Human, Space, Time and Human - Ο νέος Κιμ Κι-ντουκ είναι μία από τις χειρότερες ταινίες που θα δείτε ποτέ – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Human, Space, Time and Human


Είδος:
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 122
Χώρα: Νότια Κορέα
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Ένα παλιό πολεμικό πλοίο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ξεκινά ένα είδος κρουαζιέρας, στην οποία επιβάτες είναι μια ετερόκλητη ομάδα ανθρώπων: ένα νιόπαντρο, ερωτευμένο ζευγάρι, ένας διεφθαρμένος γερουσιαστής με τον πιο ηθικό γιό του, τρεις πόρνες και μια συμμορία γκάνγκστερ που αναλαμβάνουν την προστασία του γερουσιαστή. Σύντομα όμως, η κατάσταση θα αρχίσει να εκτροχιάζεται, όταν οι συμμορίες αντρών βιάζουν ομαδικά σχεδόν όλες τις γυναίκες επιβάτισσες, σκοτώνουν τον σύζυγο της μίας, το πλοίο βρίσκεται ξαφνικά να… ίπταται στα σύννεφα και ο νόμος του ισχυρού αρχίζει να ισχύει.

Είναι μερικές ταινίες, σπάνιες αλλά υπαρκτές, που βλέποντάς τις δεν μπορείς να πιστέψεις στα μάτια σου, μένεις με το στόμα ανοιχτό και δεν καταφέρνεις να συλλάβεις καν αυτό που εκτυλίσσεται στην οθόνη. Μία από αυτές τις ταινίες, λοιπόν, είναι και το “Human, Space, Time and Human”, η 23η ταινία του Κιμ Κι-ντουκ, που έκανε πρεμιέρα στο Πανόραμα της Berlinale, μια ταινία που σίγουρα θα μείνει αξέχαστη σε όποιον την είδε, αλλά… με την κακή έννοια. Το “Human, Space, Time and Human” είναι μία από εκείνες τις ταινίες που σε κάνουν να αναρωτιέσαι πώς γίνεται να τη γύρισε ένας έμπειρος και εν γένει αξιοσέβαστος δημιουργός (παρά τις όποιες παρασπονδίες του) σαν τον Κιμ Κι-ντουκ, αλλά ,κυρίως, πώς γίνεται να βρήκε τον δρόμο της για ένα από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ κινηματογράφου της Ευρώπης.

Η ταινία αυτή είναι ένα ακατανόητο, μεγαλομανές παραλήρημα, μια τραγελαφική, θρησκευτική και πολιτικό-κοινωνική αλληγορία, που θέλει μέσα σε δύο ώρες να μιλήσει για τα πάντα: από τα ταπεινά ένστικτα και την έμφυτη κλίση της ανθρώπινης φύσης στη βία και την ακολασία, από τις δυναμικές και σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονται μέσα σε κάθε κοινωνικό χώρο σε καταστάσεις κρίσης και πώς αυτές επηρεάζονται ταξικά από την κοινωνική θέση, το πρεστίζ και το στάτους, μέχρι μια θρησκευτική παραβολή για τη θεϊκή τιμωρία, την Αποκάλυψη και τη Γένεση (ένα δεύτερο “mother!” δηλαδή – ακόμα και ο Αρονόφσκι το έκανε πολύ καλύτερα). Όμως, αυτό που τελικά κάνει αυτό το φιλμ είναι να γεμίσει δύο ώρες φιλμικού χρόνου με ασυνάρτητα γεγονότα που δε βγάζουν νόημα, ένα torture porn όργιο γκροτέσκας βίας, πολλαπλών ομαδικών βιασμών και κανιβαλισμού, ερμηνείες και σεναριακές εξελίξεις που ξεπερνούν τα όρια του γελοίου, αφελείς διαλόγους που μοιάζουν γραμμένοι από 5χρονο, ένα συνονθύλευμα κιτς βίας, μεγαλομανίας και κακογουστιάς.

Δεν είναι, όμως, όλα αυτά το μεγαλύτερο, δομικό πρόβλημα αυτού του φιλμικού εκτρώματος, αλλά ο ξεδιάντροπος μισογυνισμός που βρίσκεται στον πυρήνα του, η συντηρητική, θρησκευτικής προέλευσης, νοοτροπία ότι η σεξιστική, έμφυλη βία και οι βιασμοί οφείλονται στα πρωτόγονα, άγρια ανδρικά ένστικτα και τις ασίγαστες επιθυμίες τους, μια κατ’ ουσίαν δικαιολόγηση και σχετικοποίησή τους, χωρίς η άποψη αυτή να ανατρέπεται ή να αυτοαναιρείται ποτέ, μέχρι και στην τελευταία, εξοργιστική σκηνή. Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί, σχεδόν ηδονοβλεπτικά, περισσότερη από μισή ώρα ομαδικών και μη βιασμών, συνθήκη η οποία θεωρείται… φυσιολογική και αναμενόμενη στις συνθήκες αγριότητας που επικρατούν μέσα στο πλοίο, με την πρωταγωνίστρια/Εύα του φιλμ να πείθεται από τον μυστηριώδη, πανταχού παρόντα γέρο/Θεό να κρατήσει το παιδί ενός από τους πολλούς βιαστές της και παίρνει μάλιστα και την ευλογία του, σε ένα ξεκάθαρο pro-life σχόλιο. Φυσικά, ο κάθε σκηνοθέτης μπορεί να δικαιολογεί όσους ομαδικούς βιασμούς θέλει (και να κριθεί για αυτό), όμως ένα φεστιβάλ που έχει ασχοληθεί τόσο και είναι σχεδόν αφιερωμένο στο #MeToo και την αντισεξιστική ρητορική, η επιλογή μιας τέτοιας ταινίας για κάποιο από τα τμήματά του φαντάζει από παράλογη και ακατανόητη έως και βαθιά υποκριτική.