Demonic – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr
Είδος:
Έτος παραγωγής:
Σκηνοθεσία:
Σενάριο: , ,
Ηθοποιοί: , , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Από τότε που έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό με το “Saw” , ο James Wan δεν έχει πάψει να διεκδικεί σθεναρά μια θέση στο πάνθεον με τους πιο δημοφιλής σκηνοθέτες ταινιών τρόμου. Κι αν και δεν είναι ούτε Carpenter, ούτε καν Craven, με την τελευταία και καλύτερη ταινία του, το “The Conjuring”, κούτσά στραβά έχει κατορθώσει να μας πείσει, πως αν το παλέψει, μπορεί και να αφήσει κάποια αξιοπρόσεκτη παρακαταθήκη στο αμερικάνικο horror cinema. Στην δεδομένη περίπτωση, βέβαια, προτίμησε από το να δημιουργήσει κάτι αξιόλογο ο ίδιος, να εξαργυρώσει την όποια φήμη του από την θέση του παραγωγού, αφήνοντας τον σχετικά άπειρο σκηνοθέτη Will Cannon να εκτεθεί για αυτήν την ανεκδιήγητη αρπαχτή.

Δυστυχώς για εκείνον, μέσα στα 85 λεπτά του το «Demonic», κατορθώνει να χωρέσει όλα εκείνα τα προβλήματα που ταλαιπωρούν το πολύπαθο είδος στο οποίο ανήκει: Έλλειψη πρωτοτυπίας, κακές ερμηνείες, ρόλοι γραμμένοι καθαρά για να αυξηθεί το bodycount και φτηνές ανατροπές που αφήνουν την πλοκή πιο διάτρητη κι από ένα κεφάλι έμενταλ.

Σύμφωνα με αυτή την πλοκή έξι νουμπάδες ghostbusters/κινηματογραφιστές επισκέπτονται ένα στοιχειωμένο σπίτι, προκειμένου να καταγράψουν την όποια μεταφυσική δραστηριότητα στην κάμερα . Επειδή όπως φαίνεται όμως δεν έχουν δει ούτε το “Blair Witch Project”, ούτε κάποια από τις άπειρες παραλλαγές του,  κάνουν τη μια βλακεία πάνω στην άλλη, και δεν το βάζουν στα πόδια, ούτε κι όταν το σπίτι αρχίζει να ξερνάει κυριολεκτικά φωτιές.

Screen-shot-2015-02-11-at-4.56.16-PM-620x400

Σε μια από τις πιο, κατά λάθος, αστείες σκηνές που είδαμε φέτος η πιο σκληροπυρηνική της ομάδας συγκρατεί τους υπολοίπους που τρέχουν προς την έξοδο: «Όχι, δεν θα πάμε πουθενά!». «Γιατί;» απορούν οι παραλίγο φλαμπέ φίλοι της σε απόλυτη ταύτιση με το κοινό. «Γιατί δεν θέλω να μας κοροϊδεύουν και να μας λένε τρελούς αυτοί που δεν πιστεύουν στη μεταφυσική. Θα μείνουμε εδώ και θα τα καταγράψουμε όλα.»  «Έχεις δίκιο! Πως δεν το σκεφτήκαμε. Θα μείνουμε εδώ να καταγράψουμε τον βίαιο, μεταφυσικό, θάνατο μας στην κάμερα κι  έτσι δεν θα τολμήσει ποτέ κανείς να μας πει ξανά τρελούς.» απαντάνε στο περίπου, χωρίς καμία ειρωνική διάθεση οι συνάδελφοι της, και κάπου εδώ σιγουρευόμαστε και ‘μεις, πως ακόμα κι ένα software σεναρίου θα μπορούσε να δημιουργήσει πιο αληθοφανείς χαρακτήρες και κίνητρα.

Το εύρημα της αφήγησης από την μέση των γεγονότων και η εξέλιξη της δράσης σε  flashback, παράλληλα με την διεξαγωγή των ανακρίσεων, προσπαθεί να δώσει στο εγχείρημα έναν αέρα από θρίλερ μυστηρίου, τύπου «Συνήθεις ύποπτοι», ωστόσο τέτοιου είδους συγκρίσεις μόνο εις βάρος του μπορούν να λειτουργήσουν.

Κι αφού το σενάριο κατορθώνει το ακατόρθωτο, να σε κάνει να βαριέσαι την ίδια στιγμή που σε εξοργίζει κιόλας,  ο σκηνοθέτης μοιάζει εντελώς ανίκανος να περισώσει τα προσχήματα. Όλες οι προσπάθειες εντυπωσιασμού με φτηνά εφεδάκια πέφτουν στο κενό, καθώς εκλείπει τελείως μια συμπαγής ανατριχιαστική ατμόσφαιρα.

Τελικά ούτε η πολύ καλή ηθοποιός Maria Bello καταφέρνει να διασωθεί από αυτό το κινηματογραφικό δυστύχημα, που κατασπαταλάει το ταλέντο της σε έναν κακογραμμένο κι άχαρο ρόλο. Αποφύγετέ το όπως ο διάολος το λιβάνι!