Jupiter Holdja: Μια πολύ ενδιαφέρουσα αλλά και πολύ άνιση ματιά στο μεταναστευτικό από το σκηνοθέτη του "Λευκού Θεού" – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Το Φεγγάρι του Δία

(Jupiter Holdja)


Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 123
Χώρα: Γερμανία, Ουγγαρία
Σκηνοθεσία:
Σενάριο: ,
Ηθοποιοί: , , ,
Πρεμιέρα: 15-02-2018
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

΄Ενας νεαρός Σύρος μετανάστης πυροβολείται από την αστυνομία όταν προσπαθεί να διασχίσει τα σύνορα της Ουγγαρίας. Τρομοκρατημένος και σοκαρισμένος, ο τραυματισμένος Άριαν ανακαλύπτει – προς μεγάλη του έκπληξη – ότι έχει πλέον την ικανότητα να αιωρείται. Στο στρατόπεδο όπου κρατείται, οι υπερδυνάμεις του τραβούν την προσοχή ενός διεφθαρμένου γιατρού που τον στέλνει στο νοσοκομείο κι από εκεί τον φυγαδεύει. Στο κατόπι τους, ένας οργισμένος συνοριακός αστυνομικός έχει εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για να τους συλλάβει.

Όσοι έχουν παρακολουθήσει το έξοχο “Fehér Isten” είναι εξοικειωμένοι με τη διάθεση του Kornél Mundruczó να έχει έναν αλληγορικό κινηματογραφικό λόγο, μόνο που η πιο έμμεση αντιμετώπιση του προβληματισμού του εκεί έχει δώσει εδώ τη θέση της σε μια ευθύτερη προσέγγιση του κεντρικού του ζητήματος που δεν είναι άλλο από αυτό των προσφυγικών ροών και κυρίως τη διαχείρισή τους από την ουγγρική κυβέρνηση, αν ληφθεί υπόψιν και το χτίσιμο του περίφημου φράχτη στα σύνορα με τη Σερβία και την Κροατία το 2015, χωρίς να σημαίνει ότι το «κατηγορώ» του σκηνοθέτη περιορίζεται αποκλειστικά στη χώρα του. Πέραν από την ευστοχία ή μη των συμβολισμών του, αυτό που πρέπει πρώτα από όλα να επισημανθεί για το “Jupiter Holdja” είναι η απαράμιλλη σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του: επιστρατεύοντας μακροσκελή μονοπλάνα όπως αυτό που εκτυλίσσεται στον προσφυγικό καταυλισμό ή κατά τη διάρκεια μιας καταδίωξης με αυτοκίνητο καθώς και υπέροχες εναέριες λήψεις στις σκηνές που ίπταται ο κεντρικός χαρακτήρας κι έχοντας γενικότερα μια άψογη αίσθηση του χώρου, ο ούγγρος δημιουργός πάει ένα βήμα παραπέρα από την προηγούμενη δημιουργία του επιδεικνύοντας ένα ταλέντο που βράζει και μια φιλοδοξία πέρα από κάθε όριο. Αυτό είναι φανερό και από τη διάθεση του σεναρίου να χωρέσει πολλά καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη, και δυστυχώς, εκεί είναι που τελικά χάνεται οριακά το στοίχημα.

Ενδεικτικό των μεγαλεπήβολων προθέσεων του σκηνοθέτη είναι και πως η ταινία του αποτελεί ένα χωνευτήρι διαφορετικών υφών και ειδών: και κοινωνικό δράμα, και πολιτική καταγγελία, και buddy movie, κι επιστημονική φαντασία, και θρησκευτική αλληγορία, και θρίλερ δράσης ακόμη σε μερικές σκηνές (πιο χαρακτηριστική η καθηλωτική εναρκτήρια). Το πρόβλημα που προκύπτει ωστόσο δεν είναι τόσο ότι αυτοί οι συνδυασμοί καταλήγουν να είναι ανομοιογενείς (παραδόξως διατηρείται μια ενότητα στιλ) όσο το ότι το τελικό αποτέλεσμα καταλήγει να γίνεται βαρυφορτωμένο και υπερβολικό με τις πολλαπλές ταυτότητές του. Αποπροσανατολιστικό αισθητικά είναι και το έντονα εμφανές ντουμπλάζ που έχει γίνει όταν ο χαρακτήρας του Γεωργιανού Merab Ninidze μιλάει ουγγρικά. Ακόμη ένα δείγμα του εύρους του οράματος που έχει συλληφθεί είναι πως προσπαθεί, έστω και στριμώχνοντάς τα σε σκηνές που διαρκούν ελάχιστα λεπτά, διάφορα θέματα για να μεγεθύνει τον καμβά της προβληματικής του. Θίγονται μεταξύ άλλων η ευθανασία, ο ρατσισμός, η εργασιακή εκμετάλλευση, η ισλαμική τρομοκρατία, η υποκρισία του μεγαλοαστισμού και άλλα, χωρίς να γίνεται μια εις βάθος ανάλυσή τους αλλά περισσότερο λειτουργώντας ως ενέσεις διατύπωσης απόψεων των σεναριογράφων, αποφεύγοντας ωστόσο το διδακτισμό ή μια βαρύγδουπη μεταχείριση γενικότερα που θα καθιστούσε το αποτέλεσμα αφόρητα ηθικοπλαστικό.

Κάτι για το οποίο πρέπει να επαινεθεί η ταινία, είναι ο άψογος ρυθμός της. Στις δύο ώρες και κάτι της διάρκειάς της καταφέρνει να καθηλώσει το θεατή και να αναπτυχθεί σε επίπεδο πλοκής με έναν τρόπο πέραν του αναμενόμενου, αν εξαιρεθεί η κάπως προβλέψιμη σύγκρουση κατά τη διάρκεια της κλιμάκωσής της. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και ο λόγος που προσδιορίζει την εξής δουλειά ως εν τέλει ημιεπιτυχημένη ή ημιαποτυχημένη, και αυτός είναι το πολιτικό της συμπέρασμα. Ακόμη και στην προηγούμενη, βραβευμένη στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ των Καννών ταινία του Mundruczó, παρά την άκρως αποτελεσματική και συναρπαστική κινηματογράφηση και τον πολυδιάστατο συμβολισμό του, ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να κλείσει είναι αρκετά αφελής στο μήνυμα που επιδιώκει να περάσει με αποτέλεσμα να χαλάει ελαφρώς τη θετική συνολικά εικόνα. Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ. Ενώ η οπτική που υιοθετείται γύρω από τη θεματολογία της αντιμετώπισης του προσφυγικού ζητήματος από πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι άκρως ρεαλιστική κι αιχμηρή, η κατακλείδα είναι σαν να αγνοεί βασικά κομμάτια της ψυχοσύνθεσης ολόκληρων συλλογικών οντοτήτων που κρατούν μια αρνητική στάση απέναντι στο «ξένο» προκειμένου να εξαχθεί ένα εύκολο, ανώδυνο και τελικά εντελώς ανεδαφικό πόρισμα. Αυτό δε συμβαίνει ότι δεν παρακολουθείται αυτό που έχει παραχθεί με εξαιρετικό ενδιαφέρον, όμως απέχει από το να αποτελεί μια διεισδυτική ματιά σε ένα πολυδιάστατο πρόβλημα.

  • jupiters_moon_h_2017
  • 958169_33