The Hurt Locker – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

The Hurt Locker

Uncategorized | 27-11-2010 |

Η ταινία των 6 Όσκαρ, όπως την είδα τρεις Cinefreaks! Αντιπολεμική, πολεμική, κοινωνική, οσκαρική. Τι είναι τελικά το The Hurt Locker;

Η Βαγδάτη έχει γίνει μια πόλη -παγίδα γεμάτη από βόμβες και ανθρώπους καμικάζι που θυσιάζουν την ζωή τους. Περίπου κάθε δεκαπέντε λεπτά γίνεται έκρηξη από έναν αυτοσχέδιο μηχανισμό με θανατηφόρες επιπτώσεις. Η Β- Company είναι η μοναδική ομάδα που έχει εκπαιδευτεί να αφοπλίζει αυτές τις θανατηφόρες βόμβες. Ο λοχίας Σάνμπορν, ένας πρώην καταδρομέας, και ο λοχίας Έλτριτζ, ένας νέος που φιλοσοφεί την ζωή, έχουν μόνο 38 μέρες να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους. Αναγκάζονται να συνεργαστούν με τον καινούριο αρχηγό της ομάδας, Γουίλιαμ Τζέιμς, ο οποίος εφαρμόζει περίεργες τεχνικές και δείχνει να απολαμβάνει το παιχνίδι με τον θάνατο, κάτι που τρομάζει τους υπόλοιπους στρατιώτες.

Η ταινία σε μεταφέρει μέσα στη Βαγδάτη σε ένα ρεαλιστικό σκηνικό με μια σκηνοθεσία από την Μπίνγκελοου που σου δημιουργεί την εντύπωση ότι δεν παρακολουθείς ταινία αλλά ντοκιμαντέρ. Ο πόλεμος σε όλο του το ανατριχιαστικό «μεγαλείο» όπου οι άνθρωποι σκοτώνονται πολλές φορές συνειδητά αλλά όπως και να έχει μάταια.

Μια ταινία που πραγματικά αποτελεί γροθιά στο στομάχι ειδικά για τους Αμερικάνους. Μπορεί η ιστορία να είναι φανταστική και οι συγκεκριμένοι ήρωες να μην υπήρξαν ποτέ όμως κάποιοι ανάλογοι απλώς με άλλα ονόματα βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο Ιράκ στέλνοντας καθημερινά τους εαυτούς τους στο θάνατο. Αυτό παρουσιάζει η Μπίνγκελοου και αυτό θα εισπράξει ο θεατής που ειδικά αν έχει κάποιον εκεί κάτω, θα δει με τα μάτια του τη ζωή στον σύγχρονο πόλεμο. Μπορεί η ταινία να μην είναι η καλύτερη φέτος και να μην συγκρίνεται με το Avatar, όμως το ευαίσθητο για τους αμερικανούς θέμα που αγγίζει της δίνουν ένα σημαντικό προβάδισμα για τη νίκη. Άλλωστε κάτι ανάλογο είχε συμβεί και με το Crash που είχε ως θέμα το ρατσισμό και αν και αουτσάιντερ είχε πάρει το Όσκαρ.

Μαρία Τουρλή | Βαθμός 8

Ο πόλεμος παρότι θεωρητικά η μεγαλύτερη ομαδική συσπείρωση εικονογραφείται συχνά ως το απόλυτο μοναχικό ταξίδι. Μπορεί ομάδες καταδρομών, ομάδες πυροτεχνουργών, ομάδες περίπολου και οτιδήποτε να σφίγγονται γύρω από μια αδιάσπαστη φάλαγγα προκειμένου να συνεχίσουν να ζουν, ο στρατιώτης όμως σε κάθε φιλμ είναι μόνος. Όλη αυτή η παράνοια γύρω του, όλα τα πτώματα, οι σφαίρες και οι βόμβες εσωτερικεύουν τις αντιδράσεις και δημιουργούν μια σειρά απολύτως διακριτών χαρακτήρων. Εκεί μέσα ακόμη και από την ίδια βόμβα, ο θάνατος για τον καθένα θα είναι τελείως διαφορετικός. Θάνατος ψυχολογικός, θάνατος φυσικός, θάνατος ηθικός για όσους τραβήξουν το ταξίδι μακριά.

