Suburra, Υπόγεια Πόλη - Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Suburra, Υπόγεια Πόλη


Ένας γκάνγκστερ,  γνωστός με το ψευδώνυμο «Σαμουράι» θέλει να μετατρέψει μια μικρή πόλη κοντά στη Ρώμη σε Λας Βέγκας.  Ένας διεφθαρμένος πολιτικός,  ο οποίος έχει αδυναμία σε νεαρές πόρνες και στην κοκαΐνη, τον προστατεύει , με τη βοήθεια ενός ισχυρού καρδιναλίου. Όλα τα τοπικά αφεντικά της μαφίας έχουν συμφωνήσει να συνεργαστούν για να πετύχουν το κοινό στόχο. Αλλά η ειρήνη δεν πρόκειται να διαρκέσει πολύ, και ένας άγριος πόλεμος μεταξύ των συμμοριών είναι έτοιμος να καταστρέψει το όνειρο του Σαμουράι.

Η Suburra, Υπόγεια Πόλη είναι μια ταινία με κατεξοχήν πολυεπίπεδο περιεχόμενο. Υφαίνει έναν ιστό ο οποίος αποδεικνύεται πολύ περισσότερο περίπλοκος απ’ ότι θα νόμιζε κανείς. Καλά μέχρι εδώ, το θέμα είναι αν χάνεται μέσα στον ίδιο του το λαβύρινθο ή καταφέρνει να διαχειριστεί το περιεχόμενό του. Και εδώ είναι που ο σκηνοθέτης Stefano Sollima κερδίζει το μεγάλο στοίχημα και καταφέρνει όχι απλά να προκαλέσει το ενδιαφέρον για κάθε μια από τις πλευρές της ιστορίας που διηγείται, αλλά και να αναδείξει τους χαρακτήρες του σε neo-noir υποκοσμικούς αντιήρωες.

Η άψογη σκηνοθεσία ξέρει πολύ καλά να παίζει με το ρυθμό προκειμένου να μετατρέψει δύο ώρες σε μια ρευστή κι ενδιαφέρουσα εμπειρία. Αξιοποιεί την πηγή του βιβλίου στο οποίο είναι βασισμένο το δημιούργημά του με απόλυτο σεβασμό, βγαίνοντας αλώβητος από την κατάρα των μεταφορών που τις θέλουν να υστερούν της αντίστοιχης πηγής. Καταφέρνει με άνεση να ελιχθεί ανάμεσα στο γκανγκστερικό δράμα και το πολιτικό θρίλερ, όπως καταφέρνει να συνδυάσει τα εκτυφλωτικά φώτα ενός κλαμπ με τη νωπότητα ενός βροχερού σοκακίου. Ο τρόπος, μάλιστα, που δένει κάθε πλευρά της τραγωδίας που επίκειται ως ένα λειτουργικό μέρος ενός γενικότερου συνόλου, είναι υποδειγματικός όσον αφορά στην αφήγησή του.

Επιπλέον, δείχνει να έχει μελετήσει πάρα πολύ καλά τον γκανγκστερικό κινηματογράφο, μπορώντας να συνδυάσει στο ίδιο φιλμ την τραγική ειρωνεία του Σημαδεμένου του Howard Hawkes (και του Brian De Palma) με το επικό στοιχείο και τη σαιξπηρική σχεδόν διάσταση του Νονού. Με άλλα λόγια, ξέρει πως να αξιοποιήσει την ίδια την ιστορία του κινηματογράφου προς όφελος του ίδιου του δημιουργήματός του. Οι ερμηνείες είναι επίσης έξοχες, με ένα υποδειγματικό κάστινγκ να ταυτίζει τον κάθε ηθοποιό ολόσωστα με τον χαρακτήρα τον οποίο υποδύεται, ενώ η μουσική που ακούγεται, αν και δεν κλέβει την παράσταση, εντείνει με κατάλληλο τρόπο την ατμόσφαιρα της κάθε σκηνής.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια ταινία η οποία δε θα απογοητεύσει όχι μόνο τους φανς του ιδιώματος, αλλά και όσους κάνουν το βήμα προς τα ενδότερα της σκοτεινής αίθουσας με μόνο κριτήριο τα όσα διάβασαν ιντερνετικώς. Ένα μαφιόζικο έπος που διατηρεί την παράδοση αλλά ταυτόχρονα τολμά να δείξει και ψήγματα προσωπικότητας.