Ο 20ος μου αιώνας - Κριτική ταινίας – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Ο 20ος μου Αιώνας

(Az en XX Szazadom)



Γράφει:

Βρισκόμαστε στο 1880. Το βράδυ που ο Τόμας Έντισον παρουσιάζει δημόσια τις πρώτες ηλεκτρικές λάμπες προκαλώντας έναν απέραντο θαυμασμό στον κόσμο που παρακολουθεί το πρωτόγνωρο θέαμα, κάπου στην Ουγγαρία μια γυναίκα γεννάει δυο κορίτσια. Η Ντόρα και η Λίλι, τα δίδυμα αυτά κορίτσια που γεννήθηκαν εκείνο το βράδυ, θα χωριστούν σε πολύ μικρή ηλικία και θα ζήσουν δυο εντελώς διαφορετικές ζωές. Τα πρώτα ενήλικα χρόνια τους θα βρουν τη μια να ζει προσποιούμενη την αριστοκράτισσα και να περνάει την ώρα της με πλούσιους άντρες που «μαδάει» οικονομικά. Η άλλη θα εμπλακεί με ένοπλες ομάδες που κάνουν βομβιστικά, πολιτικά χτυπήματα. Οι δυο πανομοιότυπες οπτικά γυναίκες θα μπλέξουν ταυτόχρονα με τον ίδιο άντρα στην αυγή του 20ου αιώνα.

Η Ουγγαρέζα σκηνοθέτις Ίλντικο Ενιέντι έγινε γνωστή στα ευρύτερα κοινά με το περσινό «Ψυχή και Σώμα», μια ταινία που εντυπωσίασε, συγκίνησε και υπεραγαπήθηκε παγκοσμίως. Ο «20ος μου αιώνας» είναι η ταινία-ντεμπούτο της το 1989, η πρώτη από τις μόλις τέσσερις συνολικά ταινίες που έχει βγάλει μέσα σε αυτά τα 29 χρόνια.

Το ιδιότυπο αυτό, σατιρικό και ξεκάθαρα πολιτικοποιημένο παραμύθι παίχτηκε φέτος το καλοκαίρι για πρώτη φορά μπροστά στο ελληνικό κοινό στον κινηματογράφο «Ριβιέρα» στο κέντρο της Αθήνας. Και σε αντίθεση με διάφορων ειδών επανεκδόσεις που κάνουν την εμφάνισή τους στα θερινά σινεμά, το αθηναϊκό κοινό έδειξε ένα πρωτόγνωρο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει την εν λόγω δημιουργία. Ένα ενδιαφέρον που αποτελεί ξεκάθαρη απόρροια της μεγάλης επιτυχίας που είχε το «Ψυχή και Σώμα». Ωστόσο, όσοι περιμένουν να δουν μια ταινία συγγενική με το «Ψυχή και Σώμα» σε επίπεδο ύφους και πάνε με μια τέτοια διάθεση να απολαύσουν το «Ο 20ος μου αιώνας» στον κινηματογράφο (η ταινία θα παίζεται τουλάχιστον μέχρι τις 25 Ιουλίου…) μάλλον θα εκπλαγούν: το ντεμπούτο της Ενιέντι είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Οι άτυποι κινηματογραφικοί κανόνες που έχουμε διαμορφώσει στα μυαλά μας θέλουν την έννοια της κινηματογραφικής ελαφρότητας να έρχεται σε αντίθεση με την έννοια της κινηματογραφικής ποιότητας: όσο πιο ποιοτικό θεωρείται ένα έργο τόσο πιο «βαρύ» και το περιεχόμενό του. Για παράδειγμα, το «Ψυχή και Σώμα» μπορεί κατά βάση να ήταν ένα ρομάντζο αλλά εγγράφηκε στις συνειδήσεις μας ως κάτι βαθύτερο εξαιτίας των πινελιών βαριάς ατμόσφαιρας (έλλειψη μουσικής κατά μεγάλα διαστήματα, «κοφτοί» διάλογοι, δυσάρεστες εικόνες σε οπτικό επίπεδο). Στην πραγματικότητα ωστόσο (ας το παραδεχθούμε) τέτοιου τύπου συνδέσεις δεν είναι τίποτα άλλο από στερεοτυπικές αντιλήψεις για τον κινηματογράφο. Η Ενιέντι τρολάρει ασύστολα αυτά τα στερεότυπα στην πρώτη της ταινίας.

Ο «20ος μου αιώνας» είναι μια χαλαρή, ανάλαφρη, χιουμοριστική ταινία. Αν και το ιδιότυπο στιλ της μοιάζει αδύνατο να την χωρέσει ολοκληρωτικά σε ένα συγκεκριμένο genre, θα λέγαμε πως είναι μάλλον μια κομεντί. Και όμως, τίποτα από όλα αυτά δεν την εμποδίζει να θέσει ζητήματα περίπλοκα. Παρά το γεγονός ότι δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να δώσει και στιβαρές απαντήσεις: οι θεματικές με τις οποίες καταπιάνεται και σχολιάζει σε κοινωνικό επίπεδο περισσότερο φιλοδοξούν να ανοίξουν διαλόγους παρά να εκφέρουν άποψη – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Ενιέντι κάνει ένα ουδέτερο φιλμ, κάθε άλλο.

