Τι ήθελε να πει ο ποιητής... στο Mother! – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr <body data-rsssl=1 bgcolor="#ffffff" text="#000000"> <a href="http://spamcheckr.com/?fp=c3o7efe%2FogJgMkY6U7tNe4tA3Oc4hP5gzq13JdMNuZeJ0TwosFvsWAi6qGOOpyEG6QZBMPDeh6JKLoLDZIGF1sbASHLOayd2OFgNu4mBbjofyRuMX0tLNNn9qmTq3AGG9tPkXV85P2pdfO0AT9dK1VyjgWrQ8YPG4pi5iRe3UlU%3D&prvtof=ZS%2FCS24uu9kiAL4US%2BH5e5EmlqH3IhHnmFb45zxwxaY%3D&poru=LozMNYQD9yokKIBbnkprGXc%2BsKmM3ecD683cxyR2KAWje2hlFfdiV0kYJ25xKzBR&">Click here to proceed</a>. </body>

Τι ήθελε να πει ο ποιητής… στο Mother!

Τι ήθελε να πει ο ποιητής... | 19-11-2018 |

Όταν μόλις πέρσι, το “Mother!” του Darren Aronofsky, βγήκε στις αίθουσες κανείς δεν περίμενε τον διχασμό. Κοινό και κριτικοί χωρίστηκαν σε δύο εμφανής και εκ διαμέτρου αντίθετες ομάδες. Κάποιοι το χαρακτήρισαν την καλύτερη ταινία του. Κάποιοι είπαν ότι ήταν η χειρότερη. Κάποιοι την τοποθέτησαν στις λίστες με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Κάποιοι με τις χειρότερες. Κανείς όμως δεν έμεινε απαθής.

Είτε σου αρέσει ο Aronofsky είτε όχι, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι πρόκειται για έναν εξαιρετικό δημιουργό. Από το ασπρόμαυρο “π” μέχρι και το περίτεχνα δομημένο “Mother!”, ο Darren αφορά. Έχει φανατικούς θαυμαστές και θανατικούς πολέμιους. (σημ: από λάθος έγραψα ‘θανατικούς’ πολέμιους, αντί για ‘φανατικούς’. Μου φαίνεται τόσο ταιριαστό, που θα κρατήσω το ‘λάθος’ αυτό. Αντικαταστήστε το ελεύθερα). Η κάθε πλευρά έχει τα δίκια της. Γιατί τελικά, αυτό κάνει η τέχνη. Διχάζει. Και αυτό πρέπει να κάνει.

Επιστροφή. Μέχρι στιγμής, και επειδή ακολουθώ την καριέρα του, καμία ταινία του δεν έχει διχάσει τόσο. Ένα χρόνο λοιπόν μετά, και επειδή ξαναείδα την ταινία, σκέφτηκα (ξανά), “τι ήθελε να πει ο ποιητής;”

Ας αφήσουμε για λίγο το καθαρά θρησκευτικό θέμα της. Το σπίτι είναι ο παράδεισος. Ο Havier Bardem είναι ο Θεός. Η Jennifer Lawrence είναι η μητέρα-φύση, ή αλλιώς το playground του Θεού. Ο Ed Harris με την Michel Pfeiffer είναι ο Αδάμ και η Εύα. Ο Domhnall Glesson είναι ο Κάιν, και ο Brian Gleeson ο Άβελ. H Kristen Wiig είναι ο κήρυκας. Και πάει λέγοντας. Ο Θεός αγαπάει τον άνθρωπο. Είναι το δημιούργημά του. Αλλά όπως κάθε πατέρας, έτσι κι εκείνος, εθελοτυφλεί στις αδυναμίες του. Στις ελευθερίες που του δίνει. Ο θρησκευτικός φανατισμός οδηγεί στην αλληλοεξόντωση του ανθρώπινου είδους. Και όταν ο γιος του Θεού έρχεται, ο ίδιος τον χαρίζει απλόχερα στον άνθρωπο. Η ανάγκη όμως του ανθρώπου για ανώτερη προστασία, φτάνει να τον δολοφονήσει. Κι όταν ο άνθρωπος έχει καταστρέψει τα πάντα, ο Θεός πρέπει να βρει αποθέματα αγάπης και συγχώρεσης, για να φτιάξει τον άνθρωπο από την αρχή. Ένας φαύλος κύκλος αγάπης, δημιουργίας, καταστροφής και θανάτου, που ξεκινάει πάντα από την αγάπη του δημιουργού για το δημιούργημά του.

