MONEYBALL - Bennett Miller, (2011) [Κριτική] – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

MONEYBALL – Bennett Miller, (2011) [Κριτική]

Uncategorized | 8-12-2011 |


To 2002 μια μικρή ομάδα της πρώτης κατηγορίας οι Oakland A’s κατάφεραν το ακατόρθωτο: να ατυχούν 20 νίκες χωρίς καμιά ήττα. Ο γενικός τους διευθυντής Billy Beanie με την βοήθεια ενός απόφοιτου Οικονομικών του Yale βασισμένοι σε ένα σύστημα που είχε εφεύρει στα ‘90s ένας φύλακας, το οποίο βασιζόταν σε στατιστικές αναλύσεις των παιχνιδιών από τον υπολογιστή, άλλαξαν μια για πάντα τον τρόπο που συστήνεται μια ομάδα. Πήραν παίκτες φαινομενικά αδύναμους(μεγάλους σε ηλικία ή με τραυματισμούς) που όμως κατάφερναν και έφταναν στη βάση και δημιούργησαν μια all star ομάδα που τους κόστιζε λιγότερο από τα μισά από ότι στους υπόλοιπους και που κατάφερε να αποδώσει περισσότερα από όσο περίμενε ακόμα και η ίδια…

Βασισμένη στο βιβλίο:Money ball: The Art of Winning an Unfair Game του Michael Lewis, αυτή περιέργως δεν είναι μια ταινία για το baseball, ούτε καν για τον ανταγωνισμό, την νίκη η την ήττα. To “Moneyball” είναι μια εκ βαθέων ανάλυση των ανθρωπίνων χαρακτήρων, του τρόπου που λειτούργει μια επιχείρηση στον καπιταλισμό και της ζωής ενός μοναχικού άνδρα που τόλμησε να πάρει ένα τόσο μεγάλο ρίσκο. Οι σεναριογράφοι Aaron Serkin (“The Social Network“) και Steven Zaillian (“Gangs of New York“)  δίνουν μέσα από έξυπνους και εντόνους διάλογους τον ρυθμό στον οποίο ο σκηνοθέτης Bennett Miller θα κινήσει την κάμερα του. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχειά της ταινίας που θα μας κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον, παρά τα κάπως αργά και νωχελικά πλανά της σε πολλές σεκάνς, είναι ένα είδους παράλληλης πλοκής που δημιουργείται κατά τη διάρκεια της ταινίας.

Βλέπουμε τον πρωταγωνιστή Brad Pitt(που κατά την ταπεινή μου άποψη δίνει την ερμηνεία της καριέρας του, μαζί με το “Fight club”) στα γραφεία της ομάδας με τους άλλους scouts και τον (επίσης εξαίρετο) Jonan Hill σε ένα γρήγορο μοντάζ και μια έντονη δράση, να διαπληκτίζεται με τους scouts, να ψάχνει αθλητές, να κοιτάζει τα στατιστικά και όλα αυτά τα γίνονται με φρενήρεις ρυθμούς με έξυπνους διάλογους και χιουμορ.Ομως όταν μένει μονός του οι ρυθμοί είναι αργοί, σχεδόν πληκτικοί και η ατμόσφαιρα πολύ μελαγχολική. Ο Billy Beanie είναι ένας άνθρωπος που μοιάζει να ζει μονό για την δουλειά του. Είναι εργατικός, δημιουργικός και αν είναι σκληρός και αυστηρός με τους συνεργάτες του(δεν διστάζει μάλιστα να απολύσει τον έναν όταν τον στριμώχνει παραπάνω) φαίνεται να είναι ο καλύτερος άνθρωπος για τη δουλειά. Όταν όμως τον βλέπουμε στην προσωπική του ζωή μοιάζει χαμένος. Προσπαθεί να πλησιάσει την μικρή του κόρη, που φαίνεται να τον αγαπάει πολύ, αδέξια, με την πρώην γυναίκα του δεν καταφέρνει να ανταλλάξει παρά λίγες κουβέντες και όταν δεν δουλεύει περιφέρεται άσκοπα οδηγώντας, ακριβώς σα να περιμένει να περάσει η ώρα για να γυρίσει πίσω στην ομάδα. Παράλληλα με αυτή την κριτική ματιά στην μοναχικότητα, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να κάνει μια πολύ έμμεση αλλά έντονη αναφορά στον τόσο σκληρό τρόπο που λειτούργει μια ομάδα πρώτης κατηγορίας στο baseball της Αμερικής.

