Οι ταράτσες θα γράψουν ιστορία - είδαμε τον Γιώργο Σερβετά και το "Να κάθεσαι και να κοιτάς" ξανά – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Οι ταράτσες θα γράψουν ιστορία – είδαμε τον Γιώργο Σερβετά και το “Να κάθεσαι και να κοιτάς” ξανά

Απόψεις | 12-7-2014 |

Υπάρχουν μέρες που πηγαίνω σινεμά και φεύγοντας νιώθω πως δεν πήρα τίποτα, σαν να μην πήγα ένα πράγμα. Υπάρχουν και μέρες που μετά την προβολή είμαι άλλος άνθρωπος. Κάτι τέτοιο συνέβη και τις προάλλες, σε μια ταράτσα του κέντρου. Ανάμεσα σε παρακμιακές πολυκατοικίες, ζεστό καυσαέριο και  απόηχους σκυλοκαυγάδων, ήταν εκεί. Η αιώνια μαγεία. Μόλις έπεσε ο ήλιος ο προτζέκτορας έριξε το φως του σ’ έναν ασπρισμένο τοίχο και άρχισε να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας το πρώτο πλάνο από την ταινία του Γιώργου Σερβετά “Να κάθεσαι και να κοιτάς“.  Δεν είχα προλάβει να τη δω όταν πρωτοβγήκε στις αίθουσες κι έτσι δεν έχασα αυτήν την ευκαιρία. Απεδείχθη σοφή απόφαση. Όμως αυτό που με ενθουσίασε δεν ήταν μόνο η ταινία καθεαυτή, άλλωστε έχεις διαβάσει κριτική της στο site μας πολύ καιρό πριν. Αυτό που έκανε τη διαφορά, ενώ δεν το περίμενα, ήταν η συζήτηση με το σκηνοθέτη που ακολούθησε μετά το τέλος της προβολής.

Οι πρώτες ερωτήσεις ξεκίνησαν λίγο αμήχανα και αφορούσαν τους λόγους για τους οποίους ο Σερβετάς επέλεξε την επαρχιακή κοινωνία ως περιβάλλον της ταινίας. “Πιστεύετε ότι στην επαρχία υπάρχει περισσότερη βία; Ότι οι σχέσεις των ανθρώπων είναι διαφορετικές απ’ ότι στις πόλεις;” ” Είναι μια ερώτηση που μου κάνουν πολύ συχνά στα φεστιβάλ.  Γενικά θεωρώ ότι η επαρχία είναι μια μικρογραφία της πόλης και βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με αυτήν. Υπάρχει βία και στη μια κοινωνία και στην άλλη, οι άνθρωποι παντού ίδιοι είναι. Η επαρχία στην ταινία μου λειτούργησε περισσότερο ως δραματουργική σύμβαση. Είναι ένα περιβάλλον όπου συμπυκνώνονται και συγκρούονται στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας τα οποία σε συνθήκες πόλης θα μπορούσαν να μην έρθουν καν σε επαφή. Για παράδειγμα, η ηρωίδα μας η Αντιγόνη, αν ζούσε στην πόλη, θα μπορούσε να αποφύγει την επαφή με τύπους όπως ο Νώντας (Ν. Γεωργάκης), ενώ στην επαρχία βρίσκεται σε κοινό κύκλο με αυτόν και μοιραία συγκρούεται, πράγμα που ευνοεί την εξέλιξη του έργου. ” απάντησε ο σκηνοθέτης, που έχει γράψει και το σενάριο της ταινίας.

Η συζήτηση συνεχίστηκε γύρω από τον άξονα των προβλημάτων ανάμεσα στα δύο φύλα. Η ταινία αγγίζει θεματικές όπως η βία κατά των γυναικών κι ο σεξισμός.  Ο Νώντας, ο βασικός “κακός” της ταινίας, είναι παντρεμένος, έχει ερωμένη που συνηθίζει να κακοποιεί και επαναλαμβάνει  προς το νεαρό φίλο του τη συμβουλή “Μην αφήνεις τη γυναίκα να σε γαμάει, εσύ να τη γαμάς”. Κι αυτό ανάγεται στη γενικότερη αντίληψη, που βρίσκει έδαφος στη σημερινή ελληνική κοινωνία, ότι δηλαδή το διακύβευμα στις σχέσεις των δύο φύλων είναι η άσκηση εξουσίας, η κυριαρχία. Ποιος έχει το πάνω χέρι. Οι καλές γυναίκες υποτάσσονται κι οι σωστοί άντρες φέρονται δεσποτικά ή εν πάσει περιπτώσει δεν παίζουν το ρόλο του συντρόφου. Όμως το ιδιοφυές στην ταινία του Σερβετά είναι ότι αυτή η αντίληψη δεν παρουσιάζεται μεμονωμένα ως το βασικό πρόβλημα. Αντίθετα, εντάσσεται στη γενικότερη μεταπολιτευτική αρχοντοχωριάτικη κουλτούρα του Νεοέλληνα φασίστα, που έχει λεφτά αλλά δεν έχει παιδεία, που δε φοβάται να στήσει κομπίνες αλλά υπολογίζει τι θα πει ο κόσμος, που χορεύει το βράδυ στα σκυλάδικα και το επόμενο πρωί σπάει στο ξύλο τη γκόμενα που χόρευε μαζί του, ή το φίλο του που τόλμησε να πει τη γνώμη του ελεύθερα χωρίς να τον τρέμει.

