19ο Γαλλόφωνo Φεστιβάλ της Ελλάδας - Αφήστε τα πτώματα να μαυρίσουν στον ήλιο – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Αφήστε τα πτώματα να μαυρίσουν στον ήλιο

(Laissez bronzer les cadavres)


Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Χώρα: Βέλγιο, Γαλλία
Σκηνοθεσία: ,
Σενάριο: ,
Ηθοποιοί: , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Η Μεσόγειος, το καλοκαίρι: μια γαλαζοπράσινη θάλασσα, ένας εκτυφλωτικός ήλιος… και 250 κιλά χρυσού, κλεμμένου από τον Rhino και την παρέα του! Έχουν βρει την τέλεια κρυψώνα: ένα εγκαταλελειμμένο χωριό, τελείως απομονωμένο, καταλυμένο από μια καλλιτέχνη σε αναζήτηση έμπνευσης. Όμως, κάποιοι απρόσκλητοι επισκέπτες και δύο αστυνομικοί θα ανακόψουν τα σχέδιά τους μετατρέποντας αυτό τον παραδεισένιο τόπο, άλλοτε σκηνικό οργίων και διασκέδασης χωρίς όρια, σε πραγματικό πεδίο μάχης…

Δημιούργημα του σκηνοθετικού και σεναριογραφικού ντουέτου Hélène Cattet και Bruno Forzani, που εδώ μεταφέρουν στη μεγάλη οθόνη το λογοτεχνικό «παιδί» της συνεργασίας των Jean-Patrick Manchette και Jean-Pierre Bastid. Όσοι γνωρίζουν τα ονόματα των δυο αυτών συγγραφέων δεν θα δυσκολευτούν να καταλάβουν τη φιλοσοφία που διακατέχει την ταινία: χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του γαλλικού αστυνομικού μυθιστορήματος με στοιχεία κοινωνικού και πολιτικού σχολιασμού να υποβόσκουν χαλαρά και διακριτικά και να κάνουν την εμφάνισή τους σε κομβικά σημεία της αφήγησης, οι Manchette και Bastid έχουν γράψει ιστορία στον χώρο του εν λόγω είδους.

Η κινηματογραφική μεταφορά του «Αφήστε τα πτώματα να μαυρίσουν στον ήλιο», η οποία έκανε πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες στα πλαίσια του 19ου Γαλλόφωνoυ Φεστιβάλ της Ελλάδας, διαλέγει έναν πολύ ενδιαφέρον τρόπο κινηματογράφησης. Οικειοποιείται μια εντελώς κομιξίστικη αισθητική, χρησιμοποιεί ως «όχημά» της πολύ γρήγορους, σπιντάτους ρυθμούς και εδραιώνει από το πρώτο λεπτό μια ταραντινική και σπλάτερ ατμόσφαιρα. Το αποτέλεσμα είναι να σε πιάσει από τα μούτρα από το πρώτο λεπτό και να σε κάνει να απολαμβάνεις τους ρυθμούς της και τα διαρκώς εναλλασσόμενα τεκταινόμενά της.

Έχει όμως ένα μικρό πρόβλημα: αδυνατεί να βρει το μομέντουμ κατά το οποίο πρέπει να πατήσει φρένο και να βάλει μια άνω τελεία στην ξέφρενη αφήγησή της. Διότι από ένα σημείο και μετά, η υπερένταση της ταινίας παύει να είναι απολαυστική και προκαλεί μια μίνι ζαλάδα, γεγονός που κάνει τελικά τον θεατή να μπερδεύεται ως προς την εξέλιξη της πλοκής αλλά και το ίδιο το σενάριο να αδυνατεί να εμβαθύνει στους αντιφατικούς και γοητευτικά σκληρούς πρωταγωνιστές του – στοιχεία που οι Manchette και Bastid παίζουν στα δάχτυλα.

Το αποτέλεσμα είναι σχετικά άνισο και εν τέλει, η αίσθηση που αποκομίζει ο θεατής βγαίνοντας από την αίθουσα απέχει πολύ από εκείνη που του δημιουργείται κατά το πρώτο μισό (και λίγο παραπάνω) της ταινίας. Από εκεί που θεωρεί ότι βλέπει μια ιστορική δημιουργία που έρχεται για να επαναπροσδιορίζει το είδος της, τελικά απλά μένει σχετικά ικανοποιημένος από την ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Όχι όμως και αποσβολωμένος όπως θα περίμενε. Ο πήχης ανεβαίνει πολύ ψηλά από την ίδια την ταινία. Αλλά τελικά, δεν καταφέρνει να τον περάσει και εν τέλει ο αρχικός εντυπωσιασμός δίνει τη θέση του σε εκείνο το «αχ» της χαμένης ευκαιρίας…