Αυτό που κάνει την ταινία συναρπαστική αλλά και συνάμα της δίνει ένα τραγικό ύφος είναι η αίθουσα που σπέρνοντα οι αποφάσεις για του αγωνες. Όσοι από εσάς ασχολείστε με το στοίχημα ή ακούτε «EΡΑ sport” μπορεί να εκνευριστείτε με την ταινία. Ο τρόπος που επιλεγεί ο Billy Beanie τους παίκτες του ήταν ένα σοκ στους κύκλους του baseball και του ασκήθηκε σκληρή κριτικη.Ομως το θέμα του δεν ήταν η κατάσταση των παικτών και η σχέση με τις άλλες ομάδες όπως συνηθίζουμε, αλλά καθαρά το να φτιάξει μια στρατηγική όπως ακριβώς θα προωθούσε ένα καταναλωτικό προϊον.Μπορω να το παραλληλίσω μονό με προεκλογική εκστρατεία καθώς γίνεται ένα είδος καμπανιάς, αρκετά ψυχρής  που χρησιμοποιούνται οι παίκτες, τους αγοράζουν και τους… ανταλλάσουν με άλλους χωρίς να έχουν καμιά βεβαίωση για το καν που θα είναι ο τόπος κατοικίας τους μέσα σε μια χρονιά, οι προπονητές, που φαίνεται να κρέμεται η θέση τους από μια κλωστή αλλά ακόμα και ο ίδιος ο γενικός διευθυντής που αν δεν καταφέρει την ομάδα να κερδίσει ακόμα και τον τελευταίο αγώνα, κινδυνεύει σοβαρά με απόλυση.

Ο καθαρός καπιταλισμός λοιπόν αφήνει έντονα το στίγμα του και στο baseball καθοδηγώντας την ζωή των ανθρώπων που ασχολούνται με αυτό και κάνοντας τους σκληρούς και πραγματιστές. Έτσι λοιπόν και ο Billy Βeanie αποφασίζει να φτιάξει μια ομάδα που θα βασίζεται στα νούμερα, αφού το μονό που τελικά έχει σημασία είναι τα νούμερα (το πόσες βάσεις θα χτυπήσουν, το πόσες νίκες θα πετυχούν) και όχι οι ικανότητες των παικτών. Με βάση αυτά τα νούμερα και με μια απεριόριστη συνεχή προσπάθεια αναπτέρωσης του ηθικού των παικτών που απέρριψαν όλοι οι άλλοι και αυτός προσέλαβε, καταφέρνει να κερδίσει, μέσα από μια συνεχή μάχη με τους συνεργάτες του αλλά κυρίως με τον εαυτό του(καθώς νέος απέτυχε στο να γίνει μεγάλος παίκτης, αφού ουσιαστικά επέλεξε τα χρήματα από τις σπουδές, που πραγματικά ήθελε).

Δεν είναι λοιπόν το Money ball μια ταινία για ηρώες που καταφέρνουν το ακατόρθωτο, για άμιλλα η για την νίκη που πετυχαίνεις παρά τις αντιξοότητες. Είναι μια περά για περά αληθινή ταινία για τον κυνισμό και τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τον αθλητισμό που δεν είναι πια μια ενάρετη απασχόληση με μεγάλα ιδανικά αλλά άπλα άλλη μια επιχείρηση που πρέπει να διοικείται με πυγμή και ρίσκο και μονό οι ικανότητες και η τύχη σου δίνουν την ευκαιρία να βγεις ζωντανός από το… γηπεδο.

Βαθμολογια: 5/5