Στην Βαγδάτη του 2004 μαίνεται ένας πόλεμος που δεν θα τελειώσει ποτέ. Κάθε στενό και μια επιχείρηση, κάθε δρόμος και μια σειρά πτωμάτων. Η ομάδα Μπράβο (στην σημειολογία του πολέμου κανένα όνομα δεν είναι τυχαίο και το “Bravo” δεν είναι άλλο από το αντίστοιχο του λατινικού “B” στο φωνητικό αλφάβητο του ΝΑΤΟ, μια ομάδα υποψήφιων νεκρών δεν είναι παρά ένα αρχικό γράμμα αλφαβήτου για τις κυβερνητικές οργανώσεις) είναι υπεύθυνη για τον αφοπλισμό των ναρκών και βομβών που βρίσκονται κρυμμένες σε όλη την περιοχή. Όταν θα έρθει αναμενόμενα η σειρά του, ο επικεφαλής τους θα σκοτωθεί από μια θαμμένη βόμβα και ο Γουίλιαμ Τζέιμς, πυροτεχνουργός με εξαιρετικό ιστορικό επιδόσεων θα κληθεί να τον αντικαταστήσει. Η χαρακτηριστική άγνοια κινδύνου που επιδεικνύει καθώς κυνηγά με πάθος κάθε αποστολή που φλερτάρει με τον θάνατο θα φέρει τριβές στην ομάδα, τα υπόλοιπα μέλη της οποίας έρχονται όλο και πιο κοντά στον φόβο του θανάτου.

Έχουν άραγε χώρο για ανάπτυξη τα πώς και γιατί ενός πολέμου που μοιάζει απλώς η συνέχεια της ιστορίας και έχει αναλυθεί χιλιάδες φορές; Πάντα έχουν. Απλώς εδώ η ικανότατη Μπίγκελοου μας ξεκαθαρίζει από την αρχή πώς βλέπει τον πόλεμο: “Ένα ναρκωτικό”, χρησιμοποιώντας μια φράση του δημοσιογράφου-πολεμικού ανταποκριτή Κρις Χέτζ. Σε ένα έθνος που πηγαινοέρχεται στην προπαγάνδα και την παθητική στάση απέναντι στον έναν και μοναδικό πόλεμο που διεξάγει, αυτή η αποστασιοποίηση μπορεί να είναι επικίνδυνη. Η κριτική σκέψη που… αγνοείται θέλει το στήριγμά της και σε κάθε φιλμ που αφορά τον πόλεμο οι Αμερικανοί χρειάζονται να τους θυμίζεται κάθε στιγμή η παραμικρή λεπτομέρεια. Το φιλμ της Μπίγκελοου φυσικά και επιχειρεί να είναι πολιτικό χρησιμοποιώντας έναν βασικό συμβολισμό στον οποίο θα πατήσει. Εκεί που τελικά δεν τα καταφέρνει (τουλάχιστον στην εντέλεια) είναι καθαρά στη συνεργασία της σκηνοθέτιδος με τον σεναριογράφο που δίνουν περισσότερο χρόνο στους στρατιώτες επιβεβαιώνοντας τα όσα λέγαμε στην αρχή του κειμένου, μη τολμώντας να προχωρήσει σε ένα κινηματογραφικό παράδοξο με την απουσία χαρακτήρων και σχηματοποιώντας μια κατάσταση που όφειλε να αναχθεί σε σύμβολο. Δεν αδιαφορεί όταν δεν αναφέρει δηκτικά την ιμπεριαλιστική πολιτική μέσω κάποιας σχετικώς χονδροειδούς σκηνής, αλλά δίνει χώρο στους επικριτές της για δράση όσο παρεκκλίνει από την βασική της γραμμή που δεν είναι απλά κατευθυντήρια αλλά μονόδρομος αδιάκοπης κυκλοφορίας.

