Αναζητώντας τον Έρικ (Looking for Eric) – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Αναζητώντας τον Έρικ

(Looking for Eric)


Είδος: , ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 116
Χώρα: Βέλγιο, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ιταλία
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , ,
Πρεμιέρα: 02-08-2018
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Ο Έρικ είναι ταχυδρόμος και δεν είναι καλά! Η χαοτική οικογένειά του, οι εκτός ελέγχου πρόγονοί του και η μπετονιέρα στον κήπο του σπιτιού δε βοηθάνε, αλλά αυτό που τον εξωθεί στα όριά του είναι το ίδιο του το μυστικό. Πως θα αντικρίσει την Λίλι, τη γυναίκα που αγαπούσε τριάντα χρόνια πριν; Παρά τις τιτάνιες προσπάθειες της ποδοσφαιρόφιλης παρέας του, ο Έρικ αισθάνεται όλο και πιο χαμένος. Σ’ αυτή την απελπιστική κατάσταση, μόνο ένα τσιγαριλίκι κι ένας ιδιαίτερος φίλος από τα ξένα θα τον βοηθήσουν να ταξιδέψει στην πιο επικίνδυνη περιοχή απ’ όλες: το παρελθόν.

Σημείωμα του Σκηνοθέτη

Βρήκα ένα μήνυμα ότι ο Ερίκ Καντονά προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί μου. Χωρίς αυτόν, δε θα υπήρχε η ταινία. Ένας Γάλλος παραγωγός μίλησε με την Ρεμπέκα, τη δική μας παραγωγό, και πρότεινε να συναντηθούμε όλοι μαζί με τον Ερίκ. Προφανώς, ξέραμε ποιος είναι: ξέραμε τη δημόσια εικόνα του κι ότι ήταν ένας εκπληκτικός ποδοσφαιριστής. Και εκείνοι ήξεραν πως ο Πολ Λάβερτι κι εγώ είμαστε λάτρεις του ποδοσφαίρου. Οπότε συναντηθήκαμε. Ο Ερίκ είχε μερικές πολύ ενδιαφέρουσες ιδέες, αλλά η πιο ενδιαφέρουσα ήταν εκείνη που αφορούσε τον στενό δεσμό του με έναν φαν του. Ο Πολ κι εγώ δεν τα καταφέραμε να προχωρήσουμε με τη συγκεκριμένη ιστορία, αλλά μας έδωσε τη γενική κατεύθυνση που θέλαμε να ακολουθήσουμε.

Ο Καντονά είναι αυθεντικός και οξυδερκής. Οι διαξιφισμοί του με τους δημοσιογράφους ήταν πάντα αστείοι κι ευφυείς. Ό,τι συζητούσαμε μαζί του, κυρίως ό,τι συζητούσε με τον Πολ – τις σκέψεις του γύρω από το ποδόσφαιρο και τη δική του θέση σ’ αυτό, καθώς και το τι είχε προσπαθήσει να κάνει – όλα αυτά έγιναν μέρος της ταινίας. Όταν ο Ερίκ μπαίνει σ’ ένα δωμάτιο, η παρουσία του γίνεται αισθητή. Συμβαίνει σε ελάχιστες περιπτώσεις, αλλά είναι ένας πραγματικά χαρισματικός άνθρωπος που σε μαγνητίζει. Στο Μάντσεστερ, του συμπεριφέρονταν με θαυμασμό κι αγάπη. Προσπαθήσαμε να τον κρύψουμε, όσο γινόταν. Ήταν η πρώτη φορά που είχα  παπαράτσι να τριγυρίζουν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων!

Το πιο σημαντικό πράγμα σε μια ταινία, μετά το σενάριο, είναι να βρεις τους κατάλληλους ηθοποιούς. Θεωρώ πως κάθε ταινία καθορίζεται από το μέρος όπου διαδραματίζεται οπότε επιλέξαμε να δούμε άτομα από το Μάντσεστερ ή εκεί κοντά. Ο Έρικ στην ταινία είναι οπαδός της Manchester United, από εκείνη την εποχή που οι περισσότεροι οπαδοί της ήταν κάτοικοι της πόλης, οπότε θέλαμε να τον παίξει ένας ντόπιος. Για τον Στιβ Έβετς, είχαμε την αίσθηση πως είναι ένας άντρας που ζει στα όρια. Επίσης, είναι αστείος αλλά όχι με φτιαχτό τρόπο: είναι αληθινός.

Η ταινία μιλάει για τη φιλία και την προσπάθειά μας να αποδεχτούμε τον εαυτό μας. Είναι μια ταινία που πάει ενάντια στον ατομικισμό: είμαστε πιο δυνατοί ως μέλη μιας ομάδας παρά μόνοι μας. Μιλάει για την αλληλεγγύη των φίλων, μέσω μιας ομάδας οπαδών του ποδοσφαίρου ή ακόμα και μεταξύ συναδέλφων.