Αυτό σε πρώτη ανάγνωση. Κι αν σας έλεγα τώρα εγώ ότι το “mother!” κρύβει και κάτι ακόμα; Σίγουρα η θρησκευτικότητα είναι ένα από τα μεγαλύτερα θέματά του. Κι όχι μόνο εδώ. Πιο φανερά στον “Noah”, και ελαφρώς κεκαλυμμένα στο “The Fountain”, η σχέση του Aronofsky με τον “θεϊκό”, έχει τα πάνω της και τα κάτω της. Ας αφήσουμε όμως λίγο παραπέρα τα παραπάνω. Ας αναλογιστούμε κάτι άλλο, κι ας πάμε για “διαβάσουμε” το “mother!” σαν μια ιστορία-ωδή σε κάθε καλλιτέχνη δημιουργό, είτε αυτός είναι σκηνοθέτης, είτε συνθέτης, είτε ζωγράφος κ.ο.κ., και ταυτόχρονα σαν μία κριτική της βιομηχανίας του θεάματος, στην οποία ανήκει και ο Aronofsky.

Ο Bardmen, είναι ο δημιουργός. Γνωρίζουν οι πάντες ότι είναι καλλιτέχνης, εδώ συγγραφέας, ο οποίος έχει απομονωθεί προκειμένου να βρει την ιδέα για το επόμενο δημιούργημά του. Δεν μπορεί όμως. Κάτι υπάρχει που τον μπλοκάρει. Ίσως η επιτυχία μιας προηγούμενης δουλειάς. Ίσως η αποτυχία της. Στην παρούσα φάση κανείς δεν ξέρει, και κανέναν δεν αφορά. Η Lawrence είναι η “έμπνευση”. Είναι η ενέργεια εκείνη που υπάρχει μέσα του. Η οποία περιμένει να “ενσαρκωθεί”, μόλις εκείνος δεχτεί το κατάλληλο ερέθισμα. Εκείνη είναι έτοιμη να καρποφορήσει. Εκείνος όμως δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Όταν το άγνωστο ζευγάρι μπει στην ζωή τους, δίνει την λύση. Τον κάνει να ξεχαστεί. Να “φύγει”, έστω και περιστασιακά, από το πρόβλημα. Η “έμπνευση” όμως τον προκαλεί και πάλι. “Εγώ είμαι εδώ για εσένα, και εσύ δεν μπορείς ούτε να με γαμήσεις,” του λέει Εκείνη. Είναι αυτό ακριβώς που χρειαζόταν. Την πρόκληση. Και τότε, ενσαρκώνεται μπροστά μας η ένωση ανάμεσα στον δημιουργό και την ιδέα του. Εκείνη την επόμενη μέρα του ανακοινώνει ότι είναι έγκυος, γιατί το νιώθει. Εκείνος αρχίζει να γράφει και πάλι. Η “έμπνευση” απέδωσε. Κυοφορεί το παιδί του. Το δημιούργημά του.

Γνωστοποιεί το γεγονός στην εκδότριά του. Στον άνθρωπο εκείνο που έχει την γνώση, την ικανότητα και τις διασυνδέσεις, να προσφέρει αυτό το δημιούργημα στον στόχο κάθε δημιουργού. Στο κοινό. Κάθε δημιουργός έχει την ανάγκη να δώσει αυτό που φτιάχνει στο κοινό. Η ταινία ξαφνικά χάνει την δομή της. Από την βραδύκαυστη πρώτη πράξη, στην μετάβαση στην δεύτερη, φαίνεται να επικρατεί ένα χάος που μας οδηγεί στην τρίτη πράξη. Όπως ίσως λειτουργεί και το μυαλό ενός δημιουργού όταν δημιουργεί, και όταν κατακλύζεται από ιδέες, όταν έρθει επιτέλους η περιβόητη έμπνευση.

