Purge Trilogy: Η ανάλυση μιας horror αλληγορίας για τον φασισμό (Pics & Vids) – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Purge Trilogy: Η ανάλυση μιας horror αλληγορίας για τον φασισμό (Pics & Vids)

Αφιερώματα | 25-7-2018 |

Τα horror franchise είναι μια από τις πιο «κλασικές» τάσεις του Hollywood: από την δεκαετία του ’80, όταν το «Halloween», το «Παρασκευή και 13» και ο «Εφιάλτης στον Δρόμο με τις Λεύκες» άρχισαν να αποκτούν τη μια αχρείαστη συνέχεια μετά την άλλη, οι horror ταινίες με τα άπειρα σίκουελ μετουσιώθηκαν σε μια ένοχη απόλαυση για το κινηματογραφικό κοινό. Τι είναι μια horror δημιουργία αν δεν επικυρώνει απενοχοποιημένα τη b-movie διάστασή της με τουλάχιστον 3-4 ακόμα συνέχειές της; Χωρίς αυτά τα αχρείαστα σίκουελ όπου γίνονται πάνω-κάτω τα ίδια πράγματα αλλά σε παραλλαγές, η μισή μαγεία αυτού του guilty pleasure είδους πάει περίπατο.

Εκ πρώτης όψεως, κάτι τέτοιο μοιάζει να ισχύει και με το «Purge», τη δευτεροκλασάτη εκείνη horror ταινία χαμηλού προϋπολογισμού που έκανε πρεμιέρα το 2013 και σε λίγες μέρες, όταν θα κυκλοφορήσει στο σινεμά το «The First Purge» θα αποτελεί πλέον μια σειρά τεσσάρων ταινιών. Ένα ακόμα horror franchise χωρίς νόημα ύπαρξης λοιπόν; Όχι ακριβώς.

Τα Purge μπορεί να τιμούν ορισμένους χρυσούς κανόνες του είδους, όπως το μπόλικο αίμα, τις απροκάλυπτα υποτιμημένες ερμηνείες και τους αδούλευτους διαλόγους, τα συνεχόμενα σίκουελ και άλλα τέτοια στοιχεία που τελικά, τα κάνουν γοητευτικές ως δημιουργίες, αλλά κάτω από την επιφάνεια πρόκειται για μια σειρά ταινιών που έχει πολλά πράγματα να πει. Ναι, τα λέει μέσω μιας b-movie αισθητικής αλλά ακριβώς αυτό ίσως να κάνει τον πολιτικό της σχολιασμό ιδιαιτέρως λαϊκό και ως εκ τούτου αρκετά ουσιαστικό.

Το βασικό concept του Purge έχει ως εξής: στις μελλοντικές ΗΠΑ, «ένα έθνος επανιδρυμένο» όπως λένε οι «Νέοι Εθνοπατέρες» δηλαδή το κόμμα που έχει προκύψει ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικάνων, υπάρχει μια ετήσια παράδοση, η λεγόμενη «Νύχτα της Κάθαρσης» (σ.σ. Purge σημαίνει κάθαρση). Εκείνη τη μια και μοναδική βραδιά κάθε χρόνου, για ένα ολόκληρο 12ωρο, από τη στιγμή που θα νυχτώσει μέχρι τη στιγμή που θα ξημερώσει, όλα οι παράνομες πράξεις, συμπεριλαμβανομένου του φόνου, είναι νόμιμες.

Οι άνθρωποι βγαίνουν από τα σπίτια τους, προμηθεύονται με όπλα και σκοτώνονται μεταξύ τους χωρίς έλεος ξεδίνοντας έτσι για τις δυσκολίες της καθημερινότητάς τους. Άλλοι επιλέγουν να μείνουν κλεισμένοι σπίτι μέχρι να περάσει αυτό το 12ωρο και να είναι πάλι ασφαλείς. Στο δυστοπικό περιβάλλον του Purge, η καθιέρωση αυτής της άρρωστης γιορτής αντιμετωπίζεται από την κοινή γνώμη ως το μέτρο που έχει σώσει τις ΗΠΑ από την οικονομική κατάρρευση και άρα ως ένα έθιμο που πρέπει να διαιωνιστεί. Άλλωστε, η εγκληματικότητα έχει φτάσει σε ιστορικά χαμηλά καθώς πλην της συγκεκριμένης μέρας ελάχιστα εγκλήματα γίνονται: δεν υπάρχει λόγος να σκοτώσει κανείς τον υπόλοιπο χρόνο εφόσον ο καθένας μπορεί να περιμένει τη μια και μοναδική μέρα του τα πάντα είναι νόμιμα!

