Les Enfants Du Paradis - Marcel Carné (1945) – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Les Enfants Du Paradis – Marcel Carné (1945)

Uncategorized | 9-10-2011 |

Παρίσι, 1840, Λεωφόρος του Εγκλήματος. Μέσα στο πολύβωο πλήθος που συνωστίζεται γύρω από τα θεάματα, μια ελεύθερη γυναίκα, αντικείμενο του πόθου, γοητεύεται η ίδια, από τον πρωτοπόρο, αλλά και συνεσταλμένο μίμο, Μπατίστ. Εκείνος την ερωτεύεται παράφορα και με μια εξαιρετική παντομίμα την γλιτώνει από τη φυλακή. Ένας τέτοιος έρωτας, όμως δεν είναι εφικτός. Διότι, δυστυχώς και τους δύο τους χωρίζουν άλλοι έρωτες. Ο Λασνέρ, ο Φρεντερίκ Λεμαίτρ και ο πάμπλουτος κόμης Εντουάρ διεκδικούν την Γκαράνς και η πιστή, ερωτευμένη Ναταλί τον Μπατίστ.

Αυτό είναι, με μια πρώτη ματιά, το απόλυτο αριστούργημα των Ζακ Πρεβέρ και Μαρσέλ Καρνέ, το οποίο, εκλέχτηκε ως η καλύτερη ταινία όλων των εποχών από τους Γάλλους κριτικούς στα πλαίσια του εορτασμού των εκατό χρόνων του κινηματογράφου. Στην ταινία πρωταγωνιστούν μυθικά ονόματα του γαλλικού σινεμά όπως Jean-Louis Barrault, Pierre Brasseur, Marcel Herrand… με κορυφαία, βέβαια, την αμίμητη Arletty.

Υποψήφιο για Oscar Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου το 1947 και με Ειδικό βραβείο «Cesar of Cesars» στο Παρίσι το 1979, “Τα Παιδιά του Παραδείσου”, είναι να μη τι άλλο, ένας παθιασμένος παιάνας για τη ζωτική σημασία και την αμφίδρομη σχέση ελευθερίας και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Διότι όπως καταλαβαίνουμε, οδυνηρά εν μέρει στην ταινία: “η ζήλια ανήκει σε όλους, αν μια γυναίκα δεν ανήκει σε κανέναν…”

Θεωρούμενη ευρέως και δικαίως, ως μία από τις σπουδαιότερες ταινίες όλων των εποχών, κι οπωσδήποτε τεράστιος θρίαμβος για το γαλλικό σινεμά, η ταινία «Τα Παιδιά Του Παραδείσου» μας ταξιδεύει σ’ ένα άχρονο παραμύθι ενός ανεκπλήρωτου έρωτα, κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Είναι το απόγειο μιας εκπληκτικά επιτυχημένης συνεργασίας σκηνοθέτη-σεναριογράφου, μεταξύ Μαρσέλ Καρνέ και Ζακ Πρεβέρ.

«Ο ποιητικός ρεαλισμός φτάνει στα ύψη στα με τα «Παιδιά του Παραδείσου». Με μοναδική επιδεξιότητα συνδυάζει το θέατρο, τη λογοτεχνία, τη μουσική, ανασταίνοντας το θυελλώδη κόσμο του Παρισιού, του 19ου αιώνα, γεμάτο με γυρολόγους και αριστοκράτες, κλέφτες κι εταίρες, προαγωγούς και μάντεις.»
Criterion

«Στο Παρίσι του 19ου αιώνα το αυτό γαλλικό δράμα, με τα μεγάλα πάθη μας απορροφά για 190’. Η ταινία έχει παραχθεί κατά τη διάρκεια μιας διετούς περιόδου κάτω από απόλυτη μυστικότητα, μιας και η Γαλλία ήταν υπό Ναζιστική κατοχή. Πολλοί από τους ηθοποιούς και τα μέλη της παραγωγής, μαζί και ο σεναριογράφος, είχα συλληφθεί, για την συμμετοχή τους στην Αντίσταση. Τα παιδιά του Παραδείσου είναι μία από τις μεγάλες ρομαντικές κλασσικές ταινίες του διεθνούς κινηματογράφου.»
All Movie Magazine

«Το αριστούργημα του Marcel Carné. Το αριστούργημα του Jacques Prévert. Και οι δυο τους κατέχουν άριστα τα εκφραστικά τους μέσα. Κατόρθωσαν να γυρίσουν μια ταινία που διαρκεί περισσότερο από τρεις ώρες, και να φιλοτεχνήσουν τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις με τέτοια λεπτομέρεια, που συνήθως διαθέτουν αποκλειστικά οι μυθιστοριογράφοι. Κατόρθωσαν έτσι να δημιουργήσουν μια άρτια ταινία που ίσως ποτέ να μην ξεπεραστεί σε τελειότητα.