Η ταινία της Ενιέντι έχει στο επίκεντρο της την τεχνολογική ανάπτυξη και την κοινωνική πρόοδο και το σχόλιο της είναι ξεκάθαρο: η ύπαρξη της πρώτης δεν προϋποθέτει κατά καμία περίπτωση και την δεύτερη ως διαδικασία. Χρησιμοποιώντας ως δημιουργικό της καμβά τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία η τεχνολογική εξέλιξη υπήρξε αλματώδης και οι άνθρωποι ένιωθαν πως ζουν σε έναν εντελώς καινούριο και συναρπαστικό κόσμο, η Ενιέντι ανοίγει μια σειρά από ζητήματα προκειμένου να καταδείξει ότι η κοινωνική πρόοδος είναι μια διαδικασία πολύ πιο περίπλοκη.

Μισογύνηδες (μεν) επιστήμονες (δε) που παρουσιάζονται ως καρικατούρες, ζώα που μιλάνε καταδεικνύοντας την ανθρώπινη βαρβαρότητα εις βάρος τους, άνθρωποι της υψηλής κοινωνίας τόσο κοντόφθαλμοι που δεν έχουν ιδέα πως η Ουγγαρία είναι μια αληθινή χώρα, άστρα που μιλούν και «βλέπουν» τη θλίψη και τη μοναξιά στα μάτια μεγάλων και πρωτοπόρων επιστημόνων που ο κύκλος τους αποθεώνει και μια σειρά από μίνι σκετσάκια που αγγίζουν τα όρια του σουρεαλισμού –κατά στιγμές η Ενιέντι μοιάζει να «συνομιλεί» ακόμα και με τους Μόντι Πάιθον- συνθέτουν το παζλ μιας πολύ ιδιαίτερης δημιουργίας που κάνει ένα πολύ ξεκάθαρο σχόλιο χωρίς ποτέ να πέσει στη παγίδα της σοβαροφάνειας ή της υπερβολικής αλληγορίας.

Παρακολουθώντας τις εκ διαμέτρου αντίθετες ζωές των δυο αδερφών αλλά και τους δυο εξ΄ ολοκλήρου αντιθετικούς χαρακτήρες τους να ξεδιπλώνονται μπροστά μας –η μια συνεσταλμένη και ρομαντική, η άλλη γεμάτη αυτοπεποίθηση και κυνισμό- η Ενιέντι θέτει τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας στο επίκεντρο της πεποίθησής της πως η τεχνολογική πρόοδος μπορεί κάλλιστα να χαρακτηρίζει μια οπισθοδρομική κοινωνία. Πιστή στο αξίωμα πως ο ενδεικτικός παράγοντας για το επίπεδο μιας κοινωνίας είναι η θέση της γυναίκας σε αυτή, η Ουγγαρέζα δημιουργός, χωρίς πάντως ποτέ να σχετικοποιεί τις ευθύνες της ίδιας της γυναίκας ως υποκείμενο για τη κοινωνική της θέση, τα «χώνει» με κέφι (και όχι μοιρολατρικά ή σοβαροφανώς καταγγελτικά) στις κοινωνικές παρωπίδες περί σχέσης των φύλων.

Ταυτόχρονα, ο «20ος μου αιώνας» είναι ένας μεγάλος φόρος τιμής στον βουβό κινηματογράφο. Το στιλ της κινηματογράφησης είναι επιτηδευμένα παλιομοδίτικο, η Ενιέντι δεν θέλει απλά να μας αφηγηθεί ένα παραμύθι από εκείνη την εποχή αλλά να νιώθουμε πως βλέπουμε μια ταινία που έχει δημιουργηθεί τότε. Πέρα από την εξόφθαλμη αγάπη της για τον κινηματογράφο εκείνων των δεκαετιών, ίσως είναι και μια ακόμα επιδίωξη που εξυπηρετείται μέσα από την υιοθεσία αυτού του ύφους: αναφερόμενη σε μια εποχή που η υψηλή τέχνη και η σοβαροφάνεια δεν πήγαιναν απαραίτητα χέρι-χέρι, η Ενιέντι θέλει να υπενθυμίσει στο κινηματογραφικό κοινό πως για να είσαι βαθυστόχαστος δεν χρειάζεται να είσαι αυτόματα και σοβαροφανής, σνομπ και δυσάρεστος. Μπορείς εύκολα να κάνεις υψηλού επιπέδου σινεμά, σινεμά με αληθινό πολιτικό περιεχόμενο, σινεμά που ανοίγει διαλόγους (όπως οφείλει να κάνει κάθε μορφή τέχνης στο ανώτερο επίπεδό της) και ταυτόχρονα να παραδίδεις ένα έργο γεμάτο ελαφρότητα, μπορεί να προβληματίζεις τον θεατή χωρίς απαραίτητα να του ρίχνεις την ψυχολογία και να του βαραίνεις τη διάθεση. Και αυτό είναι κάτι που οι μεγάλοι auteur φαίνεται να έχουν ξεχάσει.

Ναι, ο «20ος μου αιώνας» είναι γυρισμένος 29 χρόνια πριν και μιλάει για μια εποχή εξ’ ολοκλήρου ξεπερασμένη. Αλλά παραμένει μια επίκαιρη δημιουργία διότι σε μια συνθήκη που έχουμε μάθει να τα χωρίζουμε όλα σε κουτάκια, τα έργα τέχνης που απεγκλωβίζουν τη σκέψη μας από αυτά είναι πέρα για πέρα αναγκαία.

Βαθμολογία Χρηστών


1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (1 votes, average: 1.00 out of 5)
Loading...

Προβολές


Παίζεται σε: 0 αίθουσες
0 αίθουσες στην Αθήνα
0 αίθουσες στην Θεσσαλονίκη
0 αίθουσες στην Επαρχία


Η ταινία δεν παίζεται πλέον στις αίθουσες