Αυτή η πρωτότυπη ιδέα που εκτελείται με εργαλεία τους βασικούς κανόνες του horror (αλλά και του action) σινεμά, αποτελεί τελικά ένα ψηφιδωτό που από τη μια ταινία στην άλλη καταλήγει να αποτελεί μια εκλαϊκευμένη και υπεραπλουστευμένη αλλά σε κάθε περίπτωση πολύ ενδιαφέρουσα αλληγορία για τον φασισμό. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί: το καθεστώς που περιγράφει το Purge είναι μια εναλλακτική, μάλλον εκσυγχρονισμένη προσέγγιση για το πως μπορεί να εφαρμοστεί ο φασισμός φορώντας όμως «νέα ρούχα» για να μην μοιάζει με την παραδοσιακή εκδοχή του.

Ενόψει της κυκλοφορίας του «The First Purge», της τέταρτης δηλαδή ταινίας της σειράς, το Cinefreaks επιχειρεί να κάνει μια μίνι ανάλυση στην αρχική τριλογία κομμάτι-κομμάτι:

The Purge (2013)

Η αρχική και πιο καθαρόαιμη horror ταινία από τις υπόλοιπες –καθώς στη συνέχεια το action στοιχείο γίνεται πολύ πιο έντονο- μας εισάγει στην πραγματικότητα μιας νεόπλουτης οικογένειας, που ζει στα πολυτελή προάστια της πόλης. Η αποτύπωση της πλουσιοπάροχης γειτονιάς γίνεται μέσα από μια ασύλληπτα ειρωνική ματιά: πλησιάζει η «Νύχτα της Κάθαρσης», οι γείτονες συζητάνε μεταξύ τους για το πως θα την περάσουν και άπαντες λένε πως θα κλειστούν σπίτι τους, θα μαγειρέψουν, θα φάνε και θα παρακολουθήσουν σε live μετάδοση από τις εικόνες των ειδήσεων το αιματοκύλισμα που θα λαμβάνει χώρα στους δρόμους της χώρας. Δεν παραλείπουν δε, με κάθε ευκαιρία να μιλάνε με θετικά λόγια για τη «Νύχτα της Κάθαρσης».

«Είμαστε προφανώς υπέρ αυτής της μέρας, άλλωστε είμαστε καλοί πατριώτες», τονίζει κάποια στιγμή ο πατέρας της πρωταγωνιστικής οικογένειας, λίγη ώρα πριν ενεργοποιήσει το ασύλληπτα εξελιγμένο σύστημα ασφαλείας της βίλας του προκειμένου να περάσει οικογενειακά το βράδυ αυτό. Όλα περιπλέκονται όμως όταν ένας άστεγος άντρας, μαύρος στο χρώμα (γεγονός που έχει τη σημειολογία του αν αναλογιστεί κανείς ότι βλέπουμε μόνο λευκούς στην εν λόγω γειτονιά), τρέχει πανικοβλημένος έξω από το σπίτι και ζητάει καταφύγιο. Κόντρα στις προτροπές του πατέρα, ο νεαρός γιος της οικογένειας θα ανοίξει την πόρτα και θα βάλει στο σπίτι τον άστεγο.

Σύντομα, έξω από την πόρτα τους σκάει και μια ομάδα εξίσου πλούσιων νεαρών που έχει βγει στο δρόμο για να συμμετάσχει στη «Νύχτα της Κάθαρσης». Δίνουν τελεσίγραφο στην οικογένεια πως είτε θα τους παραδώσουν το «γουρούνι που κρύβουν» είτε θα μπουν στο σπίτι και θα ξεσπάσουν πάνω τους. «Είστε δικοί μας και δεν θέλουμε να σκοτώσουμε εσάς αλλά είναι συνταγματικό δικαίωμά μας να σκοτώσουμε σήμερα και δεν θέλουμε να το αρνηθούμε», τονίζει η ομάδα που απειλεί την ασφάλεια της πρωταγωνιστικής οικογένειας, τη στιγμή που στο εσωτερικό της τελευταίας υπάρχει επίσης διχογνωμία: οι «καλοί πατριώτες» γονείς θέλουν να παραδώσουν τον μαύρο άστεγο άντρα στους πολιορκητές του σπιτιού τους για να συνεχιστεί ήρεμα η βραδιά ενώ τα δυο «ανώριμα και ανιστόρητα» παιδιά, που δεν μπορούν να κατανοήσουν τη σημασία αυτής της βραδιάς αφού «δεν ξέρουν πως ήταν η χώρα πριν», αρνούνται.

