεκάθαρα απορρέουν από έναν τραυματισμένο λόγω τραγωδίας ψυχισμό, οι γραμμές όμως με τις οποίες συνδέονται δεν είναι ξεκάθαρα ορατές όπως σε αντίστοιχες ευρύτερης κατανάλωσης ταινίες ενηλικίωσης. Δε λείπει κι ένα εύστοχο έμμεσο κοινωνικό σχόλιο για την αλλαγή φρουράς των γενεών στην Ισπανία, από τον κοινωνικό συντηρητισμό της εποχής Franco που εκπροσωπείται από τους παππούδες σε μια πιο ελευθεριακή, αλλά και αβέβαιη λόγω του ότι δεν έχει ριζώσει ακόμη σαν νοοτροπία στάση από τους θείους, το οποίο όμως δεν παραμερίζει ή υπονομεύει τον πυρήνα του φιλμ ο οποίος είναι το ψυχογράφημα.

Αν και οι ερμηνείες των ενηλίκων είναι αξιοπρεπέστατες, με την Bruna Cusí ειδικά να παραδίδει ένα πολύ ισορροπημένο κι ολοκληρωμένο πορτραίτο που δεν «καπελώνεται» από το γεγονός πως το επίκεντρο εδώ είναι η κινηματογραφική της ανιψιά, την προσοχή τραβάνε πολύ πιο εύκολα οι εξαιρετικά πηγαίες και φυσικές Laia Artigas και Paula Robles, υπενθυμίζοντας πως όσο κι αν τα εκάστοτε εξ Αμερικής κυρίως πρώιμα ταλέντα εντυπωσιάζουν (π.χ. Haley Joel Osment, Jacob Tremblay), αναπόφευκτα αυτό το πρόωρο «μεγάλωμα» μέσω της ερμηνευτικής τους ωρίμανσης αφαιρεί από την παιδικότητά τους, καθιστώντας το θέαμά τους ελαφρώς άβολο. Στο “Estiu 1993” αμφότερες οι προαναφερθείσες μικρές σοφά δεν έχουν λάβει τέτοια καθοδήγηση, εκπέμποντας μια αίσθηση ανεπιτήδευτου και κάνοντας τη διαδικασία συναισθηματικής επένδυσης από την πλευρά του θεατή αποτελεσματικότερη. Η σκηνοθέτις έχει μεν κάποιο δρόμο ακόμη για να φτάσει σε ένα πολύ υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο νοηματικά, δύσκολα όμως θα μπορούσε να κάνει πιο φιλότιμο κι ελπιδοφόρο ξεκίνημα, τολμώντας μάλιστα μια ενδοσκόπηση στην οποία λίγοι συνάδελφοί της θα προχωρούσαν.