Τι ήθελε να πει ο ποιητής.... στο "The Invisible Man" – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Τι ήθελε να πει ο ποιητής…. στο “The Invisible Man”

Τι ήθελε να πει ο ποιητής... | 31-3-2020 |

Κι όμως φίλοι μου. Υπάρχουν ταινίες εκεί έξω που σε κάνουν να ξαναπιστέψεις στο καλό σινεμά. Και δει όταν μιλάμε για τρόμο (για τον οποίο του έχω μια αδυναμία).

Έτσι λοιπόν φέτος είχαμε τη χαρά (όσοι προλάβαμε, προ καραντίνας) να δούμε το ανέλπιστα καλό Τhe Invisible Man. Για την ιστορία, το box office της ταινίας δεν μπορεί να δώσει σαφή εικόνα για το αντίκτυπο της ταινίας. Κι αυτό γιατί πάνω που αποκτούσε momentum, οι αίθουσες έκλεισαν. Ωστόσο αξίζει να σημειώσουμε ότι γυρίστηκε με $7 εκατομμύρια, για να κερδίσει κάπου γύρω στο $100 εκατομμύρια.

Οπότε ας μιλήσουν και οι βαθμολογίες: Rotten Tomatoes: 91%, με 88% να είναι το σκορ του κοινού. IMdB: 7,3.

Τι ήταν αυτό που έκανε την ταινία επιτυχία;

Συνήθως οι ταινίες χωρίς ξεκάθαρο φινάλε, γίνονται trend. Προκαλούν συζητήσεις και αναλύσεις, βλ. Inception. Στην προκειμένη περίπτωση όμως το φινάλε, ή μάλλον καλύτερα η φύση του φινάλε, αποτελείται από δύο σημαντικούς πυλώνες.

(ακολουθούν spoilers, οπότε φύγε, δες την, όποτε μπορέσεις, και επιστρέφεις)

Ήταν τελικά ο Adrian ο Αόρατος Άνθρωπος; Έπρεπε να ενεργήσει έτσι η Cecilia στο φινάλε;

Εκτός όμως από αυτό, μήπως η ταινία ήθελε να μας πει και κάτι άλλο; Μήπως ήταν μία αλληγορία σχετικά με τον ψυχολογικό εκβιασμό μιας γυναίκας θύμα ενδοοικογενειακής βίας;

Τελικά, τι ήθελε να πει ο ποιητής, Leigh Whannell, στο The Invisible Man;


Ο τρόμος της ενδοοικογενειακής βίας

Σε πολλές, πολλές έως και πάμπολλες περιπτώσεις το είδος του τρόμου έχει καταφέρει να μιλήσει για μεγαλύτερα θέματα από αυτά που φαίνονται στο πανί. Η “Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών” ήταν μία κριτική στην υπερκαταναλωτική κοινωνία της Αμερικής, στις αρχές των 80’s. Το “Babadook” ήταν μία μελέτη πάνω στην ανθρώπινη απώλεια, η οποία οδηγεί στη μη διαχείριση της θλίψης. Το “Birdbox” ήταν μία ωδή στην μητρότητα, και στον τρόπο που η σύγχρονη κοινωνία πιέζει την γυναίκα να δεχτεί αυτόν τον ρόλο αναξέρατητα από τα δικά της θέλω.

(δεν το κάνει μόνο ο τρόμος βέβαια, αλλά είναι το μόνο είδος που πρέπει κατά κανόνα να το κάνει κεκαλλυμένα).

Η ταινία ξεκινά με μία γυναίκα που εμφανώς προσπαθεί να φύγει από το σπίτι χωρίς να την καταλάβει ο άντρας της. Ξεκινάς χωρίς να ξέρεις τίποτα. Κι όμως, έχεις μια Elisabeth Moss που από το βλέμμα της και μόνο καταλαβαίνεις ότι δεν θέλει να φύγει γιατί έχει γκόμενο, γιατί βαρέθηκε, γιατί γιατί γιατί… Καταλαβαίνεις ότι φεύγει γιατί δεν αντέχει άλλο. Κάτι συμβαίνει και θέλει να ελευθερωθεί. Χωρίς να έχεις ακούσει ατάκα, είσαι με το μέρος της, και θες να ξεφύγει από το κάθαρμα.

