Ostatnia Rodzina – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Η Τελευταία Οικογένεια

(Ostatnia Rodzina)


Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 123
Χώρα: Πολωνία
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , ,
Πρεμιέρα: 23-11-2017
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Ο Μπεκσίνσκι είναι ένα ευγενικός και ήρεμος άνθρωπος, ο οποίος υποφέρει από αραχνοφοβία. Παράλληλα, έχει σκληρές ερωτικές φαντασιώσεις και του αρέσει να ζωγραφίζει δυσάρεστα και δυστοπικά έργα. Ο Μπεκσίνσκι είναι ένας οικογενειάρχης, ο οποίος θέλει μόνο το καλύτερο για την αγαπημένη του σύζυγο Ζοφία, τον νευρωτικό του γιο Τόμας, την ηλικιωμένη μητέρα του και την πεθερά του. Η καθημερινή του ενασχόληση με τη ζωγραφική, τελικά αποδίδει καρπούς και καταφέρνει να γίνει δημοφιλής στον κόσμο της σύγχρονης τέχνης. Η Ζοφία κάνει τα πάντα για να κρατήσει την οικογένεια της ενωμένη, αλλά ο ταραγμένος γιος τους Τόμας το κάνει όλο και πιο δύσκολο, με τις βίαιες εκρήξεις του και τις απειλές να δώσει τέλος στη ζωή του. Η ανησυχία των γονιών παραμένει, ακόμα και όταν θα πιάσει δουλειά ως ραδιοφωνικός παραγωγός ή όταν θα αρχίσει να βγαίνει ραντεβού. Έτσι κι αλλιώς, ο Μπεκσίνσκι δεν πίστεψε ποτέ ότι η οικογενειακή ζωή είναι μια εύκολη υπόθεση. Καθώς καταγράφει τα πάντα με την αγαπημένη του βινετοκάμερα, η 28χρονη οδύσσεια των Μπεκσίνσκι ξεδιπλώνεται μέσα από πίνακες, εμπειρίες στα πρόθυρα του θανάτου και τάσεις χορευτικής μουσικής …

Εκτυλισσόμενο ως επί το πλείστον εντός τεσσάρων τοίχων, αυτών του οικογενειακού σπιτικού, και αποτυπώνοντας κυρίως τις στην επιφάνειά τους εκ διαμέτρου διαφορετικές, αλλά σε τελική ανάλυση παρόμοιες ψυχοσυνθέσεις του πατέρα και του υιού Beksinski (η μητέρα παραμένει μια φιγούρα ευγενική αλλά μυστηριώδης, το σενάριο καταπιάνεται μαζί της μονάχα όταν θέλει να την αναδείξει ως σταθεροποιητικό παράγοντα ανά φάσεις εντός του σπιτικού), το “Ostatnia Rodzina” θυμίζει στη δομή του ένα οικογενειακό άλμπουμ, ένα από τα πιο υπογείως σπαρακτικά και διεσδυτικά των τελευταίων ετών, γεμάτο όχι με φωτογενή στιγμιότυπα αλλά με πόνο, τραύματα και ξεσπάσματα, με το θάνατο να καραδοκεί στη γωνία. Υπάρχουν σκηνές που μεμονωμένα μπορεί να μην έχουν τον πιο δυνατό αντίκτυπο, να φαντάζουν κάπως επίπεδες, όλα αποκτούν νόημα όμως ως μέρος του συνόλου, αποτελούν κομμάτια ενός ολοκληρωμένου παζλ. Το γεγονός ότι τα δρώμενα του φιλμ βασίζονται σε αληθινά γεγονότα δεν καθηλώνει το αποτέλεσμα σε ένα εκβιαστικό άρμεγμα συναισθημάτων με το συνήθη χολιγουντιανό τρόπο. Η εκτέλεση ρισκάρει, φλερτάροντας πολλάκις με το αντικινηματογραφικό: κλειστοφοβικοί χώροι, θεατρική ατμόσφαιρα, άσχημες λήψεις με κάμερα χαμηλής ευκρίνειας (οργανικό κομμάτι της πλοκής καθώς αποτελούν τα βίντεο που αγαπούσε να τραβάει μέσα στο σπίτι ο πατέρας Beksinski). Ακόμη και η ιδιαίτερα ταραγμένη χρονική περίοδος για την Πολωνία κατά την οποία εκτυλίσσονται τα γεγονότα (στα οποία ως το σημαντικότερο κατατάσσεται η μετάβαση από τον κομμουνισμό σε ένα αστικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα) σχεδόν δεν αναφέρεται καθόλου: η πελώρια Ιστορία που τα αγκαλιάζει όλα καταπίνεται και χωνεύεται από το «μικρό», προσωπικό δράμα.

