Guilty Pleasures: Studio 54 – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Guilty Pleasures: Studio 54

Είδος: , ,
Έτος παραγωγής:
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , , , , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (1 votes, average: 3.00 out of 5)
Loading...

Όταν μια ταινία είναι καλή, είναι καλή. Τέλος. Όταν όμως μια ταινία είναι κακή μπορεί να είναι καλύτερη! Είτε γιατί τα ελαττώματα της «κουμπώνουν» υπέροχα στα δικά μας, είτε γιατί απλά μας εμπνεέι να γράψούμε πολύ μεγάλες κακίες, διαδικασία ως επί το πλείστον απολαυστική για μας τους αυτάρεσκους κριτικούς κινηματογράφου.  Έτσι λοιπόν χωρίς ίχνος ντροπής πλέον εμείς οι Cinefreaks αποφασίσαμε να βγούμε από την ντουλάπα , βγάζοντας μαζί μας και μερικά ακατέργαστα φιλμικά διαμάντια που κρύβαμε εκεί μέσα, όπως οι έφηβοι τα τσιγάρα από τη μαμά. Τις ταινίες αυτές παρόλο που τις έχουν κρίνει ένοχες τ’απανταχού αυτόκλητα σινεφίλ δικαστήρια συνεχίζουμε να τις λατρεύουμε ή τουλάχιστον  λατρεύουμε να τις μισούμε.  Γι’αυτό λοιπόν βάλτε έξτρα βούτυρο στο popcorn σας κι απενοχοποιηθείτε μαζί μας

Εγκαινιάζοντας λοιπόν τη νέα μας στήλη “Guilty Pleasures”, σας παρουσιάζουμε μια ταινία που κανονικά δεν θα πρεπε να φιλοξενείται εδώ. Κι αυτό γιατί ο σκηνοθέτης της Mark Christofer, απέδειξε στην φετινή Βerlinale΄με το director’s cut του πως το πρωτόλειο του “Studio 54”  ήταν ένα αριστούργημα κι όχι μια «σάπια ντομάτα»   που με το ζόρι σκόραρε 13% στο ομώνυμο site.

Όπως όμως λένε, ότι όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες, έτσι θα πρεπε να λένε και πως όποιος μπλέκει με τ’αδέρφια Weinstein, βλέπει το καλλιτεχνικό του όραμα να γίνεται συντρίμμια. O Mark Cristofer και το «54» του, υπήρξαν από τα πρώτα, κι ίσως τα πιο ανεπανόρθωτα χτυπημένα, θύματα της καταστροφικής επεμβατικότητας των επικεφαλής της πάλαι ποτέ Miramax.

Στόχος του σκηνοθέτη ήταν να κάνει μια ταινία  – πρόκληση, αντάξια της φήμης του ομώνυμου club, που σημάδεψε τις Νεοϋορκέζικες νύχτες των 70s. Ναρκωτικά, disco και γερές δόσεις πανσεξουαλικότητας υποσχόταν το menu, μέχρι που ο Harvey Weinstein τρόμαξε με το ενδεχόμενο να είναι αμφιφυλόφιλος ο κεντρικός ήρωας της υπερπαραγωγής του κι άλλαξε τα φώτα στο τελικό μοντάζ της ταινίας. Σαράντα λεπτά  όπου o μπάρμαν Shane, που υποδύεται ο Ryan Phillipe, εξερευνά τα όρια της σεξουαλικότητας του με άρρενες θαμώνες του club ή με τον συνάδελφο του Breckin Meyer αφαιρέθηκαν, και στη θέση τους μπήκε ένα τριαντάλεπτο love story με την Neve Campbell, η οποία μέχρι τότε εκτελούσε χρέη guest star. Η ιδέα φάνηκε θαυμάσια στους παραγωγούς, τόσο γιατί έτσι η αμφιφυλοφιλία του πρωταγωνιστή πήγαινε περίπατο, όσο και γιατί το 1998, που γυρίστηκε το φιλμ , η  Campbell ήταν πιο της μόδας κι απ’ ότι οι βάτες στα 80s.