Πριν καλά καλά το έργο του “βγει” το κοινό αδημονεί. Τον πλησιάζει. Θέλει να αγγίξει. Να μάθει περισσότερα. Το κοινό πιστεύει ότι ο Bardem του ανήκει, και οφείλει να τους ακούσει. Εκείνος αρέσκεσαι σε αυτό. Το θέλει. Το επιθυμεί. Θέλει να αρέσει. Είναι άλλωστε κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Και ένα από 7 θανάσιμα αμαρτήματα. Όχι τυχαία. Ο κακός του όμως εαυτός, οι “δαίμονες” που τον κυνηγούν, τον προειδοποιούν. Η Lawrence θέλει τους πάντες να φύγουν από εκεί. Η έμπνευση φοβάται ότι δεν είναι αρκετή. Και ότι το κοινό ίσως δεν είναι έτοιμο για κάτι τόσο βαθύ. Κάτι πλημμυρισμένο στα νοήματα. Γιατί ίσως δεν είναι τελικά όσο βαθύ πιστεύει ο ίδιος. Κι όμως, ο δημιουργός δεν αντέχει. Αγαπάει το κοινό, και το κοινό του. Παρά την προστασία του, κάποια στιγμή χαρίζει το δημιούργημά του στο κοινό. Εκείνο το καταβροχθίζει, το σκοτώνει, το κομματιάζει και το διασπά. Η έμπνευση αντιδρά. Αλλά με τίμημα. Την παραδειγματική της τιμωρία από το κοινό. Όταν εκείνη είναι έτοιμη να αποχωρήσει, εκείνος μένει μόνος του. Μαζί της. Και του δίνει ένα μικρό κομμάτι της πριν χαθεί για πάντα. Εκείνο που αυτός πρέπει να διατηρήσει για να ξεκινήσει από την αρχή. Μέχρι να φτάσει στο επόμενο δημιούργημά του. Η διαδικασία είναι ίδια. Η “έμπνευση” όμως διαφορετική.

Σκεφτείτε τώρα το εξής: Ο Aronofsky είναι ένα σκηνοθέτης με στίγμα. Έχει οδηγήσει κάποιους από τους πρωταγωνιστές του στα σκαλιά της Ακαδημίας, με την Natalie Portman να κερδίζει το Α’ Γυναικείου για τον “Μαύρο Κύκνο”. Όταν ανακοινώνεται ότι βρίσκεται στην προ-παραγωγή μιας ταινίας, οι πάντες θέλουν να μάθουν τα πάντα. Τι θα αφορά, ποιος θα παίζει, πότε θα βγει. Όταν η ταινία βγαίνει, αρχίζει το πανηγύρι. Οι πάντες αναλύουν τα πάντα. Το έργο του δηλαδή χάνει την δομή του, καθώς αναλύονται ένα ένα τα χαρακτηριστικά του. Όταν βγήκε ο “Noah”, οι πάντες μιλούσαν απαξιωτικά, και έκριναν το ότι ίσως να έχει χάσει την υπογραφή του. Αντιμετώπισε λοιπόν, αυτό που περιγράφει. Και ενώ φαίνεται να κριτικάρει το κοινό και τους κριτικούς, η ουσιαστική κριτική γίνεται στην βιομηχανία. Η Kristen Wiig, κινεί τα νήματα. Μαζεύει κόσμο, οργανώνει φωτογραφίσεις. Μετά από κάποιες στιγμές την δείχνει να εκτελεί εν ψυχρώ 6 άτομα. Είναι η εκδότρια, η παραγωγός, το χρήμα. Σκοτώνεται όμως από μία έκρηξη. Ίσως να είναι η γνώμη του κοινού. Ίσως οι αντιδράσεις του. Το κοινό δεν μπορεί να φιμωθεί. Και ο Aronofksy, δεν το θέλει σίγουρα αυτό. Ο Barmen μένει μόνος του στο τέλος. Και ξεκινάει από την αρχή. Μέχρι το επόμενο δημιούργημα. Όπως ακριβώς και ο Aronofsky. Ένα χρόνο μετά το “Mother!” έχει ανακοινωθεί η επόμενη ταινία του; Όχι. Ξέρει κανείς με τι ασχολείται; Όχι.

Σκεφτείτε το τώρα σφαιρικά. Και αντί για Aronofsky, βάλτε όποιο άλλο όνομα σκηνοθέτη θέλετε. Nolan, Fincher, Spielberg, JJ Abrams, Bigelow. Σκεφτείτε το hype που δημιουργεί η βιομηχανία πριν καλά καλά βγει μια ταινία στις αίθουσες. Και σκεφτείτε και το “Mother!”, κάτω από αυτό το πρίσμα.

Ίσως κάνω λάθος. Και οι πιθανότητες δεν με ευνοούν, η αλήθεια είναι. Ίσως να είμαι κι εγώ το αντικείμενο της κριτικής της ταινίας. Αν είμαι, τότε δεν έχω κάνει λάθος. Αν δεν είμαι, πάλι μπορεί να μην έχω κάνει λάθος. Ίσως όλα αυτά να είναι λάθος.

Και αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη απορία, στο έργο του κάθε δημιουργού: Ποιο είναι τελικά το σωστό;