Γυάλινο κάστρο – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Το Γυάλινο Κάστρο

(The Glass Castle)


Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 127
Χώρα: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Σκηνοθεσία:
Σενάριο: ,
Ηθοποιοί: , ,
Πρεμιέρα: 14-09-2017
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (2 votes, average: 4.00 out of 5)
Loading...

Το Γυάλινο Κάστρο  βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία περιγράφει τις περιπέτειες μια εκκεντρικής αλλά σφιχτά δεμένης από ανιδιοτελή αγάπη οικογένειας.

Η βραβευμένη με Oscar Brie Larson υποδύεται μια νέα γυναίκα που επηρεασμένη από τον ενθουσιώδη άγριο χαρακτήρα του κατά τα άλλα δυσλειτουργικού πατέρα της κατάφερε με φλογερή αποφασιστικότητα να χτίσει μια επιτυχημένη ζωή με τους δικούς της κανόνες.

Τα απομνημονεύματα της Jeannette Walls που αποτελούν την πρώτη ύλη του φιλμ έκαναν πάταγο σε επίπεδο πωλήσεων και βραβεύσεων και δεν είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσει κανείς το γιατί. Αν δει κανείς στο χαρτί τα δρώμενα του “The Glass Castle” θα βρεθεί απέναντι σε μια συναρπαστική αληθινή ιστορία, από αυτές που σχεδόν εκλιπαρούν να μεταφερθούν στον κινηματογράφο. Υπάρχουν πολλά κοινά ανάμεσα σε αυτήν τη δουλειά και το προηγούμενο πόνημα του Destin Daniel Cretton που αποτέλεσε και το διαβατήριο για να του ανατεθεί προς σκηνοθετική υλοποίηση κι εν μέρει σεναριακή διασκευή το εξής βιβλίο, το πραγματικά εξαιρετικό “Short Term 12” που δυστυχώς πέρασε ελαφρώς κάτω από το ραντάρ την εποχή που κυκλοφόρησε παρά την πλουσιοπάροχη ψυχογράφηση των χαρακτήρων του και τη μεγάλη δραματουργική του δύναμη: ψυχικά τραύματα, «αμαρτίες» γονέων που επηρεάζουν τα παιδιά, η πατρική φιγούρα ως σύμβολο επιβολής κι εξουσίας, η γυναικεία αλλά και η κοριτσίστικη οπτική στο μικροσκόπιο. Παρά τις ομοιότητες όμως, δυστυχώς ο Cretton αποτυγχάνει να επαναλάβει τα ποιοτικά ύψη της προηγούμενης απόπειράς του, εμφανώς επηρεασμένος και από τη μετάβαση από τη νοοτροπία του «ανεξάρτητου» σε αυτήν του ξεκάθαρα χολιγουντιανού, θυσιάζοντας την ευκαιρία να πετύχει κάτι παραπάνω από ένα καλοφτιαγμένο μεν, συμβατικό δε και ασφαλές στα αμφιβόλου ευστοχίας συμπεράσματά του μελόδραμα.

Αν υπάρχει ένα στοιχείο που ξεχωρίζει κι ανεβάζει το τελικό αποτέλεσμα είναι αναμφίβολα η κεντρική ερμηνεία του Woody Harrelson. Ακόμη κι αν κατά τα φαινόμενα η Jeannette Walls και η Brie Larson που την υποδύεται (ικανότατη εδώ αλλά έχει δώσει και καλύτερα δείγματα υποκριτικής) βρίσκονται σε πρώτο πλάνο, στην πραγματικότητα είναι ο χαρακτήρας του ενίοτε αυταρχικού, ενίοτε ευάλωτου και γενικά κυκλοθυμικού πατέρα. Ολόκληρο το φιλμ αποτελεί ένας χάρτης στην ιδιαίτερη ψυχοσύνθεσή του και είναι ο ήρωας για τον οποίο μαθαίνει ο θεατής τα περισσότερα όσο προχωράει η πλοκή, σε αντίθεση με την προσέγγιση που έχει απέναντι στην πρωταγωνίστρια που είναι μάλλον επιδερμική. Αυτό όμως που καθιστά την περιήγηση αυτή εξόχως λειτουργική παρά τα άλλα προβλήματα που διατρέχουν την ταινία είναι ο ίδιος ο Harrelson, δυναμικός, πληθωρικός, κατορθώνοντας να εκμαιεύσει μια πληθώρα ακόμη και αντιφατικών συναισθημάτων κι επιτυγχάνοντας μια αμφισημία στο ρόλο του που δυστυχώς σχεδόν διαλύει το ίδιο το σενάριο, χωρίς αυτό να μειώνει την αδιαμφισβήτητα σημαντική συνεισφορά του ηθοποιού. Κρίμα που αυτή η διάθεση εξονυχιστικής ανάλυσης δε φαίνεται να υπάρχει σε άλλους χαρακτήρες που παραμένουν σκιές των οποίων η θέση απέναντι σε αυτά που βιώνουν δεν εξετάζεται ποτέ ικανοποιητικά, ένα κενό που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση της μητέρας. Αξίζει να επισημανθεί ότι η όλη θεματολογία θυμίζει αρκετά έντονα και το ημιβιωματικό “Captain Fantastic”. Συγκριτικά, το “The Glass Castle” κερδίζει στην πολυπλοκότητα της φιγούρας του πατέρα αλλά χάνει σε εστίαση στην ουσία των ηθικών διλημμάτων που προτάσσει, τα οποία φαίνεται ανά στιγμές να παραμερίζει για χάρη της εύκολης συγκίνησης.

Το μεγαλύτερο όμως σφάλμα στο οποίο εκπίπτει το σενάριο είναι η απόπειρά του να χρυσώσει το χάπι ως προς τις αποφάσεις και τη συμπεριφορά των γονέων της οικογένειας Walls, ειδικά του πατέρα, στο πλαίσιο μιας νοοτροπίας τύπου «το αίμα νερό δε γίνεται» που μένει ως επίγευση, η οποία είναι εξόχως αφελής και πρόχειρη, και η οποία αν συγκριθεί και με το κεντρικό μήνυμα του δημιουργού στο “Short Term 12” που ουσιαστικά είναι άκρως επικριτικό ως προς τους οικογενειακούς δεσμούς που λειτουργούν ως άλλοθι για την αποπεράτωση αποτρόπαιων πράξεων και άρα ως προς το πόσο ισχύει η παροιμία που αναφέρθηκε παραπάνω, αποτελεί μια νοηματική οπισθοδρόμηση. Τελικά, όσο κι αν αυτό που δημιουργήθηκε κυλάει σχετικά ευχάριστα (η διάρκεια άνω των δύο ωρών δε φαίνεται) και κρατάει ένα επίπεδο, μένει αυτή η αίσθηση, ότι η βάση προσέφερε υλικό και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για κάτι μέχρι κι εξαιρετικό αλλά η εκτέλεση της συνταγής δεν κάνει διόλου την υπέρβαση που είναι αναγκαία για την απογείωση.