Παρίσι στην εποχή του ρομαντισμού. Η Λεωφόρος του Εγκλήματος- ή αν προτιμάτε η Λεωφόρος του Saint-Martin. Οι ήρωες εκείνης της εποχής: ο Frédérick Lemaitre, ο Δανδής του Μπουλβάρ, ο Debureau, ο μίμος που ταυτίστηκε με τη μορφή του Πιερώτου, όπως ο Τσάπλιν με τον Σαρλώ, ο Lacenaire, δολοφόνος λογοτέχνης, ενσάρκωση της ματαιότητας, η φανταστική Garance. Τέλος, τα μυθολογικά σκηνικά της ρομαντικής ζωής, ένα ντεκόρ που συμμετέχει στην κινηματογραφική συνθήκη των Αθλίων, Των Μυστηρίων του Παρισιού του Père Goriot που διαφέρει πολύ από την άσπρη, κρύα κατασκευή των Βραδινών Επισκεπτών.

Στο επίκεντρο του δράματος βρίσκεται ο ανεκπλήρωτος έρωτας της Γκαράνς και του Ντεμπιρώ. Οι χαρακτήρες είναι ζωντανοί, συμπαθείς, παθιασμένοι και οι περιπέτειές τους ενδιαφέρουσες. Τα θέματα, όμως, που πραγματεύεται η ταινία και τα δίπολα που εγείρει, ενδιαφέρουν πολύ περισσότερο από την πλοκή. Η πόλη και το θέατρο, πρόσωπα φανταστικά και πρόσωπα πραγματικά, το θέατρο και η παντομίμα. Ο βωβός και ο ομιλών κινηματογράφος. Το θέατρο και το σινεμά, οι ηθοποιοί και οι άνθρωποι, με μια λέξη η τέχνη κι η ζωή.

Αυτές οι θεματικές, αυτοί οι προβληματισμοί, αυτά τα δίπολα δεν μελετώνται αφαιρετικά, μα αποτελούν μέρος της δράσης. Είναι πανταχού παρόντα ακόμα κι αν κάποια μάτια δεν μπορούν να τα δουν. Η παρουσία τους, πάντως είναι αυτή που προσδίδει στο έργο μια πνοή και μια κινητήρια δύναμη που σπάνια επιτυγχάνεται στον κινηματογράφο. Αυτή η ταινία είναι μια από τις σημαντικότερες που γυρίστηκαν ποτέ στον κόσμο. Ο ιστορικός θα τη χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς.

Όλη η τέχνη του Καρνέ έγκειται στο μέτρο της ισορροπίας. Η τεχνική του είναι τόσο άρτια που την ξεχνάμε. Σίγουρος για την τέχνη του, καταπιάνεται με επεισόδια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν απεχθή και αποκρουστικά. Ένα μασκαρεμένο παιδί που η παρουσία του δεν μπορεί να εμποδίσει τον πατέρα του απ’ το να εγκαταλείψει τη μητέρα του, ένας πρωτοπόρος μίμος που χάνεται μέσα στο πλήθος ως ένας απ’ αυτούς που αποτελούν το κοινό του. Αυτά είναι πολύ επικίνδυνα θέματα. Ο Carné, έκανε πράγματι τέχνη, και μάλιστα πολύ υψηλή. Το φινάλε των Παιδιών του παραδείσου είναι ένα κομμάτι ανθολογίας.

Εξαιρετικοί ερμηνευτές τίθενται στην υπηρεσία του σκηνοθέτη, πάνω στους οποίους φανερά έγραψε τους ρόλους ο Prévert. Η Αρλετί θα αποχαιρετήσει το κοινό με την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της. Ο Πιέρ Μπρασέρ φτάνει την τέχνη του σε αξεπέραστα ύψη στο ρόλο του ηθοποιού για τον οποίον είχε γραφτεί “ αναστάτωση και ιδιοφυΐα« désordre et génie ». Αν ο Λεμαίτρ του δεν ήταν ιστορικό πρόσωπο θα έμενε στην ιστορία σαν τύπος. Ο Ζαν Λουί Μπαρώ που δεν ήταν στο σινεμά πρώτο όνομα ως ηθοποιός, καθώς το μεγαλύτερο ταλέντο του είναι αυτό του μίμου. Εδώ μπορεί να θέτει τα εκφραστικά του μέσα σε εφαρμογή, και είναι εξαιρετικός. Όταν ο ηθοποιός ξαναγίνεται άνθρωπος, μας φαίνεται πιο ανθρώπινος γιατί είναι ο Πιερώτος.