NeveCampbell54a

Κάπως έτσι χάθηκε το πολυδιαφημισμένο φιλί του Phillipe με τον Μeyer και κάπως έτσι ένα φιλμ που θα μπορούσε να γίνει ορόσημο για τα 90s και το queer cinema, κατέληξε στην κινηματογραφική λήθη, παρασέρνοντας μαζί του και την ερμηνεία του Mike Myers (υποδύθηκε τον  Steven Rubell, ιδιοκτήτη του γνωστού club)  που υπό άλλες συνθήκες μπορεί να διεκδικούσε ένα όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου . Αντ’ αυτού ο Phillipe προτάθηκε για χρυσό βατόμουρο, πράγμα που, όπως εικάζουν οι αυτόπτες μάρτυρες του Βερολίνου, επίσης δεν θα ‘χε  συμβεί αν το τελικό μοντάζ της ταινίας ήταν αυτό που είδαν οι ίδιοι.

Δυστυχώς όμως δεν ανήκω στην παρέα τους κι έτσι μπορώ να μιλήσω μόνο για την version του ‘98, την ξενέρωτη, αυτή που επέτρεψαν οι Wenstein να βγει στις αίθουσες.

Κι εφόσον πλέον γνωρίζουμε το παρασκήνιο, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η πλοκή αυτού του cut μοιάζει με άτσαλα μπαλωμένη κουβέρτα. Η ανάπτυξη των χαρακτήρων είναι στην χειρότερη περίπτωση ανύπαρκτη, στην καλύτερη βεβιασμένη, οι συγκρούσεις εντελώς σχηματικές ενώ η κατακλείδα της ισχνής ιστορίας σε αφήνει να αναρωτιέσαι για το τι στο καλό από όλα όσα συνέβησαν στον κεντρικό ήρωα ήταν τόσο καθοριστικά για τη ζωή του, όπως υποστηρίζει στο συγκινησιακά φορτισμένο voice over του φινάλε.

Έστω κι έτσι όμως το «54» αποπνέει μια απίστευτη ατμόσφαιρα που σε κάνει να νοσταλγείς τα 70’s ακόμα κι αν δεν τα πρόλαβες ούτε στο τέλος τους. Οι ενδιαφέροντες β’ ρόλοι και τα μικρά εμβόλιμα επεισόδια στην κεντρική πλοκή δίνουν χρώμα στην αφήγηση, η φωτογραφία και οι φωτισμοί σε συνδυασμό με τα προσεγμένα σκηνικά και κοστούμια ανασυνθέτουν με εγκυρότητα την αίσθηση της εποχής, ενώ οι εμπνευσμένες μουσικές επιλογές κάνουν το αποτέλεσμα να μοιάζει μ’ένα ξέφρενο discoparty. Μέσα σε όλα αυτά υπολόγισε και μια πρωταγωνιστική τετράδα (Ryan Phillipe, Salma Hayek, Neve Campbell, Breckin Meyer) που δεν σ’αφήνει να πάρεις τα μάτια σου από την οθόνη.

Κι ακόμα κι αν οι Weinstein πετσόκοψαν τα πιο «προκλητικά» κομμάτια του  “54” , το φιλμ παραμένει διαποτισμένο από έναν ηλεκτρισμένο αισθησιασμό που ενώ δεν κορυφώνεται ποτέ σε μια δυνατή ερωτική σκηνή, αιωρείται διαρκώς σαν υπόσχεση στα βλέμματα και τα κορμιά των πρωταγωνιστών του.

Αν όλα αυτά πέρασαν αμελητέα το 1998, εξαιτίας του «συντηρητικού» μοντάζ και του προχειρογραμμένου «διορθωτικού» σεναρίου, ελπίζω να τα επανεκτιμήσουμε όταν κάνει την εμφάνιση της στο διαδίκτυο η ταινία όπως την οραματίστηκε και την μόνταρε ο ίδιος ο δημιουργός της. Μέχρι την εξέταση λοιπόν αυτών των νέων στοιχείων, το δικαστήριο οφείλει να αθωώσει πανηγυρικά το “54” από την κατηγορία της φιλόδοξης αποτυχίας, που του φόρτωσε η παγκόσμια σινεφίλ κοινότητα!

54