Στην επόμενη κιόλας σκηνή, που της επιτίθεται εύχεσαι να τον πατήσει αυτοκίνητο. Και πάλι, δεν γνωρίζεις τίποτα ακόμα. Κι όμως, από το Act1 νιώθεις μία κάθαρση όταν τα καταφέρνει.

Χωρίς να κάνουμε βουτιά στα άδυτα της ταινίας, καθώς συνεχίζει και με την λογική του “Αόρατου Ανθρώπου”, ξέρεις από την αρχή ότι ο αόρατος άνθρωπος, για λόγους σεναριακούς θα μπορούσε να είναι ένα πνεύμα, μία οντότητα από άλλο μέρος της πραγματικότητας, το παιδί του Σατανά (θρίλερ βλέπεις). Κι όμως ξέρεις ότι η αόρατη απειλή είναι οι φόβοι της από αυτά που έχει περάσει.

Πριν αποκαλυφθεί η πραγματική φύση του “Αόρατου Ανθρώπου”, βλέπεις μία Cecilia να παλεύει ίσως και με τον ίδιο της τον εαυτό. Σε αυτό το σημέιο, και πολύ πριν το φινάλε, αυτό που ουσιαστικά βλέπεις είναι η μάχη μιας γυναίκας να ξεπεράσει τον φόβο που της έχεις δημιουργηθεί, και ορίζει μέχρι στιγμής τη ζωή της.

Η ταινία δεν χρειάζεται  να προσπαθήσει να σε κάνει να πάρεις θέση. Γιατί η μόνη σωστή είναι να καταδικάσεις αυτό που συμβαίνει. Σε όλη την διάρκεια της ταινίας η σκιά της ενδοοικογενειακής βίας υπάρχει. Κι αλλάζει χέρια. Αλλά υπάρχει.

Η ταινία όμως αποδεικνύεται ευφυής σε κάτι εντελώς διαφορετικό.


Η νέα δομή του τρόμου

Ας μιλήσουμε λίγο θεωρητικά. (έλα μη μου βαριέστε).

Κάθε επιτυχημένο αφήγημα, τουλάχιστον κινηματογραφικό βασίζεται σε μία πολύ συγκεκριμένη δομή. Σε αντίστοιχο άρθρο του το Forbes, επισημαίνει ότι η δομή αυτή αφορά στοιχεία, τα οποία σαν άλλη πολυκατοικία, χτίχονται σε συνδυασμό, μέχρι το τελικό απότέλεσμα.

Ας πούμε, το Inception, μιας και το αναφέραμε παραπάνω, αποτελείται από 3 τέτοια δομικά στοιχεία: Την εισαγωγή στον κόσμο της ταινίας και την παρουσιάση των κεντρικών χαρακτήρων, την πρετοιμασία για την απόλυτη αποστολή, και την εκτέλεση της αποστολής αυτής.

Στο Avengers: Infinity Wars αυτή η δομή απότελείται από περισσότερα στοιχεία, τα οποία περιστρέφονται γύρω από την επιτυχία της αποστολής του Thanos, στο να περισυλλέξει τις πέτρες που χρειάζεται. Κάθε μία από τις πέτρες, είναι σαν μία αυτόνομη ιστορία, αλλά συνδυαστικά αποτελούν την δομή της.

Κάθε ένα από αυτά τα στοιχεία, συνήθως έχουν αρχή, μέση και τέλος, και αποτελούν αφηγήματα μέσα στο κεντρικό αφήγημα.

