Whiplash - Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr
Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , , , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (7 votes, average: 4.71 out of 5)
Loading...

Η ταινία του Damien Chazelle έχει θέμα έναν μουσικό, τον Andrew Neyman (Miles Teller), που παίζει ντραμς σε ένα από τα καλύτερα μουσικά σχολεία της χώρας. Δάσκαλος του σε ένα jazz group είναι ο Terence Fletcher (J. K. Simmons). Η ταινία του Chazelle πέρασε από πολλά προβλήματα καθώς ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να την κάνει πάσει θυσία. Έτσι, όταν το 2012 δε βρήκε χρηματοδότηση, πήρε ένας μέρος του σεναρίου και το γύρισε σε μικρού μήκους, με το ίδιο όνομα. Το μικρό Whiplash έσκισε στο Sundance το 2013 και έτσι ο Chazelle εξασφάλισε χρήματα για τη μεγάλου μήκους ταινία του, με αποτέλεσμα ένα χρόνο αργότερα, τον Γενάρη του 2014, το νέο Whiplash, μεγάλου μήκους πλέον, να γυρίσει στο Sundance και να κατακτήσει το μεγάλο βραβείο της επιτροπής αλλά και το βραβείο κοινού.

Το Whiplash δείχνει πόσο σκληρή μπορεί να είναι η μουσική παιδεία και πόση πίεση δέχεται ένας νεαρός μουσικός από τον δάσκαλό του. Η ταινία πήρε διθυραμβικές κριτικές όπου προβλήθηκε, ενώ η επόμενη Φεστιβαλική της στάση θα είναι στο Φεστιβάλ του Τορόντο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΛΑΚΑΣ


Μία από τις πιο ευχάριστες κινηματογραφικές εκπλήξεις της χρονιάς, κάνει την εμφάνιση της στις Αίθουσες αυτή την εβδομάδα. Ο λόγος για το αναζωογονητικό, μουσικό φιλμ «Χωρίς Μέτρο» (Whiplash), το οποίο αποτελεί τη δεύτερη μεγάλου μήκους δημιουργία του Νταμιέν Σαζέλ, μετά το «Guy and Madeline on a Park Bench» του 2009. Διαθέτοντας ένα υπέροχο μουσικό σκορ και παρά το μέτριο και σε σημεία προβλέψιμο στόρι του – απ’ το οποίο δε λείπουν δυστυχώς οι συνήθης υπερβολές – το φιλμ καταφέρνει να απογειωθεί εξαιτίας κυρίως των δύο βασικών πρωταγωνιστών του. Του ανερχόμενου Μάιλς Τέλερ και του βετεράνου Τζ. Κ. Σίμονς, ο οποίος μας χαρίζει μία συγκλονιστική ερμηνεία…
Ο Andrew Neyman (Μάιλς Τέλερ – Miles Teller) είναι ένας φιλόδοξος νεαρός ντράμερ της τζαζ που σπουδάζει σ’ ένα από τα καλύτερα μουσικά σχολεία της Αμερικής. Καθηγητής του είναι ο Terence Fletcher (Τζ. Κ. Σίμονς – J. K. Simmons). Ένας από τους πιο απαιτητικούς, σκληρούς και τελειομανείς μαέστρους της τζαζ. Η μέθοδος διδασκαλίας του είναι κάθε άλλο παρά συμβατική. Υπάρχουν όμως όρια όταν προσπαθείς να αναδείξεις την τέλεια ερμηνεία και μέχρι που μπορείς να φτάσεις στην αναζήτηση νέων μουσικών ταλέντων;
«Υπάρχουν πολλές ταινίες για τη χαρά της μουσικής. Αλλά ως νεαρός ντράμερ στην ορχήστρα ενός μουσικού σχολείου με διακατείχε κάτι διαφορετικό: ο φόβος. Ο φόβος του να χάσω ένα χτύπημα. Ο φόβος του να χάσω τον ρυθμό. Και πιο έντονος από κάθε τι ήταν ο φόβος του διευθυντή της ορχήστρας. Με το «Χωρίς Μέτρο» ήθελα να δημιουργήσω μια ταινία για τη μουσική που να θυμίζει πολεμική ή γκανγκστερική ταινία, όπου τα όργανα αντικαθιστούν τα όπλα, όπου οι λέξεις είναι το ίδιο βίαιες όσο τα όπλα και η δράση δεν ξετυλίγεται σ’ ένα πεδίο μάχης αλλά σε μια αίθουσα που γίνονται πρόβες ή στη σκηνή ενός θεάτρου» – δηλώνει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης Νταμιέν Σαζέλ και συνεχίζει:
«Ο θρύλος της τζαζ που με έχει τραβήξει από πάντα είναι ο νεαρός Charlie Parker. Αν ρωτούσατε τους σύγχρονους του Charlie όταν ήταν 16 ή 17 ετών στο Kansas City ποιος θα ήταν ο μεγαλύτερος μουσικής της γενιάς του, κανένας δεν θα επέλεγε τον Charlie. Για τους παλιούς, ήταν απλώς ένα ανυπόμονο παιδί με μέτριο ταλέντο. Κι όμως, με κάποιο τρόπο κάτι συνέβη στον Charlie στο τέλος της εφηβείας του, γιατί μέχρι τα 19 έπαιζε ήδη τη σπουδαιότερη μουσική που έχουμε ακούσει μέχρι σήμερα. Πώς συνέβη αυτό; Λοιπόν, κατά τα λεγόμενα, μια νύχτα ο Charlie έπαιξε σ’ ένα κλαμπ και τα θαλάσσωσε στο σόλο του. Ο μόνιμος ντράμερ του έριξε ένα κύμβαλο στο κεφάλι και το κοινό τον γιούχαρε. Πήγε για ύπνο με δάκρυα στα μάτια και μουρμουρίζοντας ότι θα τους δείξει. Εξασκήθηκε σαν τρελός για τον επόμενο χρόνο και μετά επέστρεψε στο κλαμπ όπου τους άφησε άφωνους.»
Το φιλμ αφηγείται την ιστορία του 19χρόνου Άντριου που φιλοδοξεί να γίνει ο καλύτερος τζαζ ντράμερ της γενιάς του. Όμως ο ανταγωνισμός είναι σκληρός στο ωδείο του Μανχάταν, το οποίο θεωρείται ως το κορυφαίο μουσικό σχολείο της Ανατολικής Ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αποτυχία του πατέρα του ως συγγραφέα στοιχειώνει τον νεαρό, ο οποίος είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα για να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Παράλληλα όμως, θα πρέπει να αντεπεξέλθει και στην καθοδήγηση ενός ταλαντούχου, αλλά σκληρού δασκάλου…
«Κοιτάζοντας πίσω, αναρωτιέμαι πώς και γιατί συνέβη αυτό. Το ταξίδι μου ως ντράμερ έφτασε μέχρι εθνικές διακρίσεις και βραβεία, αλλά θυμάμαι ακόμα τους εφιάλτες, τη ναυτία και τα γεύματα που δεν έφαγα, τις μέρες της αφόρητης αγωνίας, όλα στην υπηρεσία ενός μουσικού είδους που φαινομενικά έχει να κάνει με την ελευθερία και τη χαρά. Το πιο κρίσιμο από όλα για μένα εκείνο τον καιρό ήταν μόνο μία σχέση, αυτή που είχα με τον δάσκαλο μου. Αυτή τη σχέση, τόσο φορτισμένη και έντονη, ήταν κάτι που ήθελα να εξερευνήσω στην ταινία. Αν είναι καθήκον του δασκάλου να σπρώχνει τους μαθητές στο μεγαλείο, τότε σε ποιο σημείο σταματάει αυτό; Έπρεπε να γιουχάρουν τον Charlie Parker στη σκηνή για να γίνει ο “Bird”? Πώς γίνεται κάποιος σπουδαίος;» – Νταμιέν Σαζέλ
Μετά το φιλμ «Guy and Madeline on a Park Bench» του 2009, ο σκηνοθέτης Νταμιέν Σαζέλ επιστρέφει με τη δεύτερη μεγάλου μήκους δημιουργία του. Μία εντυπωσιακή μουσική ταινία, που με οδηγό ένα ιδιαίτερα αξιόλογο μουσικό σκορ και συνταξιδιώτες τους Μάιλς Τέλερ (Miles Teller) και Τζ. Κ. Σίμονς (J.K. Simmons), ταξιδεύουμε σ’ ένα από τα πιο αξιόλογα φιλμ, που μας έρχονται από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, για την τρέχουσα κινηματογραφική σεζόν.
Ο νεαρός Μάιλς Τέλερ (Miles Teller), γεννημένος στις 20 Φεβρουαρίου του 1987 στην Πενσιλβανία των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει προλάβει να μας συστηθεί μέσα από κάποιες ενδιαφέρουσες ταινίες, όπως το “The Spectacular Now” (2013) του James Ponsoldt, με συμπρωταγωνίστρια την Shailene Woodley. Ενώ πέρσι τον παρακολουθήσαμε στο “Divergent” (2014) – επίσης δίπλα στην Shailene Woodley – και στο “Two Night Stand” (2014) του Max Nichols. Όμως με το φιλμ «Χωρίς Μέτρο» (Whiplash), μας δίνει την καλύτερη ερμηνεία του, αποδεικνύοντας το αναμφισβήτητο ταλέντο του. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Μάιλς, παίζει ο ίδιος τα ντραμς στην ταινία. Ο ηθοποιός – που παίζει ντραμς από τα δεκαπέντε του χρόνια – πραγματοποίησε εντατικά μαθήματα, για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις ανάγκες του ρόλου.
Νέμεσις του στην ταινία είναι ο βετεράνος Αμερικανός ηθοποιός Τζ. Κ. Σίμονς, γνωστός από αναρίθμητες τηλεοπτικές σειρές, αλλά και από αξιόλογες δημιουργίες, όπως το “Young Adult” του 2011 ή το “Juno” του 2007. Όμως η αλήθεια είναι ότι τις περισσότερες φορές ο Σίμονς, είχες μικρούς και δευτερεύοντες ρόλους να ερμηνεύσει. Ο Νταμιέν Σαζέλ, του δίνει τη δυνατότητα να υποδυθεί έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα, κι εκείνος εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία, πραγματοποιεί μία υπέροχη εμφάνιση και μία ερμηνεία όπου – αν και ίσως αδίκως τον κατατάσσει στους ‘Β Ανδρικούς Ρόλους – μαγεύει τον θεατή, σε μία από τις καλύτερες περφόρμανς που είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε το 2014, σε αμερικανική ταινία. Αξίζει τέλος να σημειώσουμε ότι τον απολαυστικό Τζ. Κ. Σίμονς, θα έχουμε την ευκαιρία να τον παρακολουθήσουμε και στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, με προσωρινό τίτλο, «Ω γλυκύ μου έαρ».
«Για να αιχμαλωτίσω τα συναισθήματα που ένιωσα την περίοδο που ήμουν ντράμερ, κινηματογράφησα κάθε μουσική ερμηνεία στην ταινία σαν να είναι θέμα ζωής και θανάτου, σαν κυνηγητό με αυτοκίνητα ή σαν ληστεία τράπεζας. Ήθελα να δείξω όλες τις λεπτομέρειες που θυμόμουν, όλη τη βρωμιά, την προσπάθεια που χρειάζεται ένα κομμάτι μουσικής. Τις ωτοασπίδες και τις σπασμένες μπαγκέτες, τις φουσκάλες και τις πληγές στα χέρια, το ασταμάτητο μέτρημα και το συνεχές μπιπ τον μετρονόμων, τον ιδρώτα και την κούραση. Ταυτόχρονα, ήθελα να αιχμαλωτίσω τις φευγαλέες στιγμές που επιτρέπει η μουσική και που το φιλμ μπορεί να συλλάβει. Όταν ακούς ένα σόλο του Charlie Parker μπαίνεις σε μια κατάσταση ευδαιμονίας. Άξιζε τον κόπο να υποφέρει τόσο πολύ ο Parker για την τέχνη του, για να μπορούμε να απολαύσουμε τα αποτελέσματα δεκαετίες μετά; Δεν έχω ιδέα, αλλά για μένα είναι μια ερώτηση που αξίζει να τεθεί, καθώς αφορά κάτι πέρα από τη μουσική ή την τέχνη και αγγίζει μια ιδέα που δεν είναι απλή, αλλά από την άλλη είναι τόσο θεμελιώδης για την αμερικάνικη προσωπικότητα: το μεγαλείο με όποιο κόστος.» – Νταμιέν Σαζέλ
Η ταινία πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της πέρσι τον Ιανουάριο στο Φεστιβάλ του Σάντανς, όπου και τιμήθηκε τόσο με το Μεγάλο Βραβείο, όσο και με το Βραβείο Κοινού της διοργάνωσης. Στη συνέχεια το «Whiplash» προβλήθηκε τον Μάιο στο Φεστιβάλ των Καννών στο τμήμα Queer Palm, ενώ στη χώρα μας είχαμε την ευκαιρία να το παρακολουθήσουμε τον Σεπτέμβριο στο επετειακό 20ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι η κριτική επιτροπή του κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Ντοβίλ υπό την προεδρία του σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, απένειμε στην ταινία του 29χρόνου σκηνοθέτη Νταμιέν Σαζέλ, το 1ο Βραβείο, καθώς και το Βραβείο Κοινού.
Το soundtrack της ταινίας αποτελείται από εικοσιτέσσερα (24) μουσικά κομμάτια, τα οποία ουσιαστικά χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Τα τζαζ κομμάτια που γράφτηκαν για το «Χωρίς Μέτρο» (Whiplash), τη μουσική υπόκρουση και τα κλασικά τζαζ κομμάτια των Stan Getz, Duke Ellington και άλλων. Ανάμεσα στις εκπληκτικές μελωδίες που ακούγονται στην ταινία ξεχωρίζει και το Untoit (Stan Getz). Δεν θα μπορούσε βέβαια σε μία ταινία που λέγεται «Whiplash» να μην ακούγεται το ομώνυμο κλασικό τζαζ κομμάτι του Hank Levy, του καταξιωμένου συνθέτη που έμεινε στην ιστορία για τους περίεργους ρυθμούς των συνθέσεων του.
Στην ταινία ακούγεται και το εξωτικό “Caravan” μία από τις πιο γνωστές συνθέσεις των Duke Ellington και Juan Tizol. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο κομμάτι ακούγεται σε ταινία, καθώς ο Woody Allen, λάτρης της τζαζ το έχει χρησιμοποιήσει στα φιλμ: “Alice” και “Sweet and Lowdown”.
Ο συνθέτης Justin Hurwitz (original score και κομμάτια ορχήστρας Big Band), επισημαίνει χαρακτηριστικά:
«Ο σκηνοθέτης κι εγώ αρχίσαμε να μιλάμε για τη μουσική της ταινίας ένα χρόνο πριν αρχίσει το γύρισμα. Ενώ τα τζαζ κομμάτια της ταινίας ήταν απλά – θα έγραφα με συγκεκριμένα στυλ από διαφορετικές εποχές- η μουσική υπόκρουση της ταινίας ήταν ένα αίνιγμα. Πώς γράφεις μουσική για μία ταινία που έχει ήδη τόση μουσική μέσα της; Ξέραμε ότι δεν έπρεπε να έχουμε μία μεγάλη ορχήστρα, καθώς η ταινία έχει κομμάτια με μεγάλη ορχήστρα ούτως ή άλλως. Ξέραμε ότι η ορχηστρική υπόκρουση δεν θα ταίριαζε με το ύφος της ταινίας. Και η ηλεκτρονική μουσική δεν ταιριάζει σε μία ταινία για τη μουσικότητα και τα όργανα. Τελικά σκεφτήκαμε να χτίσουμε τη μουσική χρησιμοποιώντας τις τεχνικές της ηλεκτρονικής μουσικής αλλά με φυσικά όργανα, τα οποία είχαμε σετάρει σε λογική μεγάλης ορχήστρας. Κάνοντας το αυτό, θα είχαμε μία μουσική ατμοσφαιρική όπως η ηλεκτρονική και οργανική για το υπόλοιπο ηχητικό περιβάλλον της ταινίας, χωρίς να ακούγεται σαν να παίζει μία μεγάλη ορχήστρα.»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΣΟΣ

Από 14 Σεπτέμβρη, το πρόγραμμα των αιθουσών στο Cinefreaks.gr!