screen_shot

Καλά όλα αυτά. Τέτοιοι άνθρωποι με τέτοια νοοτροπία υπάρχουν παντού γύρω μας. Αντίδραση γιατί δεν υπάρχει; Όπως καταλάβατε, αναπόφευκτα η συζήτηση έφτασε και στο θέμα της παθητικότητας. Στην επαρχιακή κοινωνία της ταινίας όλοι οι ήρωες (εκτός από την Αντιγόνη, την πρωταγωνίστρια, που επιστρέφει μετά από πολύ καιρό από την πόλη στο χωριό) δένονται με μια δυνατή σιωπή, σα συνενοχή.  Κάθονται και κοιτούν. Δεν περιμένουν, ούτε καν ελπίζουν σε μια αλλαγή. Και τότε προέκυψε το ερώτημα ” το σινεμά πώς υπάρχει μέσα σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο;”. Η εποχή μας είναι ξεκάθαρα αυτή με τους πιο παθητικούς σινεφίλ. Ο κόσμος, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό, δεν πηγαίνει πια στις αίθουσες, δεν πηγαίνει σινεμά. Οι ελληνικές ταινίες αλλά και τα μεγάλα αμερικανικά blockbusters δεν κάνουν εισιτήρια. Γιατί συμβαίνει αυτό; Πως και ποιος μπορεί να το αλλάξει αυτό αν όχι το ίδιο το σινεμά ;

Κάπως έτσι ξεκίνησε μια κουβέντα αμιγώς κινηματογραφο-κεντρική, με αφορμή την οποία ο Γιώργος Σερβετάς άνοιξε πολλά θέματα. “Ναι οι ταινίες και δη οι ελληνικές δύσκολα κάνουν εισιτήρια. Ναι κι εγώ, όπως και ο περισσότερος κόσμος, κολλάω με ξένες σειρές που βλέπω στο διαδίκτυο. Το κοινό έχει σήμερα πολλές διεξόδους πέρα από τη μεγάλη οθόνη. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και το γεγονός ότι ο βασικός στόχος πολλών ελληνικών ταινιών φαίνεται να είναι τα φεστιβάλ, σχεδόν αυτόματα το κοινό βγαίνει από την εξίσωση” δήλωσε. Όμως αν βγει το κοινό από την εξίσωση, αμέσως αλλάζει ένα συστατικό στοιχείο του σινεμά όπως το γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Μεταβάλλεται όλη η υπόστασή του και καταλήγει να είναι μια αυτιστική σχεδόν διαδικασία, από λίγους για λίγους, που αρνείται να επικοινωνήσει και αναλώνεται σε ένα ανακυκλούμενο κοινό. “Πράγματι. Το σινεμά ξεκίνησε ως μέσο προπαγάνδας και σήμερα μοιάζει περισσότερο με τις εικαστικές τέχνες. Μια ταινία εκλαμβάνεται όπως ένας πίνακας ζωγραφικής ας πούμε” πρόσθεσε. Άρα τι κάνουμε γι αυτό; ” Όσον αφορά την ταινία μου, θα ‘θελα στο εξής να προβάλλεται, να, όπως σήμερα, σε στέκια, ταράτσες, δωρεάν, με μια ωραία συζήτηση να ακολουθεί” απάντησε .

Ίσως αυτό να χρειάζεται τελικά. Ίσως αν θέλουμε να αποκατασταθεί η χαμένη επικοινωνία των θεατών με το σινεμά, να πρέπει να επαναπροσδιοριστεί η σχέση έργου – κοινού.  Να αναθερμανθεί και να ξεκολλήσει από τα στεγανά του παρελθόντος. Ζούμε σε μια περίοδο όπου όλα αλλάζουν. Πώς γίνεται ο τρόπος που βλέπουμε ταινίες να μείνει ίδιος; Ας έρθουν για μια φορά οι ταινίες πιο κοντά όχι σε ιδέες, αλλά σε ανθρώπους . Σε πλατείες, σε ταράτσες, στο δρόμο, παντού. Ας γίνουν οι ταινίες η αφορμή κι όχι ο στόχος. Αφορμή για συζητήσεις, για ζυμώσεις, για ανταλλαγή απόψεων, χνότων και βλεμμάτων. Κανείς δεν αντιστέκεται στις αφορμές.

Δείτε την κριτική μας από την Berlinale για το Να κάθεσαι και να κοιτάς.

Δείτε την συνέντευξη που μας παραχώρησε πριν δύο μήνες η πρωταγωνίστρια της ταινίας Μαρίνα Συμεού.

Διαβάστε περισσότερα για: ,