2008-2018: Οι 10 καλύτερες ελληνικές ταινίες της δεκαετίας (Pics & Vid) – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

2008-2018: Οι 10 καλύτερες ελληνικές ταινίες της δεκαετίας (Pics & Vid)

Top-10, Στήλες | 18-7-2018 |

Τα δέκα χρόνια ύπαρξης του Cinefreaks γιορτάζονται με το βασικό φετίχ όσων γουστάρουν όχι απλά να βλέπουν σινεμά αλλά και να το αναλύουν μέχρι αηδίας: με λίστες.

Σε αυτή τη διάθεση ανασκόπησης που μας έχει πιάσει για αυτή την τελευταία δεκαετία δεν θα μπορούσε να μείνει έξω το ελληνικό σινεμά. Το φεγγάρι που διανύει άλλωστε είναι από τα καλύτερα και πιο ώριμα της ιστορίας του, συνεπώς υλικό για συζητήσεις υπάρχει άπειρο.

Με πλήρη συνείδηση πως τίποτα αντικειμενικό δεν υπάρχει στην συγκρότηση μιας κινηματογραφικής λίστας, το Top-10 των ελληνικών ταινιών για την δεκαετία 2008-2018, κατά την κρίση του γράφοντος είναι το εξής:

10. «Έτερος Εγώ» (2016) του Σωτήρη Τσαφούλια

Παραβλέποντας μια συγκεκριμένη, πολύ τρανταχτή, σεναριακή αδυναμία που δεν μπορεί να αποκαλυφθεί εδώ χωρίς να γίνει spoiler –μια αδυναμία πάντως που αν δεν υπήρχε, αυτή η ταινία θα ήταν πολύ ψηλότερα σε αυτή την λίστα- το «Έτερος Εγώ» είναι ένα πανέξυπνο φιλμ νουάρ, που απροκάλυπτα και υπερήφανα αντλεί έμπνευση από το «Seven», με ένα πολύ καλοδουλεμένο σενάριο και φοβερές ερμηνείες.

Πάνω από όλα όμως, το μεγάλο ατού του «Έτερος Εγώ» είναι η εξαιρετική του σκηνοθεσία ενώ ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στο κατόρθωμα να ενταχθεί δομικά στην αφήγησή του η νουάρ αισθητική ορισμένων γωνιών της Αθήνας. Επιτέλους ένας σκηνοθέτης όχι μόνο αντιλήφθηκε αυτή την πλευρά της πρωτεύουσας αλλά την κινηματογράφησε και έτσι όπως πρέπει: ως ένα σκηνικό ενός αληθινού φιλμ νουάρ.

09. «Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά» (2013) της Ελίνας Ψύκου

Ένας διάσημος τηλεπαρουσιαστής που έχει ξεπέσει οργανώνει την εξαφάνισή του προκειμένου να ανεβάσει ξανά τις μετοχές του και κρύβεται σε ένα έρημο και πολυτελές ξενοδοχείο μέχρι να επιστρέψει στα φώτα της δημοσιότητας.

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Ελίνας Ψύκου, ξεκάθαρο «τέκνο» του κινηματογραφικού ρεύματος που θα μείνει στην ιστορία ως «Greek Weird Cinema», είναι μια άψογη σάτιρα πάνω στην εμμονή της δημοσιότητας με φανερές τις αναφορές στην «Λάμψη» του Μέγα Κιούμπρικ: το πολυτελές αλλά άδειο ξενοδοχείο μοιάζει περισσότερο να φοβίζει και να οδηγεί στην τρέλα τον άνδρα που περιπλανιέται άσκοπα στο εσωτερικό του παρά να τον ενθαρρύνει να εκμεταλλευτεί την πολυτελή συνθήκη και να βολευτεί.

Περιττό φυσικά να πούμε για το ρεσιτάλ ερμηνείας του Χρήστου Στεργιόγλου που σηκώνει ουσιαστικά μόνος του το βάρος όλης της ταινίας.

08. Miss Violence (2013) του Αλέξανδρου Αβρανά

Άλλο ένα από τα πολλά σκηνοθετικά ντεμπούτα που έκαναν «μπαμ» την δεκαετία που πέρασε για τον ελληνικό κινηματογράφο και επίσης περήφανο μέλος του «Greek Weird Cinema», το «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά είναι μια ταινία που αν κάποιος μας έλεγε πως την έχει σκηνοθετήσει ο Μίκαελ Χάνεκε δεν θα μας έκανε καθόλου εντύπωση.

