Season of the devil - Όταν o Lav Diaz κοίμησε την Berlinale – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Season of the devil


Είδος:

Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 234
Χώρα: Φιλιππίνες
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , ,

Γράφει:

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, μια στρατιωτική πολιτοφυλακή καταπιέζει με πολλαπλούς τρόπους ένα μικρό χωριό κάπου στις Φιλιππίνες, που εκείνη την περίοδο βρίσκονται υπό το στρατιωτικό καθεστώς του δικτάτορα Μάρκος. Οι στρατιώτες σκορπάνε το φόβο και τον τρόμο στους κατοίκους και τους κάνουν τόσο ψυχολογικό όσο και σωματικό πόλεμο και εν μέσω αυτής της κατάστασης μια γενναία γυναίκα, η Λορένα, ανοίγει μία μικρή κλινική για τους φτωχούς της περιοχής. Ο σύντροφός της, Χιούγκο επιχειρεί να την πείσει να κάνει πίσω για την ασφάλειά της αλλά μάταια. Αναπόφευκτα, η Λορένα εξαφανίζεται και ο Χιούγκο ξεκινάει μια μοναχική και γεμάτη θλίψη οδύσσεια για να αναπληρώσει το κενό της.

To «Season of the devil», η 22η ταινία του Φιλιππινέζου σκηνοθέτη Λαβ Ντίαζ, είναι ένα φιλμ που επιχειρεί να αφηγηθεί, με όχι ιδιαίτερη διάθεση για περιληπτικές εξιστορήσεις μιας και έχει διάρκεια περίπου τεσσάρων ωρών, μια από τις πιο σκληρές περιόδους στην ιστορία των Φιλιππίνων. Και το κάνει μέσα από ένα φιλμικό είδος που δεν μπορεί να οριοθετηθεί ακριβώς. Θα μπορούσαμε να το πούμε μιούζικαλ καθώς ούτε ένας διάλογος δεν λαμβάνει χώρα με τους ηθοποιούς να απαγγέλλουν τα λόγια τους αλλά αντίθετα, τραγουδώντας τα. Και μάλιστα, σε μια προσπάθεια να διατηρήσει την σκληρότητα του ύφους, οι τραγουδιστοί διάλογοι δεν συνοδεύονται από μουσική αλλά γίνονται a capella. Έτσι, η ταινία διατηρεί τον ρεαλισμό που απαιτείται όταν έχουμε να κάνουμε με τέτοιου τύπου γεγονότα αλλά προσδίδεται και ένα πιο μυθολογικό στοιχείο.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα για τον παγκόσμιο Τύπο στην 68η Berlinale με άπειρους κριτικούς κινηματογράφου από όλο τον κόσμο να στήνονται υπομονετικά στην ουρά για να την παρακολουθήσουν, πολλούς από αυτούς να μένουν εκτός προβολής λόγω συνωστισμού, την αίθουσα να γεμίζει ασφυκτικά και τελικά, να έχει αδειάσει το μεγαλύτερο κομμάτι της πριν καν η ταινία φτάσει στα μισά της: ο κόσμος έφευγε απογοητευμένος και κουρασμένος από την αίθουσα, νικημένος από την κούραση που του προκαλούσε αυτό που παιζόταν επί οθόνης. Αλλά ακόμα και από όσους έμειναν, δύσκολα μπορούμε να πούμε με σιγουριά πόσοι ακριβώς κατάφεραν και το είδαν ολόκληρη: το φαινόμενο του ύπνου μέσα στην αίθουσα ήταν μάλλον ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Τα παραπάνω γεγονότα μάλλον αντικατοπτρίζουν την αποδοχή που μπορεί να έχει ο πειραματισμός που επιχειρεί ο Ντίαζ με ετούτη την ταινία του. Διότι αν η υπαρξιακή σκέψη «γιατί κάθομαι και βλέπω αυτή τη μπούρδα;», που θα κάνει ο μέσος θεατής παρακολουθώντας αυτή την τετράωρη αποτύπωση του τίποτα, μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη ασχετοσύνης μπροστά στο θεάρεστο έργο του Ντίαζ, οι μαζικές αποχωρήσεις κριτικών κινηματογράφου από ολόκληρη Berlinale, δείχνουν αν μη τι άλλο πως πιο κοντινή σχέση με τον κινηματογράφο έχει ο ασεβής θεατής που θα αφορίσει χωρίς να το πολυσκεφτεί την ταινία του Ντίαζ παρά η ίδια η ταινία του Ντίαζ.

Τραβηγμένο από τα μαλλιά χωρίς κανένα απολύτως λόγο, χωρίς την παραμικρή εξυπηρέτηση της αφήγησης αλλά αντίθετα με μια εξοργιστική επιβάρυνσή της, ο Ντίαζ θα μπορούσε να είχε πει την ιστορία του σε μιάμιση ώρα περίπου. Δεν το κάνει όμως διότι τόσο ταπεινές διάρκειες για μια ταινία είναι για ταπεινούς σκηνοθέτες και η μεγαλομανία του Ντίαζ δεν κρύβεται. Χρειάζεται έτσι μια ταινία μεγάλης διάρκειας, αντίστοιχης του σκηνοθετικού μεγέθους που νομίζει ο ίδιος ότι έχει. Είναι ωστόσο ανίκανος να πει και μια ιστορία αντίστοιχης διάρκειας και τελικά επαναλαμβάνεται από το πρώτο μισάωρο, σου δίνει την αίσθηση ότι βλέπεις διαφορετικές εκδοχές μιας και μόνο σκηνής, σου δίνει την αίσθηση που θέλει να σε προσβάλει ως θεατή.

Διότι όσο και αν ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης πλασάρεται ως «ο Μπέλα Ταρ και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος των Φιλιππίνων», η αλήθεια είναι πως, δυστυχώς για αυτόν, δεν σε κάνει η διάρκεια τέτοιου βεληνεκούς δημιουργό. Ακόμα και αν καταφέρνεις να δίνεις το «παρών» στα μεγάλα φεστιβάλ, ακόμα και αν θεωρείς ένδειξη έλλειψης ταλέντου το να κάνεις ταινίες με νορμάλ διάρκεια, όσο το περιεχόμενο των δημιουργιών σου απευθύνεται στον εαυτό σου και μόνο, δεν θα μπεις ποτέ στη λίστα των καλύτερων του κόσμου, θα είσαι στην καλύτερη ένα ανέκδοτο. Όλα τα υπόλοιπα είναι για δημόσιες σχέσεις και -δόξα τους πραγματικά σημαντικούς του κινηματογράφου- όσο δεν τις έχουμε ανάγκη μπορούμε να λέμε αυτά που σκέφτεται ο μέσος, «απαίδευτος» θεατής.

Βαθμολογία Χρηστών


1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Προβολές


Παίζεται σε: 0 αίθουσες
0 αίθουσες στην Αθήνα
0 αίθουσες στην Θεσσαλονίκη
0 αίθουσες στην Επαρχία


Η ταινία δεν παίζεται πλέον στις αίθουσες