Όπως προαναφέρθηκε, το περισσότερο από το ζουμί βρίσκεται σε αυτό το ζύγισμα των αντιθέσεων μεταξύ πατέρα και γιου, με τον πρώτο να είναι απόμακρος, αποστασιοποιημένος από τις τραγωδίες των άλλων, αλλά μέχρι και από τις δικές του, απρόσιτος, μη εκδηλωτικός ως προς τα συναισθήματα που κρύβει μέσα του και το δεύτερο να μην μπορεί να μη συγκρατήσει το χείμαρρο οργής, λύπης και απογοήτευσης που χτίζεται μέσα του δια και των οικογενειακών βιωμάτων του, να πάσχει από αυτήν του την εξωστρέφεια και να απωθεί τον κόσμο με τη βιαιότητά του και την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του, όλα παράγωγα της ψυχικής ασθένειας που τον ταλαιπωρεί. Εύκολες απαντήσεις δε δίνονται, δεν υπάρχουν επεξηγηματικές αναδρομές στο παρελθόν για να πιάσουν το θεατή από το χέρι που να αναλύουν επακριβώς τι έχει προηγηθεί για να υπάρχει ένα τόσο μεγάλο κενό στην ψυχολογία των δυο ηρώων που τους οδηγεί να δρουν έτσι όπως αποτυπώνεται. Τα όποια συμπεράσματα εξάγονται τελικά από το παρόν στο οποίο εξελίσσεται η πλοκή, που οδηγούν και σε υποθέσεις από την πλευρά του θεατή για το τι μπορεί να έχει προηγηθεί χρονικά. Το ήθος που διακρίνει τόσο τον Matuszynski όσο και το σεναριογράφο Bolesto είναι μακριά από τη χυδαία λογική της κλειδαρότρυπας που κρύβει μια ηδονοβλεπτική στάση απέναντι στη δυστυχία.

Ο Andrzej Seweryn στο ρόλο του πατέρα είναι πειστικά χαμηλότονος, μυστηριώδης, ήρεμος αλλά όχι καθησυχαστικός, ανίκανος να σηκώσει στους ώμους του ένα ρόλο ψυχολογικά υποστηρικτικό για τους ανθρώπους που τον περιτριγυρίζουν που είναι αυτός ενός εκ των δύο βασικών πυλώνων της οικογενειακής εστίας, βυθισμένος στον όμορφο, ναρκισσιστικό εθισμό του να παράγει τέχνη. Αυτός όμως που κλέβει την παράσταση και συνεπαίρνει με τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματά του είναι ο εξαιρετικός Dawid Ogrodnik ως γιος, που κερδίζει το στοίχημα και στις πιο «σιωπηλές» στιγμές του φιλμ όπου οι σκέψεις των ηρώων παραμένουν εσωτερικευμένες. Η εξαιρετική χρήση της μουσικής που λειτουργεί τόσο με καθαρτήριο τρόπο κυρίως για τον υιό Beksinski όσο και ως ένα μέσο για να γίνει φανερή η σταδιακή διείσδυση της δυτικής κουλτούρας όλο και περισσότερο στην πολωνική κοινωνία από την αρχή της κατάρρευσης του κομμουνιστικού οικοδομήματος εκεί είναι ένα ακόμη δείγμα της ακεραιότητας του καλλιτεχνικού οράματος που υπηρετείται εδώ. Αν η ταινία έπρεπε να παρομοιαστεί με κάτι, αυτό θα ήταν τα δάκρυα και οι κραυγές που πνίγονται σε ένα μαξιλάρι από ένα άτομο που βρίσκεται σε μια δεδομένη στιγμή στα όριά του.