Το λάβαρο της ταινίας είναι ότι η τέχνη γεννά τη ζωή και όχι η ζωή την τέχνη. Τα τρία χτυπήματα και μόλις ανοίξει η αυλαία ξέρουμε πως μπαίνουμε στον σκηνικό κόσμο. Αν οι χαρακτήρες κατέβουν από τη σκηνή, κάνουν τα πέντε βήματα που τους χωρίζουν από την πλατεία, δεν παύουν να είναι καλλιτέχνες και ως τέτοιους τους αντιμετωπίζουμε καθώς διακρίνουμε την ευαισθησία, το ταλέντο, την εξυπνάδα τους και γι’ αυτό δεν νιώθουμε τη μετριότητα της ζωής τους. Ο Μαρσέλ Εράν που παίζει τον Λασνέρ και ο Φιλίπ Σαλού τον κόμη, το αντιθετικό του δίπολο, είναι ψυχροί και συνάμα ισχυροί σαν οπλισμένα περίστροφα. Όλοι οι βασικοί ρόλοι είναι άριστα παιγμένοι. Όλοι τους ξεχωρίζουν προσωπικά αλλά στη σκηνή των Σαλτιμπάγκων υπάρχει απόλυτη σύμπνοια.

Εύχομαι τα δύο μέρη της ταινίας να προβάλλονται πάντοτε μαζί. Αυτό το μνημείο είναι ένα αδιάσπαστο σύνολο. Αν προβληθεί μόνο το μισό διακινδυνεύουν μια αποτυχία και για τον παραγωγό αλλά και για το γαλλικό σινεμά στο σύνολό του. Καθώς η ποιότητα αυτής της ταινίας υπηρετεί το μεγαλείο και την ισχύ της χώρας μας, με μια λέξη, τη δική μας προπαγάνδα. Το πρεστίζ μας έγκειται στην επιτυχία της.»
Georges Sadoul
Les Lettres françaises 17 mars 1945

Marcel Carné
(1906-1996)
Συναγωνιζόμενος προσωπικά μόνο, με τον Jean Renoir και τον Jean Cocteau, για την πρωτοκαθεδρία στον Γαλλικό Κινηματογράφο μέσα από μια εκθαμβωτική καριέρα, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ’30 και του ’40 γύρισε επτά ανεπανάληπτες ταινίες οι οποίες εδραίωσαν μια φήμη που ακόμη και η ρεβιζιονιστική επίδραση της Nouvelle Vague δεν κατόρθωσε να μειώσει.

Ο Καρνέ είχε μάθει την τέχνη δουλεύοντας προηγουμένως ως βοηθός σε σκηνοθέτες, όπως ο René Clair και ο Jacques Feyder. Στην ηλικία των 30 έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, Jenny. Η μεγάλη του επιτυχία, του επέτρεψε να γίνει ένας πολυγραφότατος σκηνοθέτης με ταινίες όπως, Drôle de Drame, Le Quai des Brumes, Hôtel du Nord και Le Jour se Lève ξεδιπλώνοντας ένα σπάνιο ταλέντο στο να σκηνοθετεί τους ηθοποιούς του και στον έλεγχο της ατμόσφαιρας, που δεν κατόρθωσε κανείς τότε, ακόμα και ως τώρα να ξεπεράσει.

Οι ήρωες του είναι βλοσυροί, λακωνικοί, μοναχικοί άνθρωποι, και οι γυναίκες του εμφανίζονται ως θύματα με χρυσή καρδιά, ατσαλένιο χαρακτήρα, κι ένα ψήγμα μαγείας. Έχουν αγωνιστεί για επιβίωση, αντιμέτωπες με μια αναπόδραστη μοίρα, όπως ακριβώς και η πατρίδα του Καρνέ με την αγωνία της οικονομικής κατάρρευσης και στα πρόθυρα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Όταν η Γαλλία καταλαμβάνεται το 1940, ο Καρνέ αποφασίζει να συνεχίσει να εργάζεται, χρησιμοποιώντας ιστορικά θέματα και σκηνικά για να αποφύγει τη λογοκρισία κι επαφίεται στο εξαιρετικό επιτελείο τεχνικών του για να επιτύχει τους στόχους του. Και στις δύο ταινίες του Les Visiteurs du soir και Les Enfants du Paradis υποβόσκει μια σκληρή κριτική για την Γερμανική Κατοχή κάτω από την επίφαση μιας ιστορικής ίντριγκας. Τα μεταπολεμικά του έργα υπολείπονται κάπως, συγκριτικά, παρόλο που η δεξιότητα του Καρνέ να χειρίζεται το καστ του δεν κλονίστηκε ποτέ.

