Mobile Homes: Μια τζούρα ρεαλισμού στο διαγωνιστικό των Νυχτών Πρεμιέρας – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Σπίτι για Απόψε

(Mobile Homes)


Είδος:
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 105
Χώρα: Γαλλία, Καναδάς
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Η Άλι περιπλανιέται από μοτέλ σε μοτέλ, παρέα με τον παρορμητικό εραστή της Έβαν και τον οκτάχρονο γιο της. Το όνειρό τους να αποκτήσουν δικό τους σπίτι παραμένει θολό, μέσα σε ένα σύννεφο καταχρήσεων και μια καθημερινότητα με μικροεμπόριο ναρκωτικών, διαρρήξεις και συμμετοχή σε παράνομες κοκορομαχίες

Είναι αξιοθαύμαστο το πως ένας σκηνοθέτης γαλλικής καταγωγής υπογράφει κάτι τόσο αμερικάνικο, με την καλή έννοια, σε επίπεδο τόσο κοινωνικού προβληματισμού όσο και αλληγορικών προεκτάσεων. Ο Vladimir de Fontenay εδώ πατάει πάνω στα δράματα του ανεξάρτητου σινεμά της τελευταίας δεκαετίας που αφηγούνται ιστορίες λευκών φτωχοδιαβόλων σε ψυχρές κλιματικές θερμοκρασίες και πάμπτωχες περιοχές και που άνοιξαν μια μικρή σχολή, ταινίες όπως το “Frozen River” και το “Winter’s Bone”. Η καταγραφή του είναι ειλικρινής, περιέχει μια αυθεντικότητα ακόμη και αν σε «στήσιμο» είναι αισθητικά πιο καλλωπισμένη από όσο ταιριάζει στη θεματολογία της, χωρίς αυτό να είναι κάτι το ιδιαίτερα μεμπτό. Υπάρχει μια φράση στο φιλμ που λέει περίπου πως το σπίτι (house) είναι μια κατασκευή και το σπιτικό (home) είναι αυτό που φτιάχνεις μέσα του με τα άτομα που αγαπάς. Ο τίτλος λοιπόν αναφέρεται στο δεύτερο, κι αν λάβει κάποιος υπόψιν του τη λαϊκή φράση «σπιτικό είναι εκεί που βρίσκεται η καρδιά», στο επίκεντρο της θεματολογίας δε βρίσκονται τόσο βεβαίως τα κινητά σπίτια με την κυριολεκτική έννοια, όσο κι αν είναι η πιο χαρακτηριστική εικόνα του έργου και αυτή που συνοψίζει την ουσία του, όσο το συνεχώς εν κινήσει, οιονεί σπιτικό της άκρως προβληματικής τριμελούς οικογένειας που αποτελεί το δραματουργικό πυρήνα της ιστορίας.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος εσκεμμένα αφήνει κάποια κενά στην ανάλυση των χαρακτήρων, δε σερβίρει λεπτομέρειες για το παρελθόν τους στο πιάτο για να αφήσει ελεύθερο το πεδίο στο θεατή να γεμίσει μόνος του όπως θέλει τις ελλείψεις, κάτι που λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι καθώς παρότι προσδίδει μια μεγαλύτερη λεπτότητα στο σενάριο, ποντάροντας πολύ στην υπόνοια, ταυτόχρονα καθιστά την αποτύπωση της ψυχοσύνθεσής τους αρκετά επιδερμική και αβαθή. Επιπλέον το σενάριο προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις από τυχόν πολιτικές τοποθετήσεις, με τον προβληματισμό ποτέ να μην καταλήγει σε κάποια στρατευμένη θέση για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που οδηγούν σε τέτοια επίπεδα διαβίωσης τους ήρωες, κάτι που σαν επιλογή γεννά κάποια ερωτηματικά δεδομένου και ότι ο αγγλόφωνος κινηματογράφος καταγγελίας έχει αναθαρρήσει από τη σιωπή του τις αρχές της περιόδου του ξεσπάσματος της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, χτυπώντας στο ψαχνό (“The Big Short”, “I, Daniel Blake”). Πέρα από αυτά τα θέματα που δε λαβώνουν ανεπανόρθωτα τη συνολική εικόνα, απλά την εμποδίζουν στο να απογειωθεί από το καλό στο εξαιρετικό, πρόκειται για ένα άκρως λειτουργικό κοινωνικό δράμα, με αρμονικές εναλλαγές από το σκληρό ύφος στο τρυφερό και τούμπαλιν, ένας συνδυασμός που συνοψίζεται έξοχα στη γλυκόπικρη τελική σκηνή, που καταφέρνει μοναδικά να είναι συνάμα αισιόδοξη και πεσιμιστική.

Το τελικό προϊόν δε θα ήταν το ίδιο αν ο de Fontenay δεν είχε στη διάθεσή του δύο νέους ηθοποιούς που αφοσιώνονται ολοκληρωτικά στους ρόλους τους και δεν αναλώνονται σε ακκισμούς λόγω της εξωτερικής τους εμφάνισης αλλά αντιθέτως δε διστάζουν να τσαλακωθούν. H Imogen Poots είναι πραγματικά εξαιρετική, συνδυάζοντας ιδανικά τρυφερότητα και ωμότητα, επιδεικνύοντας μια αξιοθαύμαστη εγκράτεια που την κρατάει μακριά από τις υπερβολές, ωστόσο ακόμη καλύτερος και ως η απρόσμενα θετική έκπληξη του φιλμ αναδεικνύεται ο Callum Turner, που δεν είχε δώσει και τα καλύτερα δείγματα γραφής στο πρόσφατο “The Only Living Boy in New York”, αλλά εδώ συνεπαίρνει με την πρωτοφανή ενέργειά του και τη σαρδόνια χαρισματικότητά του χαρίζοντας έναν αξιομνημόνευτο αντιήρωα. Κατορθώνοντας να αγγίξει ευαίσθητες χορδές, να βάλει το θεατή βαθιά μέσα στα δρώμενα της πλοκής, ακόμη και να δημιουργήσει σασπένς στην απρόσμενα συναρπαστική κορύφωσή του λίγο πριν την κατακλείδα, το “Mobile Homes” ζεσταίνει την καρδιά παρόλο το πολικό ψύχος των τοποθεσιών στις οποίες διαδραματίζεται, και ακόμη κι αν πολλές φορές δείχνει να στρογγυλοποιεί κάποιες καταστάσεις για να γίνει πιο προσβάσιμο, η συναισθηματική εντιμότητα που χαρακτηρίζει το όλο εγχείρημα το κάνει σίγουρα να ξεχωρίζει στο σύνολο των φετινών ανεξάρτητων αμερικάνικων παραγωγών. Μικρό αλλά υπολογίσιμο.