Αν ο Λάνθιμος, τρία χρόνια πριν το «Miss Violence», είχε ανοίξει πόλεμο σε φιλοσοφικό επίπεδο στον θεσμό της οικογένειας με τον «Κυνόδοντα», εδώ ο Αβρανάς όχι απλά εντείνει τον πόλεμο αυτόν αλλά μιλάει για μια από αυτές τις άρρωστες οικογένειες για τις οποίες κανείς δεν θέλει να ξέρει. Το κοινό έβγαινε σοκαρισμένο από το σινεμά μετά τις προβολές του και στο Φεστιβάλ Βενετίας τρελάθηκαν με την πάρτη του.

07. «Κυνόδοντας» (2010) του Γιώργου Λάνθιμου

Τρίτη φορά που θα αναφέρουμε το «Greek Weird Cinema» αλλά δεν γίνεται και αλλιώς, άλλωστε αυτή είναι η ταινία που όχι απλά αποτελεί το πιο εξέχων μέλος του εν λόγω ρεύματος αλλά και εκείνη που ουσιαστικά το ίδρυσε.

Δυο έμμονες έχει ο Λάνθιμος σαν σκηνοθέτης. Η μια είναι ο θεσμός της οικογένειας που με μανία αποδομεί σε κάθε ευκαιρία. Η άλλη είναι ο υπαρξισμός και η δυνατότητα του Ανθρώπου να αυτοκαθορίζεται και να αναλαμβάνει την ευθύνη της συνείδησής του ακόμα και όταν το προκατασκευασμένο κοινωνικό περιβάλλον του δίνει κάθε άλλοθι να συμβιβαστεί με τον παραλογισμό. Και τα δυο θα τα εξελίξει με εντυπωσιακό τρόπο στις μετέπειτα αγγλόφωνες δημιουργίες του.

Στον «Κυνόδοντα» όμως θα μας εισάγει στις εμμονές του εμφατικά και θα καταφέρει να ανοίξει τόσο πολλούς διαλόγους όσο ελάχιστες ταινίες στην ιστορία του ελληνόφωνου σινεμά κατάφεραν να κάνουν. Δίχασε ο «Κυνόδοντας»: πολλοί τον μίσησαν, πολλοί τον λάτρεψαν, αλλά για κανέναν δεν υπήρξε αδιάφορος. Απλά must για μια τέτοια λίστα.

06. «Tετάρτη 4:45» (2015) του Αλέξη Αλεξίου

Εφτά χρόνια μετά την «Ιστορία 52» που έμοιαζε λες και έχει βγει από το μυαλό του Ντέιβιντ Λιντς (και που οριακά δεν μπήκε σε αυτή τη λίστα), ο Αλέξης Αλεξίου επέστρεψε με μια πιο βατή αλλά σε κάθε περίπτωση σεμιναριακή ταινία, ένα φιλμ νουάρ με την πιο τιμητική έννοια του χαρακτηρισμού.

Το «Τετάρτη 4:45» είναι μια ιστορία για έναν ιδιοκτήτη ενός τζαζ μπαρ κάπου στο κέντρο της Αθήνας που χρωστάει τρελά λεφτά στους μαφιόζους που ελέγχουν τον κόσμο της νύχτας και έχει μια πολύ συγκεκριμένη διορία μέχρι να πληρώσει, διαφορετικά θα χάσει το αντιεμπορικό και γεμάτο χρέη μαγαζί του που όμως τόσο αγαπάει.

Μια καταπληκτική ερμηνεία από τον Στέλιο Μάινα που παίρνει πάνω του την ταινία από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, άψογη απεικόνιση του επικίνδυνου κόσμου της νυχτερινής Αθήνας και ορισμένες σκηνές που εύκολα θα μπορούσαν να ανήκουν στο Hollywood αλλά ακριβώς επειδή έχουν γυριστεί με ελληνικά (δηλαδή πιο φτωχικά) μέσα κουβαλάνε μεγαλύτερη αξία, το «Tετάρτη 4:45» είναι η απόδειξη πως αν ο Αλεξίου αποφασίσει ποτέ να κάνει διεθνή καριέρα (μπας και ξεκινήσει να γυρίζει πιο συχνά ταινίες και όχι μια φορά στα 7-8 χρόνια) θα εντυπωσιάσει κόσμο και κοσμάκη.

