Αdapted: O Διάβολος Φοράει Prada... και το πανί τον κολακεύει – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Αdapted: O Διάβολος Φοράει Prada… και το πανί τον κολακεύει

Adapted | 7-10-2014 |

Υπάρχουν δυο φράσεις που δεν πρόκειται να ξεστομίσουμε ποτέ δημοσίως ακόμα κι αν εκφράζουν τη βαθύτερη εσωτερική μας αλήθεια:  «Προτιμώ το junk food από το φαγητό της μαμάς μου», «Η ταινία μου άρεσε πιο πολύ από το βιβλίο.» Η κοινωνία φαίνεται να μην είναι έτοιμη ακόμη για τέτοιες ρηξικέλευθες δηλώσεις, κι άμα κάνεις το λάθος και σου ξεφύγει τίποτα τέτοιο, θα βρεθούν οπωσδήποτε δυο τρεις αυτόκλητοι αστυνόμοι του καλού γούστου στην ομήγυρη, πρόθυμοι να σου κολλήσουν αυτομάτως τη ρετσινιά του άξεστου… Βλέπεις έχει ριζωθεί για τα καλά στην συνείδηση της κοινής γνώμη πως αξιωματικά καμία μαμά δεν μπορεί να μαγειρεύει χειρότερα από το σουβλατζίδικο της γειτονιάς και ότι καμιά κινηματογραφική διασκευή δεν μπορεί να είναι ανώτερη του λογοτεχνικού έργου που τη γέννησε.

Τον πρώτο κανόνα δεν είμαι αρμόδιος να τον ανατρέψω, τον δεύτερο όμως μπορώ να τον καταρρίψω ψελλίζοντας απλά τέσσερις λεξούλες: «Ο Διάβολος Φοράει Prada.»

Είναι γεγονός πως το best seller της Lauren Weisberger που το 2003 τάραξε τα λογοτεχνικά δρώμενα με την σαρωτική του επιτυχία δεν είναι κι αριστούργημα. Για την ακρίβεια, είναι ένα μονοδιάστατο κουτσομπολίστικο λιβελογράφημα του οποίου το ενδιαφέρον εξαντλείται στο απολαυστικό ξεμπρόστιασμα αληθινών προσωπικοτήτων από το χώρο της μόδας.

Συγκεκριμένα η Weisberger, που διατέλεσε βοηθός της περιβόητης διευθύντριας του “Vogue” Anna Wintour, αντλεί , κατά τις φήμες και τα φαινόμενα, υλικό από την πρώην αφεντικίνα της, προκειμένου να στήσει τον μισητό χαρακτήρα της  Miranda Priestley που καταπιέζει την κεντρική ηρωίδα και alter ego της συγγραφέως.

Miranda--Andy--Emily-the-devil-wears-prada-205003_1400_930

Και φυσικά από τη μία συμμερίζομαι απόλυτα την δίκαιη οργή του εργαζομένου απέναντι σε ένα βγαλμένο από την κόλαση αφεντικό, από την άλλη όμως είναι απαραίτητο κι ένα αφηγηματικό ταλέντο προκειμένου αυτή οργή η να μετουσιωθεί σε ένα πραγματικά ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Το ταλέντο αυτό η Weisberger μοιάζει να το στερείται. Το κείμενο της είναι επαναληπτικό, από την πλοκή της λείπουν οι ουσιαστικές ανατροπές και η ανάπτυξη των χαρακτήρων μοιάζει να είναι το πιο αδύναμο σημείο της.