Έδωσε λαμπρές ευκαιρίες σε πολλά νέα ταλέντα όπως ο Yves Montand, Gérard Philippe, Laurent Terzieff και Jean-Paul Belmondo, καθώς συνέχιζε να συνεργάζεται με επιβλητικά ονόματα όπως ο Gabin και η Arletty. Συνέχιζε να σκηνοθετεί ως και τα 70 του κι έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1980, όντας ο πρώτος σκηνοθέτης που απέλαβε τέτοιας τιμητικής διάκρισης. Δύο χρόνια νωρίτερα, Τα Παιδιά Του Παραδείσου είχαν εκλεγεί ως η καλύτερη ομιλούσα Γαλλική ταινία όλων των εποχών, κι αυτό οδήγησε στη βράβευση του Καρνέ με το ειδικό βραβείο “César des Césars” στην ετήσια τελετή απονομής στο Παρίσι το 1979.

To φιλμ “Les Enfants Du Paradis” ανακηρύχτηκε το 1995, ως η καλύτερη γαλλική ταινία όλων των εποχών ύστερα από ψηφοφορία 600 κορυφαίων κριτικών κι επαγγελματιών, που ήθελε με αυτό τον τρόπο να γιορτάσει τα 100 χρόνια του Κινηματογράφου κι έφτιαξαν μια λίστα, με 1000 ταινίες, οι οποίες γυρίστηκαν, ανάμεσα στο 1944 και στο 1994.

Το κλασικό φιλμ γυρίστηκε με απόλυτη μυστικότητα στα χρόνια της γερμανικής κατοχής και μετατράπηκε σε έναν τεράστιο κινηματογραφικό άθλο για το γαλλικό σινεμά. Από την έλλειψη φιλμ στο κατοχικό Παρίσι, μέχρι την αποκατάσταση της ταινίας, μετά από 65 χρόνια, σε 2K DCP (Digital Cinema Package) και την προβολή της, την άνοιξη στο 64ο Φεστιβάλ των Καννών.

Κι όλα ξεκίνησαν, τους πρώτους μήνες του 1943…

Μετά τις ταινίες, “Το Λιμάνι των Απόκληρων, Ξημερώνει” και “Οι Επισκέπτες της Νύχτας”, ο Καρνέ και ο Πρεβέρ, προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια ταινία, που να πρωταγωνιστήσει η μεγάλη Γαλλίδα σταρ της εποχής Αρλετί και μαζί της, ο Πιερ Μπρασέρ κι ο Λουί Σαλού.

Ο Πρεβέρ, χρειάστηκε 6 μήνες για να γράψει το σενάριο, ενώ ο καλλιτεχνικός διευθυντής Alexandre Trauner κι ο συνθέτης Joseph Cosma, όντας και οι δύο Εβραίοι, δούλευαν κρυφά… Οι συνθήκες του γυρίσματος ήταν χαοτικές, εκείνη τη δύσκολη εποχή του πολέμου. Και σα να μην έφταναν ‘ολα αυτά, σφοδρές καταιγίδες, κατέστρεψαν τα σκηνικά, τα οποία, χρειάστηκαν 67.000 ώρες, για να κατασκευαστούν, με 1800 κομπάρσους, να βρίσκονται στα πλατό, παράλληλα!

Ήταν πολύ δύσκολο, να βρεθεί φιλμ, λόγω του πολέμου, ενώ κάτω από την κυριαρχία του Βισύ, απαγορευόταν από τους Γερμανούς να γυρίσουν ταινία, τη νύχτα… Παρ’ όλα αυτά, η ομάδα του Καρνέ, άντεξε όλες τις αντιξοότητες και τις ταλαιπωρίες. Τα γυρίσματα, τελείωσαν τον Απρίλιο του 1944. Μετά από μήνες μοντάζ, η ταινία ετοιμάστηκε, αλλά ο Καρνέ, ήθελε να καθυστερήσει την κυκλοφορία της, μέχρι την απελευθέρωση της Γαλλίας. Η ταινία, προβλήθηκε τελικά για πρώτη φορά, στις 9 Μαρτίου του 1945. Ήταν τέτοια η απήχηση του έργου, που προβαλλόταν στους Κινηματογράφους, για 45 συνεχόμενες εβδομάδες!

Έτος: 1945 | Xώρα: Γαλλία | Διάρκεια: 190 λεπτά | Σκηνοθεσία: Marcel Carné | Σενάριο: Jacques Prévert | Παίζουν: Arletty, Jean-Louis Barrault, Pierre Brasseur.