05. «Chevalier» (2015) της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη

Έξι άντρες βρίσκονται σε ένα πολυτελές σκάφος στη μέση του Σαρωνικού και περνάνε τις μέρες τους ανταγωνιζόμενοι πάνω σε περίεργα παιχνίδια που σκαρφίζονται. Φαινομενικά είναι όλοι τους χαλαροί αλλά πίσω από το ανάλαφρο κλίμα της παρέας τους υποβόσκει ένας πολύ έντονος ανταγωνισμός.

Μια ταινία στην οποία παίζουν μόνο άντρες και είναι γυρισμένη από μια γυναίκα: άλλωστε μόνο μια γυναικεία κοινωνική οπτική μπορεί να προσεγγίσει με απενοχοποιημένο χιούμορ και αλύπητα σατιρική διάθεση τα εμμονικά συστατικά του ανδρικού ανταγωνισμού. Η Τσαγγάρη, μόνιμη παραγωγός των ελληνόφωνων δημιουργιών του Λάνθιμου, πέντε χρόνια μετά το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με το φιλόδοξο αλλά άνισο «Attenberg», προσθέτει ένα ακόμα λιθαράκι στο «Greek Weird Cinema» (σας το ορκιζόμαστε: είναι η τελευταία αναφορά σε αυτό) και μάλλον την πιο αυτοσαρκαστική στιγμή του.

04. «Οι Αισθηματίες» (2014) του Νικόλα Τριανταφυλλίδη

Όλοι οι «ειδικοί» του κινηματογράφου (αν υπάρχει τέλος πάντων κάτι τέτοιο) θα συμφωνούσαν: Αυτή είναι μια κακή ταινία, μια πολύ κακή ταινία. Και όμως το περιεχόμενο της κουβαλάει τόση ψυχή και τόσο μεράκι που καταφέρνει να ξεπεράσει μέσα μας μπόλικες καλογυαλισμένες δημιουργίες από τις οποίες (θεωρητικά και μόνο) θα έπρεπε να χάνει από τα αποδυτήρια. Είναι μια από τις ταινίες που σου «μιλάει» τόσο πολύ και τόσο έντονα που όχι απλά παραβλέπεις πρόθυμα τις αστοχίες της και τις βαρβάτες αδυναμίες της αλλά τελικά νιώθεις και περήφανος που μπορείς να ταυτιστείς μαζί της.

Ο Νικόλας Τριανταφυλλίδης, στο κινηματογραφικό κύκνειο άσμα του πριν μας αφήσει, με τους «Αισθηματίες» κάνει το τέλειο σινεμά έτσι όπως μόνο εκείνος το αντιλαμβάνεται: ως cult ασχολία, όχι από άποψη αλλά γιατί μόνο έτσι (στη δική του κινηματογραφική κουλτούρα) έχει νόημα να γίνεται το σινεμά. Λαϊκά, με ψυχή και υποτιμώντας απροκάλυπτα λεπτομέρειες όπως το τέλειο σενάριο, οι άψογες ερμηνείες και η δεξιοτεχνική σκηνοθεσία.

Οι «Αισθηματίες» του Τριανταφυλλίδη, η ιστορία δυο ερωτευμένων εκτελεστών με δυο γυναίκες από το επικίνδυνο περιβάλλον τους, δυο αντρών που διψάνε να εκπληρώσουν τον έρωτα τους στο εδώ και στο τώρα, γιατί στον δικό τους κόσμο, τον κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος, κάθε μέρα τους μπορεί να είναι και η τελευταία, φέρνει φαρδιά πλατιά την ιδιαίτερη κινηματογραφική υπογραφή του Τριανταφυλλίδη – και ίσως γι΄ αυτό, αν και με «αντικειμενικούς» όρους η ταινία είναι κακή, πρόκειται τελικά για ένα τόσο μεγάλο φιλμ.

