Stronger – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Με την δύναμη της ζωής

(Stronger)


Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 119
Χώρα: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , ,
Πρεμιέρα: 16-11-2017
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Η αληθινή ιστορία του Jeff Bauman (Jake Gyllenhaal), ενός συνηθισμένου νέου που έγινε σύμβολο ηρωισμού της Βοστώνης όταν επιβίωσε από την τρομοκρατική επίθεση στον μαραθώνιο το 2013, χάνοντας όμως και τα δύο του πόδια. Ο Bauman βρέθηκε κυριολεκτικά μέσα σε δευτερόλεπτα με τη ζωή του μια για πάντα αλλαγμένη, να πρέπει να συμφιλιωθεί με την ιδέα της αναπηρίας και της δόμησης της σχέσης του με την επί χρόνια κοπέλα του, Erin (Tatiana Maslany), υπό τις νέες συνθήκες της ζωής του, όλα αυτά ενόσω γίνεται, άθελά του, σύμβολο του Boston Strong και της πληγείσας από τον βομβαρδισμό Βοστώνης.

O David Gordon Green, ένας από τους πολλούς ανεξάρτητους Αμερικανούς σκηνοθέτες που ξεκίνησε ελπιδοφόρα τη φιλμική του καριέρα με μικρά διαμαντάκια, όπως τα γλυκόπικρα και συναισθηματικά οξυδερκή “George Washington” και “All The Real Girls” για να συνεχίσει με μέτριες έως κακές ταινίες (Your Highness, Killer Joe), μεταφέρει αυτή τη φορά στην οθόνη μια αληθινή ιστορία, αυτή του επιζώντα του βομβαρδισμού στο μαραθώνιο της Βοστώνης, Jeff Bauman, βασισμένη στην best-seller αυτοβιογραφία του. Ο Bauman έγινε ήρωας όταν διέρρευσε στα media μια φωτογραφία του, ήδη τραυματισμένος μετά τον βομβαρδισμό, και ιδίως αφού βοήθησε το FBI στην αναζήτηση των υπόπτων.

Κι όμως, το φιλμ, αρχικά τουλάχιστον, δεν προσεγγίζει τον Bauman σαν ήρωα και σαν το έμβλημα αμερικανικού πατριωτισμού, αντι-ισλαμικού και αντι-τρομοκρατικού θριάμβου που θέλουν τα media να τον κάνουν, αλλά σαν αληθινό άνθρωπο με σάρκα και οστά, τσακισμένο από την τραγική πορεία που πήρε η μοίρα του, αδικημένο και απελπισμένο, χωρίς να νιώθει ούτε στο ελάχιστο ότι κατάφερε να «νικήσει τους τρομοκράτες», όπως βαυκαλίζεται η κοινή γνώμη. Το σενάριο του John Pollono εμβαθύνει στην ουσία του ψυχισμού του Bauman και τον παρουσιάζει ρεαλιστικά, σαν τρισδιάστατο και όχι χάρτινο χαρακτήρα, σαν έναν ανώριμο άντρα-παιδί που οι συνθήκες ανάγκασαν να ωριμάσει απότομα, στήνοντας παράλληλα και ένα ανάγλυφο, αν και λίγο στερεοτυπικό, πορτραίτο της βοστωνέζικης εργατικής τάξης, με εκπροσώπους της τον ίδιο τον Bauman αλλά και την μπεκρού, white trash μητέρα του (εξαιρετική η Miranda Richardson στο ρόλο). Ο Green, δε, σκηνοθετεί επίσης τρυφερά και ανθρωποκεντρικά, με ευλαβική προσήλωση στον ήρωά του και εστιάζοντας στην προσωπική τραγωδία του και όχι στη συλλογική (σκηνές από τον βομβαρδισμό σχεδόν απουσιάζουν), στις συσπάσεις του πονεμένου του προσώπου και όχι σε splatter εικόνες ακρωτηριασμένων μελών που εκβιάζουν τον αποτροπιασμό των θεατών.

Και κάπου εδώ πρέπει να αναφέρουμε το μεγάλο ατού και θεμέλιο αυτής της ταινίας, που δεν είναι άλλο από την ερμηνεία του Gyllenhaal, μια ερμηνεία τόσο ειλικρινής και αυθεντική όσο βαθιά και πολυεπίπεδη, που καταγράφει τέλεια όλα τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα και την εσωτερική πάλη του Bauman, σε ένα αρμονικό συνταίριασμα με την Tatiana Maslany στο ρόλο της συντρόφου του, με το μεταξύ τους love story και πορεία της σχέσης να οικοδομείται αριστοτεχνικά και τόσο, μα τόσο ρομαντικά (τι κι αν το πραγματικό ζευγάρι έχει πλέον χωρίσει? Φευ!).

Δυστυχώς όμως, και παρά τις προσδοκίες που η ίδια είχε καταφέρει να δημιουργήσει, η ταινία δεν καταφέρνει να απεγκλωβιστεί από τα μελοδραματικά κλισέ και την τετριμμένη, προβλέψιμη πορεία της πλοκής, και καταλήγει να χειραγωγήσει κάμποσες φορές συναισθηματικά το θεατή όπως και να υποπέσει στο σφάλμα της αναπαραγωγής της πατριωτικής ρητορικής. Και είναι κρίμα, γιατί μετά από ένα εξαιρετικά ελπιδοφόρο πρώτο μισό, απογοητεύει απροσδόκητα πολύ το θεατή, απέχοντας παρασάγγας από τη σπουδαία ταινία που θα μπορούσε να είναι. Αυτό που μένει όμως είναι μια σπουδαία ερμηνεία, αυτή του Jake Gyllenhaal, που σίγουρα θα αναδειχθεί ως μια από τις καλύτερες της χρονιάς και που αξίζει να βρει το δρόμο της μέχρι τα Όσκαρ.