Περιληπτικά το βιβλίο πάει κάπως έτσι: Η ηρωίδα Andy Sachs είναι μια φέρελπις δημοσιογράφος που ονειρεύεται να αρθρογραφήσει για το “New Yorker”. Προκειμένου να πετύχει το στόχο της λοιπόν, αναγκάζεται να αναλάβει την θέση της βοηθού της αρχισυντάκτριας του “Runway” που αποτελεί το πιο επιδραστικό περιοδικό μόδας στο κόσμο. Εκτός όμως του ότι η Andy δεν γνωρίζει τίποτα για την βιομηχανία της μόδας κι είναι απρόθυμη και να μάθει , σύντομα θα έρθει αντιμέτωπη με ένα μεγαλύτερο πρόβλημα. H Miranda Priestley, η αρχισυντάκτρια που μόλις ανέλαβε να βοηθήσει, είναι μια αδίστακτη αλαζονική σκύλα, που δεν το ‘χει σε τίποτα να βασανίζει τους υφιστάμενους της, με τις εξωφρενικές απαιτήσεις της. Η Andy κάνει υπομονή , μέχρι το σημείο που δεν μπορεί να κάνει πια υπομονή και της πετάει, μαζί με την παραίτηση της, ένα μεγαλοπρεπές «fuck you». Λίγους μήνες μετά σε μια συνέντευξη για δουλειά, η Andy αναγκάζεται να παραδεχτεί στην επόμενη υποψήφια προϊσταμένη της, του λόγους που εγκατέλειψε την προηγούμενη της εργασία. Κι ενώ αρχικά φοβάται πως αυτό θα λειτουργήσει αρνητικά, η καινούρια εργοδότης της ενθουσιάζεται, γιατί και η ίδια, όπως όλοι στο χώρο, θεωρεί την Miranda Priestley μια ημίτρελη bitch που κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν οφείλει να ανέχεται…

Οι περισσότεροι από μας έχουμε αναγκαστεί κάποια στιγμή της ζωής μας να υπομείνουμε ένα απαίσιο αφεντικό, επομένως μπορούμε με το καλημέρα σας να ταυτιστούμε με μια τέτοια συνθήκη. Κι από αυτό προφανώς πηγάζει και όλη η εμπορική επιτυχία του βιβλίου.

Η αφηγηματική του αποτυχία του από την άλλη, οφείλεται ακριβώς στο ότι εξαντλείται στην περιγραφή μιας τέτοιας συνθήκης, χωρίς να μπαίνει ποτέ στο κόπο να διηγηθεί μια πραγματική ιστορία. Και δεν έχουμε ποτέ πραγματική ιστορία, γιατί δεν έχουμε καμιά μα καμία ανάπτυξη χαρακτήρων.

devil-wears-prada-stills29

Η «κακιά» της υπόθεσης που αποτελεί και την βασική ατραξιόν, περιγράφεται ως ένα  σαδιστικό τέρας στο οποίο η συγγραφέας, δεν χαρίζει την παραμικρή αντισταθμιστική αρετή. Και ενώ είμαι ανοιχτός στο ενδεχόμενο να δεχτώ ότι μια τέτοια απόλυτη ετυμηγορία είναι πιθανόν να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της αρχικής έμπνευσης, λογοτεχνικά δεν εξυπηρετεί καθόλου να πάρεις ένα τέτοιο μανιχαϊστικό μονοπάτι. Ένας μονοδιάστατος ανταγωνιστής άλλωστε, το μόνο που κάνει είναι ν’ αποδυναμώνει τον κεντρικό ήρωα σου.

Και η Andy είναι μία από τις πλέον αδύναμες μυθιστορηματικές ηρωίδες που έχουμε συναντήσει. Στην αρχή του έργου είναι μια ισχυρογνώμων δημοσιογράφος που μισεί το αφεντικό της και σνομπάρει τη μόδα. Στο τέλος του έργου είναι μια ισχυρογνώμων δημοσιογράφος που μισεί το πρώην αφεντικό της και σνομπάρει τη μόδα. Ουσιαστικά λοιπόν ο χαρακτήρας στο φινάλε βρίσκεται στο ίδιο σημείο απ’ όπου ακριβώς ξεκίνησε, χωρίς να αμφιταλαντευτεί καθόλου στο ενδιάμεσο. Αφού λοιπόν όσα μεσολαβούν δεν έχουν καν αντίκτυπο στην πρωταγωνίστρια, καταλαβαίνουμε πόσο λιγότερο αντίκτυπο έχουν για τον αναγνώστη που επί 300 σελίδες καταναλώνει απλώς με κουτσομπολίστικη διάθεση τα ευφάνταστα μαρτύρια που σκαρφίζεται μια ξιπασμένη celebrity, δοκιμάζοντας τα όρια των άτυχων υπαλλήλων της.

