All I See Is You: Blake Lively και Jason Clarke στη νέα ταινία του Marc Forster – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

All I See Is You


Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 111
Χώρα: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Ταϊλάνδη
Σκηνοθεσία:
Σενάριο: ,
Ηθοποιοί: , , , ,
Πρεμιέρα: 29-03-2018
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

H Τζίνα (Μπλέικ Λάιβλι) και ο Τζέιμς (Τζέισον Κλαρκ) έχουν έναν υπέροχο γάμο. Μετά από ένα ατύχημα που της κόστισε τους γονείς αλλά και την όρασή της, η Τζίνα εξαρτάται ολοκληρωτικά από τον άντρα της, κι αυτή η εξάρτηση φαίνεται πως κρατάει σταθερή την παθιασμένη σχέση τους. Εκείνη βλέπει τον κόσμο μέσα από τα μάτια του Τζέιμς που της περιγράφει κάθε τι από την καθημερινή ζωή. Όλα κυλούν όμορφα, μέχρι τη στιγμή που η Τζίνα αποκτά ξανά την όρασή της κι αρχίζει να βλέπει τον κόσμο μέσα από τα δικά της μάτια…. Σύντομα, θα καταλάβει πως η ζωή της είναι πολύ διαφορετική απ’ ό,τι πίστευε.

Έχοντας μια ποικιλόμορφη φιλμογραφία που μαρτυρά περισσότερο μια διεκπεραιωτική προσαρμοστικότητα απέναντι στις απαιτήσεις ενός σεναρίου κι ενός στούντιο που βρίσκεται από πίσω παρά έναν πραγματικά χαμαιλεοντικό σκηνοθέτη με πολλά πρόσωπα λόγω μιας αντίστοιχα πολυσχιδούς παιδείας, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχουν στα φιλμ του διάσπαρτες εμπνευσμένες στιγμές, ο Marc Forster μπορεί να έχει μεταπηδήσει σε πολλά είδη, ποτέ όμως δε φαίνεται να ξεπέρασε την ωμή δύναμη και την ως επί το πλείστον αντιχολιγουντιανή δραματουργία του έξοχου “Monster’s Ball” που αποτελεί και την καλύτερη δημιουργία του μέχρι σήμερα. Η νέα του ταινία, που κάκιστα προμοταρίστηκε ως θρίλερ για εμπορικούς λόγους με αποτέλεσμα μια μαζικά αρνητική αντίδραση από την πλειοψηφία του κοινού που άλλο προϊόν μπήκε να δει και με άλλο κατέληξε, είναι ίσως η πιο ιδιαίτερή του σε επίπεδο θεματικής προσέγγισης κι αισθητικής, αφαιρετική σε βαθμό που προκαλεί σύγχυση σε κάποια σημεία, ενίοτε εικαστικά πανέμορφη και καλογυαλισμένη σαν βιντεοκλίπ και απρόθυμη να καταταχτεί σε ένα συγκεκριμένο είδος ή τις συμβάσεις μιας κλασικά δομημένης πλοκής. Με αυτές τις προδιαγραφές το λογικό θα ήταν ένα αξιόλογο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, όμως δυστυχώς το φιλόδοξο αυτό πόνημα, παρά κάποιες μεμονωμένες αρετές, αποτυγχάνει να αποτελέσει μια ουσιαστική μελέτη επάνω στις δυναμικές θηλυκού και αρσενικού φύλου στα πλαίσια μιας ερωτικής σχέσης.

Ένα ζωτικής σημασίας πρόβλημα είναι το ζεύγος των ηθοποιών που έχει στα χέρια του ο Forster. Τόσο η Blake Lively όσο και ο Jason Clarke δεν είναι ερμηνευτές που στερούνται δυνατοτήτων, έχουν όμως ακόμη ένα περιορισμένο εύρος, ειδικά η πρώτη. Είναι λίγοι για να «σηκώσουν» στους ώμους τους ένα ολόκληρο φιλμ ενώ κάνει άσχημη εντύπωση η αναντιστοιχία των σύνθετων ψυχολογικά ενεργειών των ηρώων με την αμηχανία στην προσέγγιση των ηθοποιών απέναντί τους. Δεν πρόκειται για μια κατασκευή κενή περιεχομένου: οι χαρακτήρες έχουν μια κάποια υπόσταση που πάει ένα βήμα πιο πέρα από τις συνηθισμένες στερεοτυπικές διαπιστώσεις περί αντρικών και γυναικείων συμπεριφορικών μοτίβων. Δυστυχώς όμως ακόμη και αυτά τα συμπεράσματα, τα έστω ελαφρώς διαφοροποιημένα του μέσου όρου των αμέτρητων κινηματογραφικών σπουδών επάνω στο δίπολο γυναίκα/άντρας, δεν είναι αρκούντως δουλεμένα για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη του φιλμ, και κυρίως, δε στηρίζονται επάνω σε εντελώς ολοκληρωμένους ήρωες. Μια σύγκριση με το εξαιρετικά πρόσφατο, αριστουργηματικό “Phantom Thread” που βαδίζει στα ίδια μονοπάτια (έστω σε διαφορετικό χρονικό πλαίσιο, ο καμβάς της σύγκρουσης και ταυτόχρονα αλληλοσυμπλήρωσης των φύλων είναι αυτός που μένει ο ίδιος) αλλά επιτυγχάνει να διεισδύσει σε βάθος τόσο σε ψυχολογικό όσο και σε κοινωνιολογικό επίπεδο είναι καταλυτική για να τοποθετήσει το “All I See Is You” στο κατάλληλο σημείο σε ένα θεωρητικό αξιολογικό πίνακα.

Από ένα σημείο κι έπειτα, ούτε οι εντυπωσιακές κι εξεζητημένες συνάμα εικόνες που παρελαύνουν ούτε η επίφαση αντισυμβατικότητας στον τρόπο της αφήγησης, με μια πλειάδα συμβολισμών και πλάνα που παρεμβάλλονται χωρίς να συνδέονται αυστηρά με την πλοκή, αποβαίνουν αρκετά για να καλύψουν τα κενά που υπάρχουν στην ιστορία, κατά πάσα πιθανότητα εσκεμμένα για την οικοδόμηση μιας arthouse αίσθησης, η οποία εν τέλει φαντάζει αρκετά προσποιητή και δήθεν, ειδικά αν ληφθεί υπόψιν ότι επιλέγεται από ένα σκηνοθέτη μισθοφόρο που θυσίασε αρκετά νωρίς στην καριέρα του το ύφος του καλώς εννοούμενου ανεξάρτητου κυκλώματος για τις χάρες του mainstream Χόλιγουντ. Δε βοηθάει ούτε το αποστασιοποιημένο ύφος που επιλέγεται και καθιστά αδύνατη όχι μόνο την ταύτιση με τους χαρακτήρες, αλλά ακόμη και τη σταδιακή καλλιέργεια πραγματικού ενδιαφέροντος για αυτούς από τη μεριά του θεατή: ο Forster δεν είναι Haneke, ο οποίος εξάλλου όταν αποφάσισε να καταπιαστεί με ένα παντρεμένο ζευγάρι, έστω αγγίζοντας διαφορετικές προβληματικές, δε φοβήθηκε να γίνει συναισθηματικά φορτισμένος στο “Amour”. Είναι κρίμα, γιατί με τη σκηνοθετική ματιά που επιλέγεται εδώ, με ένα καλύτερο σενάριο θα παραγόταν οπωσδήποτε τουλάχιστον κάτι αξιόλογο, εν αντιθέσει με το «μισοψημένο» τελικό αποτέλεσμα που προέκυψε.