 

Το να υπηρετεί κανείς ένα ξεκάθαρα στρατευμένο, κοινωνικά συνειδητοποιημένο και πολιτικοποιημένο σινεμά επί έξι συναπτές δεκαετίες (τις τρεις τελευταίες πυκνότερα) όπως κάνει σταθερά ο Ken Loach αποτελεί σίγουρα μια πρόκληση, ειδικά από τη στιγμή που στη διάρκεια αυτού του τεράστιου για τα ανθρώπινα δεδομένα χρονικού διαστήματος παρουσιάζονται κοσμογονικές μεταβολές ως προς τη μέση λαϊκή αντίληψη για τη συμμετοχή στα κοινά. Αυτή η σταθερότητα του συγκεκριμένου άγγλου δημιουργού είναι το είδος της «ξεροκεφαλιάς» που είναι ιδιαιτέρως αναγκαία στο πεδίο της κινηματογραφικής τέχνης, πολύ περισσότερο σήμερα που το ευρύ κοινό έχει παιδαγωγηθεί με το χειρότερο δυνατό τρόπο από το εμπορικό σινεμά, απαξιώνοντας την ύπαρξη νοήματος σε αυτό που παρακολουθεί ως κάτι ελιτίστικο και απόμακρο. Ακόμη και σε μια ελάσσονα στιγμή του, όπως αποτελεί τέτοια το “Looking for Eric”, που δεν έχει τη δραματουργική δυναμική των πραγματικά σπουδαίων ταινιών του, ο Loach επιτελεί έργο απείρως σημαντικότερο και ουσιαστικότερο από τη συντριπτική πλειοψηφία των χολιγουντιανών συναδέλφων του που αναλώνονται σε μια ανώδυνη αποδραστικότητα, επειδή ο ίδιος κρατά τη σπίθα μιας διαφορετικής μορφής του μέσου ζωντανή. Εδώ, παρόλο που το κλίμα είναι ανάλαφρο, δε λείπει ο συνηθισμένος προβληματισμός του σκηνοθέτη, ούτε το ταξικό πρόσημο γύρω από τη ματιά του. Ενώ μέσα από το φορμάτ μιας κομεντί η ουσία αυτού που εκπροσωπεί το σινεμά του πολύπειρου κινηματογραφιστή εκλαϊκεύεται, δε στρογγυλεύεται: είναι πιο προσβάσιμη μεν, αλλά χωρίς να χάνει την αιχμηρότητά της.

Τα δύο βασικά προβλήματα που εγκλωβίζουν το “Looking for Eric” στο χαρακτηρισμό μιας απλώς αξιοπρεπούς προσθήκης στη φιλμογραφία των Loach και Laverty βρίσκονται στην ανομοιογένεια του ύφους και στην κορύφωση, η οποία είναι αταίριαστα φαντεζίστικη ειδικά για τις βάσεις που έχουν θέσει σε άλλες συνεργασίες τους τόσο ο σκηνοθέτης όσο και ο σεναριογράφος. Όσον αφορά το πρώτο, παρόλο που και το χιούμορ είναι αποτελεσματικό και καλόκαρδο και η κριτική στα κακώς κείμενα της βρετανικής κοινωνίας που εντάσσεται στο «σοβαρό» κομμάτι του φιλμ, αυτά τα δύο στοιχεία δε συνδυάζονται ποτέ με έναν τρόπο που να φαίνεται ομαλή η μετάβαση από το ένα στο άλλο, και η επίπτωση είναι πως συχνά κανείς έχει την εντύπωση πως παρακολουθεί δυο διαφορετικές ταινίες. Σχετικά με το δεύτερο, ο τρόπος με τον οποίο επιλύεται η κεντρική σύγκρουση της πλοκής υπονομεύει σοβαρά την κατά τα άλλα εντελώς προσγειωμένη και ρεαλιστική προσέγγιση που ακολουθείται κατά τη διάρκεια του φιλμ, μόνο και μόνο για να υπάρξει μια ανώδυνα αισιόδοξη κατακλείδα δίχως την παράθεση μιας ουσιαστικής και πραγματιστικής πρότασης αντίδρασης όπως γίνεται για παράδειγμα στο ύστερο χρονικά κι εξαιρετικό από όλες τις απόψεις “I, Daniel Blake”.

Ακόμη και με αυτές τις αδυναμίες που πληγώνουν την καλλιτεχνική αξία του φιλμ, το τελικό αποτέλεσμα παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος, ενώ λειτουργεί και ως μια καλή εισαγωγή στους μη μυημένους στο έργο του σκηνοθέτη του. Αν και σε επίπεδο χιούμορ και διεισδυτικής περιγραφής της εγχώριας εργατικής του τάξης ο Loach έφτασε σε υψηλότερο επίπεδο με το ανώτερο “The Angels’ Share” τρία χρόνια μετά, η ύπαρξη του “Looking for Eric” στον όγκο της δουλειάς του δεν είναι αμελητέα, καθώς εξυπηρετεί και αυτή τη συνέπεια που έχει επιδείξει στη διάρκεια της καριέρας του έχοντας μια ευαισθησία απέναντι στις κοινωνικές ομάδες που απεικονίζει, μη φοβούμενος να μιλήσει έξω από τα δόντια και με συγκεκριμένο πολιτικό πρόσημο, μη μένοντας σε μια απολιτική αοριστία εκ του ασφαλούς μιας γενικόλογης καταγγελίας στην οποία αρέσκονται άλλες κινηματογραφικές σχολές. Κι ενώ ο απολογισμός εδώ φέρνει το συγκεκριμένο πόνημα στην ετυμηγορία του ημιεπιτυχούς, υπάρχουν στοιχεία που μένουν ως μια ευχάριστη γεύση μετά το πέρας της θέασης, με ίσως περισσότερο εξέχον τη φοβερή χημεία μεταξύ Steve Evets κι Eric Cantona στις μετρημένες σκηνές που εμφανίζονται μαζί που θα ζήλευαν και οι πιο διασκεδαστικές αμερικάνικες buddy movies.