03. «Μαχαιροβγάλτης» (2010) του Γιάννη Οικονομίδη

Κανένας άλλος σκηνοθέτης του ελληνικού σινεμά δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Γιάννη Οικονομίδη. Έναν σκηνοθέτη που εμμονικά κάνει κινηματογράφο για την ελληνική κοινωνία και έχει βάλει σκοπό της καλλιτεχνικής του ζωής να μην της χαριστεί, να μην την εξιδανικεύσει ούτε στο ελάχιστο.

Τα τελευταία δέκα χρόνια το ελληνικό σινεμά γνώρισε μια πρωτόγνωρη άνθιση, γεμίσαμε δημιουργούς με οικουμενική ματιά στα πράγματα, με δημιουργούς που το γεγονός ότι κάνουν ελληνόφωνες ταινίες είναι απλά μια λεπτομέρεια διότι τα έργα τους θα μπορούσαν να σταθούν σε κάθε δυτική χώρα του κόσμου. Και αυτό είναι φυσικά πολύ καλό. Ωστόσο η οπτική του Οικονομίδη, ενός ανθρώπου με βαθιά πεποίθηση πως η σύγχρονη ελληνική κοινωνία είναι δομημένη πάνω στην κουλτούρα του μικροαστισμού, είναι το πρότυπο του ελληνικού σινεμά με την πιο στενή έννοια του όρου. Και είναι ευλογία που οι ταινίες αυτού του τύπου προσγειώθηκαν ανάμεσά μας στις εποχές της διάψευσης όλων των μικροαστικών προσδοκιών, διότι έτσι ο Οικονομίδης μπορεί να παράξει σινεμά κοφτερό σαν ξυράφι.

Ο «Μαχαιροβγάλτης», αντλώντας χαλαρά έμπνευση από το «Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές», ήταν η πιο ώριμη δημιουργία του Οικονομίδη όταν την έβγαζε (μέχρι την επόμενη…). Χωρίς πολλές φωνές, χωρίς την βία του λόγου (όπως στις προηγούμενες ταινίες του) να καθορίζει το σκηνικό της ελληνικής επαρχίας αλλά αντίθετα, αυτή τη φορά μέσω της εκκωφαντικής σιωπής, που σπάει μόνο από τους φυσικούς ήχους της κινηματογραφημένης κωμοπόλης, ο ασπρόμαυρος «Μαχαιροβγάλτης», το άτυπο underground αντίπαλο δέος του πιο φεστιβαλικού «Κυνόδοντα» εκείνη τη χρονιά, είναι μια αληθινή σπουδή για τον τρόπο που οι «άρρωστες» κοινωνίες παράγουν «άρρωστους» ανθρώπους.

Μπορεί κανείς να κατηγορήσει τον Οικονομίδη για κοινωνική μυωπία, για υπερβολική απαισιοδοξία, για ανεξήγητο μηδενισμό. Αλλά και μόνο που οι ταινίες του ανοίγουν αυτή τη συζήτηση είναι πετυχημένες…

02. «Στρέλλα» (2009) του Πάνου Κούτρα

Την έλεγαν Στέλλα αλλά οι φίλοι, κάνοντας ένα προφανές λογοπαίγνιο με την τρέλα που κουβαλούσε, την φωνάζαν Στρέλλα. «Λένε πως είμαι λίγο τζαζ», θα πει η Στρέλλα στην σκηνή που μας αυτοπαρουσιάζεται λίγο πριν γράψει κινηματογραφική ιστορία κατά το υπόλοιπο της ταινίας.

Στην τρίτη κινηματογραφική του προσπάθεια, ο Πάνος Κούτρας ουσιαστικά εγκαινιάζει το ελληνικό queer σινεμά μέσα από την απεικόνιση της καθημερινότητας μιας τρανς γυναίκας και της γεμάτης αποφασιστικότητα ατομικής της πορείας προς την συμφιλίωση ανάμεσα στο πέρα για πέρα συνειδητοποιημένο παρόν της και το σκοτεινό και γεμάτο κρυμμένα μυστικά παρελθόν της. Και σε αυτή της την προσπάθεια, η Στρέλλα ίσως να μην τα κάνει όλα με τον σωστό τρόπο. Σίγουρα δεν τα κάνει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο αφού η «τρέλα» της περισσότερο περιπλέκει παρά ξεδιαλύνει τα πράγματα. Όμως ό,τι κάνει το κάνει με το δικό της τρόπο, χωρίς να σχετικοποιήσει ούτε στο ελάχιστο τις επιθυμίες της και αυτό είναι που μέσα της μετράει, αυτό είναι που τελικά την απελευθερώνει.