Και κάπως έτσι, το «Purge» δίνει το στίγμα του: ναι, είναι ένα δευτεροκλασσάτο b-movie με τα jump scares του και τις σοκαριστικές, αιματηρές σκηνές του αλλά κάτω από την επιφάνεια είναι κάτι άλλο. Μια παραβολή για την ταξική ανισότητα σε μια κοινωνία όπου οι πλούσιοι που ζουν σε ασφαλείς βίλες έχουν κάθε περιθώριο να υπερασπίζονται αυτή τη μέρα γιατί στην πραγματικότητα δεν αισθάνονται κανένα φόβο. Ίσα-ίσα: θα βγουν, θα κυνηγήσουν και θα εξολοθρεύσουν τους κατώτερους έστω και για ένα βράδυ αφού «είναι δικαίωμά τους». Αλλά δεν τους κάτσει καλά το σχέδιο, θα στραφούν και ο ένας απέναντι στον άλλο, δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Δεν είναι υπερβολή: το πρώτο Purge είναι γροθιά στην ταξική διάσταση του ρατσισμού.

The Purge: Anarchy (2014)

Το πρώτο Purge ήταν πολιτικοποιημένο και γεμάτο συμβολισμούς, ωστόσο σε αυτό το σίκουελ τα πράγματα αναβαθμίζονται αισθητά. Από το περιβάλλον των κυριλέ προαστίων μεταφερόμαστε στο κέντρο της πόλης. Από τις ευρύχωρες γειτονιές και τα μεγάλα σπίτια του πρώτου Purge, εδώ βλέπουμε τη ζωή μέσα από τον υπερπληθυσμό των φτωχών γειτονιών και των μικρών διαμερισμάτων.

Αν στο πρώτο Purge, ο τρόμος των πρωταγωνιστών είναι κάτι που προκύπτει σταδιακά, εδώ οι (καινούριοι) πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες βιώνουν το φόβο από νωρίς αφού τα διαμερίσματά τους δεν έχουν την τέλεια ασφάλεια και ανά πάσα στιγμή ο οποιοσδήποτε μπορεί να μπουκάρει μέσα ενώ η αιματοβαμμένη «Νύχτα της κάθαρσης» διεξάγεται στους δρόμους κάτω από τα σπίτια τους.

Η υπόθεση επικεντρώνεται σε μια ομάδα ατόμων που έπειτα από μια αλληλουχία γεγονότων βρίσκεται στο κέντρο της πόλης ενώ λαμβάνει χώρα η σφαγή και οι πρωταγωνιστές, μέσα σε ένα κλίμα παράνοιας, πρέπει να επιβιώσουν μέχρι το πρωί, όταν και το φονικό αυτό 12ωρο θα έχει τελειώσει. Στο «Purge: Anarchy» βλέπουμε για τα καλά το κλίμα χάους που επικρατεί στην πόλη εκείνο το βράδυ: συμμορίες συγκρούονται μεταξύ τους, ληστές μπουκάρουν με ασύλληπτη σκληρότητα σε σπίτια με δολοφονικές διαθέσεις και γενικά, μέσα σε ένα κλίμα υπέρμετρου κοινωνικού κανιβαλισμού μια παρέα επιχειρεί να τη βγάλει καθαρή.

Στην υπόθεση εισάγονται και δυο ακόμα στοιχεία που ενδυναμώνουν το απροκάλυπτα πολιτικό περιεχόμενο της ταινίας. Το πρώτο έχει να κάνει με τη συνήθεια πολλών υπερήλικων φτωχών ανθρώπων να «πουλάνε» το σώμα τους σε μια πλούσια παρέα που θέλει να περάσει το βράδυ της δολοφονώντας. Έτσι, έναντι μιας υψηλής αμοιβής η οποία θα καταλήξει στην οικογένεια του θύματος, παρέες της αστικής τάξης «αγοράζουν» έναν άνθρωπο για να διασκεδάσουν σφαγιάζοντάς τον: πρόκειται για μια από τις πιο «σοκαριστικές» σεκάνς της ταινίας.

Το δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με το γεγονός ότι για πρώτη φορά βλέπουμε και την ύπαρξη μιας ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης στο έθιμο της «Νύχτας της Κάθαρσης». Ανάμεσα στους ανθρώπους που περιπλανιούνται στους δρόμους της πόλης είτε πανικόβλητοι είτε με διάθεση να σκοτώσουν ό,τι κινείται, υπάρχει και μια ομάδα που προπαγανδίζει την αντίθεσή της στην βραδιά. Φωνάζει ότι το έθιμο αυτό αυτή έχει θεσπιστεί για να σκοτώνονται οι φτωχοί, να μειώνονται τα έξοδα των κρατικών δαπανών όσον αφορά την ασφάλεια και τις συντάξεις τους και να αναδιανέμεται ακόμα πιο άνισα ο κοινωνικός πλούτος. Η εν λόγω ομάδα φωνάζει πως η «Νύχτα της Κάθαρσης» πρέπει να καταργηθεί αλλά μέχρι να γίνει αυτό ας μην σκοτώνονται οι φτωχοί μεταξύ τους, ας επιτεθούν στους πλούσιους καταπιεστές τους.

