«Το Βουνό»: Η πιο ιδιαίτερη ταινία που είδαμε στις Νύχτες Πρεμιέρας – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

«Το Βουνό»: Η πιο ιδιαίτερη ταινία που είδαμε στις Νύχτες Πρεμιέρας

Νύχτες Πρεμιέρας | 27-9-2018 |

Ένας εσωστρεφής νεαρός γνωρίζει και ακολουθεί έναν μυστηριώδη ψυχίατρο με ανορθόδοξες μεθόδους, ο οποίος διασχίζει τα άσυλα της χώρας κάνοντας λοβοτομές. Καθώς ο ψυχίατρος γίνεται σταδιακά μέντορας του αγοριού, ξεκινά ένα παράδοξο road trip σε μια αναπάντεχη Αμερική του ‘50, με πρωταγωνιστές τους Τζεφ Γκόλντμπλαμ, Τάι Σέρινταν και Ντενί Λαβάν, υποβλητική σκηνοθεσία, ένα αναχρονιστικό μουσικό score από τον Oneohtrix Point Never και ένα σινεμά- πρόκληση, τοποθετημένο μεταξύ Λάνθιμου και Ρόι Άντερσον.

Υπάρχουν τέσσερις βασικοί χαρακτηρισμοί για να αξιολογήσει κανείς μια ταινία: καλή, κακή, μέτρια, ιδιαίτερη. Όσον αφορά τους τρεις πρώτους χαρακτηρισμούς, η επιχειρηματολογία που τους συνοδεύει είναι εξ’ αντικειμένου υποκειμενική. Όσον αφορά την τελευταία κατηγορία ωστόσο, η οποία διαπερνά κάθετα τις τρεις έτερες, τα πράγματα συνήθως είναι αντικειμενικά: μια ιδιαίτερη ταινία καθορίζεται ως τέτοια ανεξάρτητα από τα διαφορετικά γούστα του εκάστοτε κοινού.

Το «Βουνό» του Ρικ Άλβερσον, ενός από τους πιο ιδιαίτερους σκηνοθέτες που μπορεί να συναντήσει κανείς στο αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά, είναι μια τέτοια ταινία. Το επιβεβαιώνει άλλωστε και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε στους σινεφίλ κύκλους της Αθήνας τις μέρες που ακολούθησαν μετά την προβολή της στις Νύχτες Πρεμιέρας: ελάχιστοι μπορούσαν να πουν με βεβαιότητα αν αυτή μια καλή ή μια κακή ταινία. Κυρίως διότι από το πρώτο μέχρι το τελευταίο της λεπτό υπερβαίνει αυτό το δίπολο: είναι μια ταινία ιδιαίτερη.

Με δυο ασύλληπτα ταλαντούχους ηθοποιούς -και αν τον Γκόλντμπλουμ τον ξέρουμε και τον αγαπάμε είναι και ο Σέρινταν που χώνεται όλο και περισσότερο στην καρδιά μας- που παρά το γεγονός ότι τους χωρίζουν μπόλικες γενιές «δένουν» για πλάκα επί οθόνης, να καθορίζουν το μεγαλύτερο κομμάτι της πλοκής, το «Βουνό» είναι μια ταινία που χρησιμοποιεί ως καμβά την θλιβερή και μουντή πλευρά των ψυχιατρικών ιδρυμάτων (δυσκολεύεται κανείς να θυμηθεί τόσο ψυχρή και ωμή αποτύπωση αυτής της πραγματικότητας) για να σχολιάσει στην πραγματικότητα κάτι άλλο: την φροϊδική εκδοχή περί σεξουαλικότητας, που ο Άλβερσον φαίνεται να έχει οικειοποιηθεί για τα καλά. Το ιδιαίτερο είναι πως το κάνει με τόσο διακριτικό τρόπο, χωρίς ιδιαίτερες επεξηγήσεις και διαλόγους, που ο θεατής καλείται να ερμηνεύει διαρκώς τις ψυχοσυνθέσεις των ηρώων.

Σε μια άλλη ταινία, το σενάριο θα χαρακτηριζόταν τεμπέλικο ως προς το χτίσιμο χαρακτήρων με δεδομένο πως παρά το γεγονός ότι το αρχικό υλικό τους είναι απίστευτα ενδιαφέρον, ποτέ δεν υπάρχει μια αληθινή εξέλιξη τους. Σε αυτή την ταινία ωστόσο πρόκειται για συνειδητή μεθοδολογία του δημιουργού της: σαν άλλοι ψυχιατρικοί παρατηρητές, οι θεατές μπορεί να περιμένουν υπομονετικά το ξεδίπλωμα των χαρακτήρων αλλά εκείνοι, όσο περνάει η ώρα, κάνουν κατανοητό, σαν άλλοι ασθενείς με τη σειρά τους, πως δεν χρωστάνε κανένα «άνοιγμα» στους παρατηρητές τους. Απλά βιώνουν την καθημερινότητα τους, συνεχίζουν τα προσωπικά τους ταξίδια (κυριολεκτικά και μεταφορικά) και… αυτό είναι όλο.

Είναι δεδομένο πως το «Βουνό» θα ξενίσει μπόλικο κόσμο με την ατμόσφαιρά του, την βαριά και αργόσυρτη αφήγησή του και τον χαμηλόφωνο τρόπο που λέει τα όσα έχει (και κατά στιγμές δεν έχει…) να πει. Είναι δεδομένο πως οι περισσότεροι θα νιώσουν πως αυτό που βλέπουν είναι κάτι ανούσιο. Αλλά είναι επίσης δεδομένο πως το «Βουνό» θα κατασκηνώσει στα κεφάλια όλων και αργά ή γρήγορα, προετοιμασμένοι πλέον με το πείραμα του Άλβερσον, θα θελήσουν να δουν εκ νέου αυτή την ταινία προκειμένου να την ξαναπροσέξουν χωρίς τον αιφνιδιασμό της πρώτης φοράς. Έτσι, συμβαίνει άλλωστε με κάθε ιδιαίτερη ταινία…

Διαβάστε περισσότερα για: