Zama – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Ζάμα

(Zama)


Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 115
Χώρα: Αργεντινή, Βραζιλία, Γαλλία, Ελβετία, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Ισπανία, Λίβανος, Μεξικό, Ολλανδία, Πορτογαλία
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , , , ,
Πρεμιέρα: 18-01-2018
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

 

Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Αντόνιο Ντι Μπενεντέτο (1956), ορόσημο στη Λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, μια από τις πολυαναμενόμενες ταινίες της χρονιάς, από τη μεγαλύτερη ίσως δημιουργό του Αργεντίνικου σινεμά, σε παραγωγή του Πέδρο Αλμοδόβαρ.

Σε μια μακρινή και απομονωμένη αποικία της Νοτίου Αμερικής, στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Ζάμα, ένας αξιωματικός του Ισπανικού Στέμματος, περιμένει μάταια μια μετάθεση σ’ ένα καλύτερο πόστο. Αναγκασμένος να υπομείνει τα μικροπολιτικά παιχνίδια και τους εξευτελισμούς, δεν θα αργήσει να υποκύψει στην λαγνεία και την παράνοια.

Εννέα χρόνια μετά την τελευταία της ταινία, η σημαντικότερη γυναίκα auteur του Λατινοαμερικανικού σινεμά, επιστρέφει με μια ταινία εποχής. Η Μαρτέλ, προσεγγίζει ένα λογοτεχνικό αριστούργημα της πατρίδας της, παραδίδοντας, για πρώτη φορά στη φιλμογραφία της, ένα ιστορικό έπος, με την δική της ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά.

Η νέα ταινία της Lucrecia Martel, της οποίας οι δημιουργίες δε βρίσκουν πάντα το δρόμο τους στις ελληνικές αίθουσες, είναι ένα «σκληρό καρύδι» νοηματολογικά και υφολογικά που μοιάζει να δημιουργήθηκε ώστε να υπάρχει ως αντιπαράδειγμα στην παραδοσιακή δομή των ταινιών εποχής, ωστόσο το να περιορίσει κάποιος το εύρος των προθέσεων του φιλμ αποκλειστικά και μόνο στο συγκεκριμένο σκοπό θα ήταν άδικο για μια δουλειά τόσο μελετημένη και πολυεπίπεδη. Βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του Antonio di Benedetto που θεωρείται μνημειώδης για την αργεντίνικη λογοτεχνία, το “Zama” είναι άκρως εσωστρεφές και δύστροπο, όποιος όμως αποκωδικοποιήσει έστω τις πιο βασικές από τις ιδέες που εμπεριέχονται θα ανταμειφθεί με ένα ιδιαίτερο ψυχογράφημα το οποίο λειτουργεί παράλληλα ως μια αποδόμηση της αποικιοκρατίας και του μοντέλου του επωφελημένου από αυτήν την κατάσταση δυτικού ανθρώπου σε προνομιούχα θέση επιρροής. Φιλήδονος, φιλόδοξος, με σύμπλεγμα ανωτερότητας (χαρακτηριστική η άρνηση της παραδοχής του ότι τον έλκουν σεξουαλικά και γυναίκες που δεν ανήκουν στη λευκή φυλή) και κατά βάθος ψυχολογικά ανώριμος, ο αντιήρωας του di Benedetto μέσα από το φίλτρο της Martel είναι στην ουσία ο απόλυτος εκπρόσωπος μιας ολόκληρης νοοτροπίας εξουσιαστικής συνύπαρξης που επικράτησε με την επέλαση των Ισπανών στις χώρες της Λατινικής Αμερικής με έναν τρόπο που καθιστά το πορτραίτο αυτό (που υφίσταται και μεταβολές μέχρι το τέλος) μελέτη και όχι απλά μια καρικατούρα κακού.

Η σκηνοθέτις παίρνει μια αποστασιοποιημένη ματιά απέναντι στον πρωταγωνιστή της, τον παρατηρεί όπως ένας φυσιοδίφης θα παρακολουθούσε στενά ένα ζώο καταγράφοντας όλες τις λεπτομέρειες στη συμπεριφορά του. Η κάμερα ναι μεν δε φεύγει σχεδόν ποτέ από το Zama, όμως η κινηματογράφηση δεν υιοθετεί ποτέ την οπτική γωνία του ψυχισμού του κρατώντας μια αντικειμενική στάση απέναντι στις πράξεις του και αποφεύγοντας τα υπερβατικά σχήματα, με εξαίρεση το πραγματικά έξοχο φινάλε, λυτρωτικό με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Υπάρχει η εντύπωση ότι η δημιουργός παίζει συνεχώς με τις προσδοκίες ενός μέσου θεατή: παρότι ταινία εποχής, οπτικά η ταινία δεν πνίγεται στις πολυτελείς εσωτερικές διακοσμήσεις, ακριβώς γιατί η πρόθεση είναι να μην υπάρξει ένα οφθαλμόλουτρο πλουτισμού των κατακριτέων ηρώων που βρίσκονται ψηλά στην ιεραρχία γιατί θα υπήρχε αντίφαση με το νόημα που βρίσκεται στον πυρήνα. Ίσα ίσα που το κάδρο είναι ευρύ και πλούσιο στους εξωτερικούς, φυσικούς χώρους, ενώ όταν η δράση μεταφέρεται μέσα σε κτήρια το πλάνο γίνεται ασφυκτικό, κλειστοφοβικό σχεδόν, «κόβοντας» κεφάλια και λεπτομέρειες στα πλάγια, μια αισθητική επιλογή που λειτουργεί και ως μεταφορά για το έλλειμμα ξεκάθαρων πληροφοριών για τα δρώμενα της αφήγησης και που συνδυάζεται ιδανικά με το συγκαλυμμένο ερωτισμό που ξεχειλίζει σε αρκετές σκηνές.

Το τελευταίο μέρος του φιλμ έχει απόηχους μέχρι κι από το αξεπέραστο “Apocalypse Now” από την άποψη ότι το ταξίδι προς αναζήτηση που διεξάγεται υπό την ηγεσία του Zama είναι και μια εσωτερική δοκιμασία για τον ίδιο επειδή θα το φέρει αντιμέτωπο με μια δυνητική, που έχει περάσει στην άλλη πλευρά από τη συμβατική λογική, πλευρά του εαυτού του με τον ίδιο τρόπο που Willard και Kurtz στο αριστούργημα του Coppola ήταν οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Οι λόγοι για τους οποίους το φιλμ δεν απογειώνεται αφορούν το μικρό εύρος των φιλοδοξιών της Martel που καθιστούν το τελικό αποτέλεσμα εσωστρεφές στο μεγαλύτερο μέρος του σε αντίθεση με το μεγαλειώδες αντιιμπεριαλιστικό αριστούργημα που θα μπορούσε να είναι, ενώ και οι αργοί ρυθμοί σε κάποιο σημείο περισσότερο κουράζουν παρά λειτουργούν μυσταγωγικά. Αξίζει να σημειωθεί η χρήση της μουσικής, αταίριαστα εύθυμη με το κλίμα που επικρατεί, χρησιμοποιείται με μια λεπτή ειρωνεία που εντείνει την προαναφερθείσα αίσθηση αποστασιοποίησης που οικοδομείται κατά τη διάρκεια του έργου. Δεν είναι φτιαγμένο για να αρέσει στο ευρύ κοινό, όμως όσοι αρέσκονται σε ένα σινεμά πέρα από συνταγές θα βρουν στο “Zama” μια ευχάριστη έκπληξη, μια απόδειξη ότι ο αποκαλούμενος κινηματογράφος του δημιουργού ζει και βασιλεύει.



wso shell IndoXploit shell webr00t shell hacklink hacklink satış wso shell