Είναι, με άλλα λόγια, απροκάλυπτη η διάθεση του «Purge: Anarchy» να αναλύσει την οικονομική διάσταση του φασισμού, κύρια επιδίωξη της οποίας δεν είναι άλλη από την λύση του κατά φαντασίαν προβλήματος του οικονομικού υπερπληθυσμού, του ιδεολογήματος πως «η οικονομία δεν μας χωράει όλους», στο οποίο ψάχνει να βρει νομιμοποίηση ο φασισμός. Και αν ο παραδοσιακός φασισμός στοχεύει στην αλληλοεξόντωση των φτωχών δημιουργώντας μέσω του ρατσισμού κοινωνικά απόβλητες ομάδες, ο φασισμός της κοινωνίας του «Purge» μπορεί να βασίζεται σε έναν πολύ ευρύτερο και όχι τόσο εξειδικευμένο ρατσισμό αλλά ακολουθεί ακριβώς την ίδια μεθοδολογία.

The Purge: Election Year (2016)

Το πιο αδύναμο κομμάτι της τριλογίας τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και από πλευράς πολιτικών αλληγοριών, το «The Purge: Election Year» πάσχει χαρακτηριστικά σε αυτά τα δύο επίπεδα αφού αφενός τα όσα γίνονται μοιάζουν να είναι μια ανέμπνευστη επανάληψη του δεύτερου μέρους ενώ αντίστοιχα η ανάλυση του φασιστικού φαινομένου μοιάζει να έχει ήδη εξαντληθεί. Εισάγει βέβαια μια ακόμα παράμετρο στη συζήτηση, δηλαδή τον ρόλο των εκλογών και των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών σε θεσμικό επίπεδο αλλά η αλήθεια είναι πως και σε αυτόν τον τομέα θα μπορούσε να τα πάει καλύτερα.

Εδώ βρισκόμαστε σε μια περίοδο που η κοινωνική νομιμοποίηση της «Νύχτας της Κάθαρσης» έχει διαρραγεί, το κοινωνικό κίνημα που απαιτεί την κατάργησή της είναι γιγαντωμένο και στις εκλογές που πλησιάζουν μια Γερουσιάστρια έχει βάλει υποψηφιότητα για την προεδρία των ΗΠΑ με βασικό άξονα του πολιτικού της προγράμματος την κατάργηση του επίμαχου εθίμου. «Είναι από αυτά τα ενοχλητικά άτομα που δεν καταλαβαίνουν ότι δεν φτάνουν όλα τα αγαθά για τους πάντες. Είμαστε πάρα πολλοί για να τα μοιραστούμε», λέει κάποια στιγμή ο επικεφαλής των «Νέων Εθνοπατέρων» που είναι μια φασιστική καρικατούρα κακού.

Φυσικά, για να καταφέρει η Γερουσιάστρια της ταινίας να εκλεγεί Πρόεδρος των ΗΠΑ και στη συνέχεια να καταργήσει αυτό το βάρβαρο έθιμο, θα πρέπει πρώτα να καταφέρει να επιβιώσει της επερχόμενης «Νύχτας της Κάθαρσης», η οποία θα είναι και η τελευταία αν νικήσει στις εκλογές. Και επειδή οι πολιτικοί της αντίπαλοι θέλουν να την βγάλουν από τη μέση, η πρωταγωνίστρια θα περάσει ένα εφιαλτικό βράδυ κατά τη διάρκεια του οποίου θα πρέπει να ξεφύγει από τις παραστρατιωτικές ομάδες που θα την καταδιώξουν σε όλη την πόλη. Όμως δεν είναι μόνο ο δικός της πολιτικός φόνος που μεθοδεύεται για εκείνη τη μέρα.

Ένοπλες οργανώσεις που είναι υπέρ της υποψηφιότητας της πολιτικού στοχεύουν να σκοτώσουν τον πολιτικό της αντίπαλο, τον επικεφαλής των «Νέων Εθνοπατέρων» και εκείνη, εκτός από το να γλυτώσει από την δική της δολοφονία, πρέπει να μεταπείσει τους ένοπλους συμπαραστάτες της από το να προβούν σε αυτή τη πράξη βίας καθώς, ως φανατική υπέρμαχος της δημοκρατίας, δεν θέλει για κανένα λόγο η εκλογή της να βασιστεί σε «αυτό που πολεμάει», δηλαδή την ηθική του θανάτου.

Μια αμήχανη προσπάθεια της σειράς ταινιών να ανοίξει το ζήτημα της συνοχής μέσων και σκοπών, το κατά πόσο δηλαδή μια «ανήθικη» πράξη, ο φόνος δηλαδή, μπορεί να νομιμοποιήσει κάτι ηθικό,  δηλαδή την κατάργηση ενός φαινομένου κοινωνικού κανιβαλισμού. Εντάξει, εύστοχο ως ερώτημα αλλά αδύναμες απαντήσεις…