anne-hathaway-1363416022

Το καλό είναι πως η σεναριογράφος Aline Brosh McKenna που κλήθηκε να γράψει την κινηματογραφική version, που ακολούθησε ως επιστέγασμα στην εμπορική επιτυχία του βιβλίου, δεν κάνει τα στραβά μάτια πάνω στην ένδεια του πρωτογενούς υλικού. Εντοπίζει τα σφάλματα που καταδικάζουν την πλοκή στην ανία και με δυο απλές κινήσεις, δημιουργεί από το τίποτα μια ιντριγκαδόρικη αφήγηση.

Η Miranda Priestley της ταινίας, που ερμηνεύει υποδειγματικά η Meryl Streep, παραμένει σε πρώτη ανάγνωση μια αλαζονική σκύλα, πίσω από αυτό το προσωπείο όμως η σεναριογράφος αυτή τη φορά αφήνει να διαφανεί ένα όραμα κι ένα κίνητρο στη συμπεριφορά της. H Miranda της είναι μια γυναίκα που πολύ απλά, τυχαίνει να ξέρει τι ακριβώς θέλει από τη ζωή της, την δουλειά της και κατ’επέκταση από τους υφισταμένους της. Μπορεί να είναι μεν παράλογα απαιτητική και να έχει αφιερωθεί σε έναν επιφανειακό επαγγελματικό κλάδο, έχει στηρίξει όμως ολόψυχα αυτή την επιλογή πληρώνοντας το προσωπικό της κόστος.

Αντίστοιχα και η κινηματογραφική Andy που υποδύεται επίσης επιτυχημένα η Anne Hathaway, αντιμετωπίζει αρχικά με τρόμο και δέος την εργοδότρια της. Στην συνέχεια όμως ο φόβος δίνει την θέση του στο θαυμασμό καθώς έρχεται πιο κοντά στην Miranda και τον τρόπο σκέψης της. Κι όσο η ταινία προχωράει, η Andy πιάνει τον εαυτό της να μοιράζεται περισσότερα κοινά από όσα νόμιζε, με το αδίστακτο «τέρας» που την καταδιώκει. Κι αυτό που τελικά την κάνει να επαναστατήσει δεν είναι μια ακόμα εξοντωτική απαίτηση, αλλά ένας αναπάντεχος έπαινος από την μέντορα της, που της επιβεβαιώνει αυτό που φοβάται. Ότι και η ίδια δηλαδή κάτω από την επιρροή της έχει μεταλλαχθεί σε μια αμετανόητη καριερίστα και fashionista.

Κι αν και το αποτέλεσμα είναι φαινομενικά ίδιο, καθώς η ηρωίδα απορρίπτει και πάλι το lifestyle της δύστροπης αφεντικίνας της, η αφηγηματική διαδρομή που ακολουθεί το φιλμ είναι εξαιρετικά πιο συναρπαστική και η κατακλείδα εμφανώς πιο πλούσια.  Γιατί ενώ στο φινάλε του βιβλίου έχουμε ένα θύμα που μόλις ξέφυγε από το βασανιστή του, στο τέλος της ταινίας έχουμε μια ισότιμη σχέση μεταξύ δυο γυναικών που,  παρά τις διαφορές τους, καταφέρνουν να διατηρήσουν ένα είδος αλληλοσεβασμού μεταξύ τους.

Εκεί που το βιβλίο λοιπόν παραμένει ασπρόμαυρο, το σενάριο εφευρίσκει αποχρώσεις. Κι αν και με τίποτα δεν μπορείς να πεις πως το έργο που σκηνοθέτησε ο David Frankel συγκαταλέγεται στ’ αριστουργήματα του σινεμά, παραμένει ένα ευπρόσωπο δείγμα pop κουλτούρας που καταφέρνει να ξεφύγει από το trash πνεύμα του τριτοκλασάτου πρωτότυπου.