Η ανήσυχη κάμερα της Μπίγκελοου, που παίρνει τα μέγιστα από τον φωτογράφο του εξίσου καλλιτεχνικού Γκρίνγκρας του United 93, δεν κινείται αδιάκοπα χάριν εντυπωσιασμού αλλά προσφέρει έναν τόπο δράσης και στη ουσία καδράρει ασφυκτικά κοντά τον αντι-ήρωα του πολέμου μέσα σε ένα παρανοϊκό κλειστοφοβικό σύμπαν απειλής. Δεν είναι μιλιταριστική πολιτική θέση υπέρ των στρατιωτών η παρουσίαση απειλής από οποιονδήποτε εμφανίζεται στο φιλμ αλλά η αποτύπωση της ασθένειας, το σημάδι μιας φυσικής παρουσίας που πλέον νοσεί και βρίσκει προσωρινό αναλγητικό στην αδρεναλίνη. Είπαμε, τροπάριο το “Uncle Sam wants YOU!” και αυτό από μόνο του σχεδόν δικαιολογεί την επερχόμενη εξάρτηση από τον πόλεμο που μπορεί να έχει ένας χειραγωγημένος Αμερικανός.

Σκηνές μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Το στοίχημα της Μπίγκελοου είναι μεγάλο, η ταλαντούχα σκηνοθέτης προσπαθεί με μια μικρή σειρά επιχειρήσεων να δημιουργήσει εξίσου ατμόσφαιρα όσο και έναν ανείπωτο τρόμο, έναν αόρατο εχθρό, πανταχού παρόντα, να προκαλέσει την απόλυτη σύγχυση: Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι παρακολουθούμε μια ομάδα πυροτεχνουργών, μια ομάδα που δεν έχει μάθει κυρίως να σκοτώνει αλλά να μη σκοτώνεται, αλλά εξακολουθεί να κρατάει πολυβόλα στα χέρια απειλώντας πολίτες σφετεριζόμενη εδάφη που δεν της ανήκουν, όσο τυχαίο δεν είναι και ότι πουθενά στο φιλμ ο Τζέιμς δεν παίρνει καμία ζωή (τουλάχιστον άμεσα) και μάλιστα προβαίνει σε μια ανούσια “εγχείρηση” ενός ηδη νεκρού παιδιού. Δεν είναι η πρωτοφανής φιλευσπλαχνία του Αμερικανού στρατιώτη που βάζει στο στόμα έναν ευγενικό τρόπο διάλυσης του πλήθους στην ίδια σκηνή, αλλά πραγματικός φόβος απέναντι σε μια μερίδα ανθρώπων ενός κόσμου που είναι στο μυαλό του εξ ορισμού εφιαλτικός. Δεν ξέρω αν εντόπισαν εκεί την αμερικανική προπαγάνδα οι επικριτές αυτού του θαυμάσιου φιλμ, αλλά καμία προπαγάνδα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει σε ένα κλίμα συνειδητοποίησης του υπαρξιακού κενού των χαρακτήρων του, ούτε κανείς θα ενθουσιαστεί με έναν ήρωα που νοσεί (“hurt locker” άλλωστε είναι η πρόκληση τόσο φυσικού όσο και ψυχικού πόνου) και οδεύει με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοκαταστροφή. Σε μια από τις τελευταίες σκηνές του φιλμ, το θολωμένο μυαλό του στρατιώτη πίσω στην πατρίδα αδυνατεί να πάρει μια απλή απόφαση δίχως κανέναν αντίκτυπο, πριν επιστρέψει στο μέτωπο. Δεν έχει ρίσκο, δεν τροφοδοτεί την ανυπαρξία του. Πίσω στην κάθε Βαγδάτη θα μπορέσει ξανά να αναγάγει αυτή όπως και την κάθε λεπτομέρεια σε μια γιγάντια απειλή, θα καταπραΰνει τον εθισμό του στον πόλεμο, θα ικανοποιήσει τον κάλπικο ηρωισμό του και θα βρει έναν τόπο που μπορεί να πεθάνει πριν πείσει τον εαυτό του πως ο καλύτερος τρόπος για να πολεμήσει είναι αυτός που δεν πεθαίνει.

