Bushwick: μια μέχρι κεραίας τίμια ταινία αγωνίας στις Νύχτες Πρεμιέρας – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Μπούσγουϊκ

(Bushwick)


Είδος: , , ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 94
Σκηνοθεσία: ,
Σενάριο: ,
Ηθοποιοί: , , , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Η Νέα Υόρκη έχει μετατραπεί σε εμπόλεμη ζώνη καθώς το Τέξας αποφάσισε να αποσχιστεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες εισβάλλοντας αιφνιδιαστικά στην αμερικανική μητρόπολη. Πλέον για την 20άχρονη Λούσι, το να διασχίσει τα πέντε τετράγωνα που την χωρίζουν απ’ το διαμέρισμα της γιαγιάς της στο Μπούσγουϊκ, μοιάζει με άγρια κόλαση. Ακόμα κι αν στο πλευρό της έχει έναν μπαρουτοκαπνισμένο βετεράνο.

Πως να μιλήσεις εκτεταμένα για μια ταινία που θα μπορούσες να ξεμπερδέψεις με την απλή φράση “δυνατή” εξηγώντας το λόγο για τον οποίο είσαι τόσο δωρικός στην περιγραφή σου; Οι “αργές” προβολές των Νυχτών Πρεμιέρας, άλλωστε, ή θα περιστρέφονται γύρω από το χώρο του cult, είτε θα αφορούν σε πιο ιδιαίτερες, ενήλικες απολαύσεις για τους ξενύχτηδες που τους λείπει η αίσθηση του μεταμεσονύκτιου κινηματογράφου της ένοχης απόλαυσης. Ωστόσο, ενώ περίμενα μια camp εμπειρια η οποία θα ξεσήκωνε την αίθουσα, βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα στιβαρό θρίλερ δράσης, το οποίο είχε κάτι παραπάνω να προσφέρει. Έστω κι αν δεν άνοιγε νέους ορίζοντες στο ιδίωμα που πρεσβεύει.

Το συγκεκριμένο μεταποκαλυπτικό πολεμικό φιλμ, λοιπόν, σφύζει από ενέργεια. Ταχύρρυθμο, άπλετα βίαιο, με macho δόσεις και ορισμένα κλισέ να το νοστιμίζουν αντί να το παραφορτώνουν, καταφέρνει να κερδίσει εκείνον που θα σταθεί απέναντί του λόγω της αμεσότητάς του. Μια αμεσότητα που εν μέρει οφείλεται στην καταιγιστική και άκρως ρεαλιστική δράση, με τα σκηνικά του κατεστραμμένου, σαν από κάποιο μέρος της τριλογίας Modern Warfare, Bushwick να μυρίζουν καπνό, μπαρούτι και αίμα, τον ήχο να παίζει σημαντικό ρόλο στη μετάδοση του πολεμικού κλίματος, αλλά, εκτός των άλλων, μέσω της σκηνοθεσίας. Αντί να αρκεστεί σε μια Jason Bourne λογική κοφτών, τρεμάμενων πλάνων που είναι και η νόρμα σε αυτές τις περιπτώσεις, διαλέγει ένα δρόμο πολύ πιο δύσκολο, αλλά σαφώς πιο αποτελεσματικό.

Και αυτός δεν είναι άλλος από τη χρήση μιας σειράς μονοπλάνων προκειμένου να απεικονίσει την οδύσσεια των χαρακτήρων που σχεδόν μάταια παλεύουν για την επιβίωσή τους. Με αυτόν τον τρόπο, η παρουσία μας στην ταινία είναι σχεδόν φυσική, νιώθουμε πραγματικά σαν ένας τρίτος χαρακτήρας ο οποίος καλύπτεται για να αποφύγει τα πυρά των ελεύθερων σκοπευτών, κρύβεται από τις ένοπλες δυνάμεις που μπορούν να το εξουδετερώσουν σε κλάσματα του δευτερολέπτου, πληγώνεται από τα συντρίμμια και, εν τέλει, νιώθει την κάννη του όπλου στραμμένη πάνω του. Θα γίνω σχεδόν βλάσφημος λέγοντας πως μου θύμισε μια πιο εύπεπτη/διασκεδαστική/blockbuster εκδοχή του Γιου του Σαούλ στον τρόπο με τον οποίο αποδίδει τις φρικαλεότητες που λαμβάνουν χώρα και, κυρίως, ως προς τις περίπλοκες κινήσεις της κάμερας. Μην τρελαθούμε, όμως, δεν τον αγγίζει ούτε κατά διάνοια.

Το σενάριο, ωστόσο, παραμένει, παρά το απλοϊκά σφιχτό γράψιμό του, προβλέψιμο, οι ερμηνείες (πλην του Dave Bautista που εξελίσσεται σε πολύ δυνατό ερμηνευτικό χαρτί) δεν είναι απόλυτα ικανοποιητικές, πολλές βωμολοχίες καλύπτουν την έλλειψη ικανότητας περάσματος των διαλόγων σε ένα υψηλότερο επίπεδο, αλλά όλα αυτά είναι, τελικά ψιλά γράμματα. Απολαυστικά 90 λεπτα που μετά την έξοδο από την αίθουσα θες κάποια ώρα για να αποτινάξεις την ένταση από πάνω σου. Αυτό από μόνο του δεν είναι, αν μη τι άλλο, επίτευγμα;