Η Μίνα Ορφανού στον πρωταγωνιστικό ρόλο παραδίδει μια ερμηνεία που την τοποθετεί στο πάνθεον με τις καλύτερες ερμηνείες στην ιστορία του ελληνικού σινεμά, το σενάριο μας χειραγωγεί και μας σοκάρει με τις ανατροπές του και την υποδειγματική ροή του και η απεικόνιση της μικροκοινωνίας των τρανς ατόμων, μιας κοινωνίας εξοβελισμένης αλλά γεμάτη αγάπη και αλληλεγγύη έρχεται ως επιστέγασμα για να ολοκληρώσει το παζλ ενός αληθινού κινηματογραφικού θριάμβου.

01. Το μικρό ψάρι (2014) του Γιάννη Οικονομίδη

Ένας σκοτεινός, μοναχικός, γεμάτος θλίψη και προσωπικές αξίες τύπος. Ένας πληρωμένος δολοφόνος που η ιδιαιτερότητα του επαγγέλματός του δεν τον διαφοροποιεί σε τίποτα από τον μέσο άνθρωπο αυτής της θλιβερής κοινωνίας, όπως αδιάλλακτα θέλει να την παρουσιάζει ο Οικονομίδης.

Ο Στράτος του εντυπωσιακού Βαγγέλη Μουρίκη μπορεί να βγάζει λεφτά με έναν ασυνήθιστο τρόπο –σκοτώνοντας κόσμο επί πληρωμή- αλλά συνεχίζει να ακολουθεί τον χρυσό κανόνα «σκύψε το κεφάλι, κοίτα τη δουλειά σου, μην πετάγεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουν για να μην βρεις τον μπελά σου». Κινείται και ζει σε κοινωνικά μονοπάτια που προκαλούν ασφυξία, εκεί όπου κουτοπόνηρα λαμόγια της διπλανής πόρτας θα κάνουν τα πάντα για να βγάλουν μερικά επιπλέον λεφτουδάκια, μαφιόζοι απειλητικοί και αμείλικτοι θα κάνουν χρήση της εξουσίας τους χωρίς καμία ηθική αναστολή, ντόπια αφεντικά θα ξεφτιλίσουν και θα πετάξουν χωρίς ίχνος ανθρωπιάς στον δρόμο τους μετανάστες εργαζόμενούς τους, που κατά βάση αντιμετωπίζουν ως σκλάβους.

Ο Στράτος κάθε μέρα κάνει χρήση μιας υπεράνθρωπης εξουσίας: αφαιρεί ζωές. Αλλά του το λένε όλοι και εκείνος το έχει ενσωματώσει: είναι ένα μικρό ψάρι και σε αυτό τον κόσμο τα μεγάλα ψάρια τρώνε τα μικρά, συνεπώς πρέπει απλά να κοιτάει την πάρτη του και να κλείνει τα μάτια σε όλες τις ασχήμιες που καθορίζουν τον κοινωνικό του περίγυρο. Αλλά για πόσο; Με τι κόστος; Για πόσες παραχωρήσεις, για πόσους συμβιβασμούς θα συνεχίζει να αναβάλλεται η έκρηξη;

Ο Γιάννης Οικονομίδης δημιουργεί την πιο ώριμη και εμπνευσμένη ταινία του και τελικά, το καλύτερο και πιο σημαντικό ελληνικό φιλμ της τρέχουσας δεκαετίας. Έχοντας σαν βασικό του «εργαλείο» έναν εξωπραγματικό Βαγγέλη Μουρίκη που καταφέρνει να παίξει με την ασύλληπτη εκφραστικότητά του βλέμματός του παραδίδοντας μαθήματα υποκριτικής, ο Οικονομίδης φτιάχνει μια ταινία που στέκεται μόνη πρώτη στην λίστα μιας χρυσής δεκαετίας για τον ελληνικό κινηματογράφο.

wso shell IndoXploit shell webr00t shell hacklink hacklink satış wso shell