Πάνος Τράγος | Βαθμός 7

Αντιπολεμική, πολεμική, κοινωνική, οσκαρική. Τι είναι τελικά το Hurt Locker? Είναι απλά μια ταινία η δική μου απάντηση. Είναι μια ταινία με πολύ καλή σκηνοθεσία και με πάρα πολύ καλά πλάνα, ειδικά για πολεμική ταινία. Τα κλισέ του κορεσμένου εδώ και χρόνια είδους ξεπερνιούνται, η απλότητα και η αμεσότητα, όσο και το γήινο που εκπέμπουν οι πρωταγωνιστές κάνουν την ταινία να ξεχωρίσει. Θα μπορούσα να επικεντρωθώ σε αυτά τα καλά της ταινίας και να γράψω μια σχετικά καλή κριτική περιορίζοντας τα αρχνητικά στο τέλος. Ωστόσο κάπου εδώ θα σταματήσω με τα θετικά γιατί πλέον μιλάμε για μια ταινία των 6 Oscar…

Συνεπώς από μια τέτοια ταινία περιμένουμε πρωτοτυπία, συναίσθημα, μηνύματα και γενικά κάτι το ξεχωριστό. Δυστυχώς, όπως και άλλες ταινίες που έχουν βρεβευτεί με Oscar τελευταία, σχεδόν τίποτα από τα παραπάνω δεν βλέπουμε στην ταινία της Bigelow. Από πλευράς πρωτοτυπίας λοιπόν έχουμε την αναμόρφωση του είδους, έναν κλασσικό αντιήρωα ανάμεσα σε άλλους ήρωες σε μια ταινία που ο αντιήρωας είναι σίγουρα τόλμη, αλλά από εκεί και πέρα δεν βλέπουμε την αναμόρφωση του είδους που θα περιμέναμε. Σίγουρα τα πλάνα της Bigelow ηταν συναρπαστικά και η εναλλαγή κοντινών, μακρινών έδινε ένταση και σε έβαζε μέσα στην ταινία, ωστόσο αρκεί αυτό για μια ταινία που παρουσιάζεται σχεδόν σαν αριστούργημα?

Ας περάσουμε στο θέμα της ταινίας. Σίγουρα οι πολεμικές ταινίες δεν είναι και η καλύτερή μου, όμως οι περισσότερες εκπέμπουν μέσα από τραγικές εικόνες ένα αντιπολεμικό μήνυμα και μία ματαιότητα για τον πόλεμο. Στο Hurt Locker βλέπουμε λιγότερο την ματαιότητα του πολέμου και περισσότερο την βαρεμάρα, τον αλκοολισμό και την καθημερινότητα των Αμερικάνων στρατιωτών σε έναν ακόμη επεκτατικό και κερδοσκοπικό πόλεμο όπως αυτόν στο ΙΡΑΚ. Αυτό είναι για μένα και το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας, η έλλειψη ταυτότητας. Ένα σενάριο που δεν επικεντρώνει πουθενά, με τις μέρες των στρατιωτών στο πεδίο της μάχης να παιρνάνε αργα και βασανιστικά χωρίς να έρχετε στο τέλος κάποιου είδους λύτρωση, ή κάποιος σοβαρό μήνυμα για το ότι όλα όσα παρακολουθεί ο θεατής επί δύο ώρες έχουν κάποια αξία.

Τελικά η πλειονότητα των θεατών που θα τολμήσουν το Hurt Locker θα απορρήσουν πως μια τέτοια ταινία κέρδισε τόσα βραβεία.

Γιάννης Πατλάκας | Βαθμός 6

Έτος: 2010
Χώρα: ΗΠΑ
Διάρκεια: 131 λεπτά
Σκηνοθέτης: Kathryn Bigelow
Ηθοποιοί:

Guy Pearce, Jeremy Renner, Anthony Mackie, Brian Geraghty, Ralph Fiennes, David Morse, Christian Camargo, Evangeline Lilly