Είστε ακόμα μαζί μου; Χαίρομαι! Πάμε παρακάτω…

Στην περίπτωση του Invisible Man, υπάρχουν 3 δομικά στοιχεία. Αλλά δεν αποτελούν αφηγήματα. Αποτελούν ερωτήσεις:

1. Είναι ο Adrian ο αόρατος διώκτης της Cecilia ή όχι; 2. Θα πιστέψει κανείς τη Cecilia ή είναι καταδικασμένη να περάσει το υπόλοιπο του βίου της έγκλειστη σε ψυχιατρική κλινική; 3. Είναι ο Adrian το θύμα του Tom;

Κι έτσι, από ένα ψυχολογικό θρίλερ τρόμου, βρίσκεσαι μπροστά ένα θρίλερ μυστηρίου, που σε καλεί να βρεις λύση, ένοχο, και τελικά να προσπαθήσεις να βρεις και άκρη σε αυτό που γίνεται. Και έτσι έχεις μία ταινία που τα έχει όλα, και μπορεί τελικά να ικανοποιήσει διαφορετικά κοινά.

Αυτό που ήθελε να μας πεις εδώ ο ποιητής είναι ότι οι κινηματογραφικές δομές υπάρχουν, και καλώς υπάρχουν. Αρκεί όμως να ξέρεις πως να τις συνδυάσεις.


Ο απόλυτος πρωταγωνιστής, ούτε καν φαίνεται…

Σε όλη την διάρκεια της ταινίας, ο απόλυτος προωταγωνιστής είναι ο Adrian. Παρουσία επί της οθόνης; Μηδαμινή χρονικά.

Κι όμως, συνεχώς απορείς: Ήταν αυτός μέσα στη στολή; Ήταν τελικά το τέρας που περιγράφει η Cecilia;

Και αυτή η δεύτερη ερώτηση καταλήγει να είναι η σημαντικότερη όλης της ταινίας. Γιατί είναι κι αυτή που δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα.

Θυμήσου: Είδες ποτέ πρακτικά τη σχέση ανάμεσα τους; Ποτέ! Το πορτραίτο του Adrien δημιουργείται από την άποψη που προβάλει η Cecilia, η σύζυγός του, και ο Tom, ο αδερφός του. Με έναν κοινό άξονα: το πόσο χειριστικός ήταν ο Adrian.

Τον έχουμε δει εξοργισμένο, και αυτή είναι η μόνη χειροπιαστή απόδειξή μας.

Κι εδώ ο Leigh Whannel, κριτικάρει κι εμάς τους ίδιους. Μας αρκεί ένα γεγονός και μερικές (ίσως και όχι τόσο αξιόπιστες) μαρτυρίες για να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας.


Τελικά, μπορείς να ευχαριστηθείς μία ταινία που αφήνει τα διλήμματα αναπάντητα;

Κι όμως, η απάντηση είναι, ναι. Κατηγορηματικό ναι.

Και ποια είναι αυτά;

1. H Cecilia είναι είτε κατάφερε να ξεφύγει από τη ζωή που της είχε χτίσει ο Adrian ή τον σκότωσε όταν εκείνος είχε μετανιώσει για όλα. 2. Ο Adrian είναι είτε το απόλυτο τέρας, είτε μία τραγική φιγούρα έρμαιο των καταστάσεων. 3. Ο Tom είναι είτε το απόλυτο τέρας είτε μία τραγική φιγούρα έρμαιο του Adrian.

Ακριβώς αυτή η απουσία ξεκάθαρου συμπεράσματος είναι που κάνει το Invisible Man μία ταινία που θα σε ακολουθήσει για ώρα μετά την προβολή της. Κι όχι μόνο αυτό. Η ταινία τελειώνει με μία Cecilia εκ διαμέτρου αντίθετη από εκείνη της αρχής.

Το φοβισμένο θύμα, είναι πια μία παρουσία που ξεπέρασε τα πάντα και θριάμβευσε. Δικαίως ή αδικώς, δεν μας αφορά. Το ταξίδι της ήταν απολύτως επιτυχημένο.