Ευτυχία (Bliss) – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Ευτυχία (Bliss)

Είδος:
Έτος παραγωγής:
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (4 votes, average: 3.50 out of 5)
Loading...

Η Άννα, είναι μια γυναίκα που καταναλώνει τον ελεύθερο χρόνο της στο facebook. Νιώθει μοναξιά ανάμεσα σε φίλους, συνεργάτες και συγγενείς. Δυσκολεύεται να έχει κοινωνική ζωή και τις περισσότερες φορές κατασκευάζει ψέματα για πάρτι και εκδρομές που δεν έχει πάει. Η ερωτική της ζωή επίσης περιορίζεται σε ιντερνετικές απολαύσεις. Μεταξύ του σπιτιού της και του φωτογραφείου που δουλεύει, κάνει σύντομες στάσεις στο ψιλικατζίδικο για να «κλέψει» τσίχλες και στο σπίτι της μητέρας της που δεν σταματά ποτέ να φροντίζει τα λουλούδια της και όχι την Άννα. Ξαφνικά, εμφανίζεται ένας άντρας με κόκκινο μπουφάν που μοιάζει να την παρακολουθεί συνεχώς. Κάθε στοιχείο της ζωής της αρχίζει να γίνεται δυσβάσταχτο υπό την πίεση του κόκκινου μπουφάν και η εμμονή της να εντοπίσει αυτόν τον άντρα παίρνει την μορφή ψύχωσης.

Μυστηριώδης, αινιγματική, εφιαλτική. Αυτές ήταν οι πρώτες σκέψεις μετά την προβολή της Ευτυχίας, μιας ταινίας που ισορροπεί ανάμεσα στους Lynchικούς εφιάλτες και την ψυχική βία του Hanneke. Σίγουρα, έχει τα ελαττώματά της, μα δεν παύει να ΄έχει μια χαρακτηριστική ένταση που σε κρατά προσηλωμένο για να δεις τη συνέχειά του. Όσο αρχίζει να καταρρέει ο ψυχικός κόσμος της πρωταγωνίστριας, τόσο πιο θολά γίνονται τα όρια μεταξύ υπαρκτού και φανταστικού. Και μάλιστα, προς τιμήν της, δεν φαίνεται σαν κάποια πασιφανής κόπια κανενός από τους δημιουργούς που ίσως ενέπνευσαν τον σκηνοθέτη Χρήστο Πυθαρά στο να δέσει μεταξύ τους αυτές τις εικόνες και να τις μετατρέψει σε ένα φιλμ άξιο αναφοράς.

Σκηνοθετικά μιλώντας, είναι μια ταινία με άποψη στο ύφος της. Ένα φιλμ που δε διστάζει να χρησιμοποιήσει τόσο το ψυχρό γυαλί της αποστασιοποίησης, όσο και το καυτό σκοτάδι του εξπρεσιονισμού. Άλλοτε παρακολουθούμε την πρωταγωνίστρια να συμπεριφέρεται και να μιλά σχεδόν σαν ένα ον αλλόκοσμο, μακριά από τη φόρμα του ρεαλισμού, άλλοτε, όμως, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τους εφιάλτες της, τους οποίους βιώνουμε ταυτόχρονα με αυτή. Στην κατάβαση στην άβυσσο της παράνοιας, η Ξανθή Σπανού μας παίρνει μαζί της, με μια ερμηνεία που στηρίζει ολόκληρο το φιλμ στους ώμους της. Μεγάλο φορτίο, αλλα τελικά το φέρνει εις πέρας.

Η μεγαλύτερη διαφωνία μου, ωστόσο, έγκειται στο τέλος της ταινίας. Νοηματικά υπήρξε πολύ περίπλοκο και δεν ντρέπομαι να πω ότι, πέραν των βασικότερων, δεν έπιασα ορισμένες εικαστικές αναφορές που ενδεχομένως θα μπορούσαν να λείπουν. Το βάψιμο ενός τοίχου συμβολίζει πολλά πράγματα, αλλά ταυτόχρονα δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει τον εσωτερικό μονόλογο που έχει προηγηθεί. Εν τέλει, κι αυτός ο μονόλογος μάλλον φαντάζει κάπως παράταιρος με το γενικότερο νόημα της ταινίας, δε λειτουργεί σαν κάποιου είδους επεξήγηση. Τελικά περισσότερο μπερδεύει το θεατή παρά του δίνει τα τελευταία κομμάτια του παζλ για να αποκτήσει τη συνολική εικόνα.

Παρ’ όλα αυτά, είναι μια ταινία με τόλμη, αισθησιασμό -είτε αυτός αφορά στο γυναικείο σώμα είτε στην απεικόνιση των δρόμων του κέντρου της Αθήνας- και, όπως προείπαμε, ένταση. Αν είχε ένα ανάλογα ταιριαστό κλείσιμο, σίγουρα θα μιλούσαμε περί μοναδικής εμπειρίας στο σύνολό της. Αλλά και πάλι, δε σταματά να είναι αυτό που είναι: ένα θρίλερ που έχει κάθε λόγο να κρατά ψηλά το κεφάλι του με αξιοπρέπεια.