Never Let Me Go - Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Never Let Me Go


Για όλους εσάς που  ψάχνετε ευφάνταστους τρόπους να καταστρέψετε την ευδιαθεσία μιας καλοκαιρινής βραδιάς, ιδού  κάτι αποδοτικότερο κι από το να ακούσετε το “Summertime Sadness” 20 φορές στο repeat. Με την καλή έννοια, πάντα. Αν δεν σας τρόμαξα ως εδώ, συγχαρητήρια, είστε από τους τολμηρούς και θα αποζημιωθείτε πάραυτα αν ακολουθήσετε τη συμβουλή μου και παρακολουθήσετε τούτο το αδικαιολόγητα υποτιμημένο αριστούργημα.

«Αδικαιολόγητα» έγραψα ε; Λάθος λέξη καθώς ήδη το λήμμα της ταινίας στη Wikipedia προσφέρει, όχι μία, αλλά πέντε εξηγήσεις, σχετικά με την εμπορική της αποτυχία: α) Κακό timing, μιας και βρήκε διανομή αρχές φθινοπώρου που το κοινό δεν έχει προλάβει να απεξαρτηθεί από την ελαφρότητα που προσφέρουν οι  τυπικές καλοκαιρινές κυκλοφορίες β) «Δυσπρόσιτο πρωτογενές υλικό, καθώς βασίζεται σε ένα περίπλοκο μυθιστόρημα του Kazuo Ishiguro. γ) Ανάμικτες κριτικές. δ) Καταθλιπτικό ύφος. ε) Πλήρης απουσία ενδιαφέροντος εκ μέρους του ανδρικού κοινού.

never-let-me-go

Οι παραπάνω παράγοντες, βέβαια, αν και στάθηκαν ικανοί να φρενάρουν την πορεία του φιλμ  στις αίθουσες, τουλάχιστον δεν στερούν το παραμικρό από την καλλιτεχνική του αξία. Η σπαραχτική ιστορία του Ishiguro, μεταφέρεται στην οθόνη με απαράμιλλη σκηνοθετική εγκράτεια, ερμηνευτική δεξιοτεχνία και μια διάχυτη καλαισθησία στους επιμέρους εικαστικούς τομείς της φωτογραφίας, των κοστουμιών και των σκηνικών. Ξεχωριστή μνεία, βέβαια, οφείλουμε και στο soundtrack της Rachel Portman το οποίο συντροφεύει αρμονικά τα μελαγχολικά πλάνα του σκηνοθέτη Μark Romanek, χαρίζοντας τους που και που την ψυχική ανάταση που τους λείπει.

Κι ενώ η εκτέλεση είναι υποδειγματική, παρόλα αυτά και μόνο η ίδια η δύναμη του θέματος αρκεί για να αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον μας.

Τοποθετημένο σε μια φανταστική δυστοπία το σενάριο ακολουθεί τις ζωές της Κάθυ, του Τόμι και της Ρουθ, τριών νεαρών που πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια εσώκλειστοι σε ένα ιδιότυπο βρετανικό σχολείο. Όπως μαθαίνουμε βέβαια κατά την διάρκεια της αφήγησης, τους τρόφιμους τους συγκεκριμένου εκπαιδευτικού ιδρύματος τους περιμένει μια ιδιαίτερα σκοτεινή κι αποτρόπαιη μοίρα, καθώς δεν πρόκειται για τυπικούς μαθητές, αλλά για κλώνους που έχει φτιάξει η βρετανική κυβέρνηση, προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει ως δωρητές οργάνων σε περιπτώσεις καρκινοπαθών ασθενών.

Παρόλο που το concept ακούγεται φουτουριστικό, η χρονική του τοποθέτηση στην δεκαετία του 1960 δίνει άλλοθι για μια εντελώς vintage προσέγγιση, που δημιουργεί ένα άκρως ενδιαφέρον κοντράστ φόρμας και περιεχομένου. Η απεικόνιση μιας παρελθοντικής εποχής με αναχρονιστικά στοιχεία από ένα, ευτυχώς όχι ακόμα υπαρκτό, μέλλον συνθέτουν έναν πολύ ιδιαίτερο αφηγηματικό χωροχρόνο, ιδανικό για να τονίσει την διαχρονικότητα του κεντρικού προβληματισμού. Ο οποίος, δεν είναι άλλος από το κλασσικό ερώτημα του πόσο στ’ αλήθεια ελεύθεροι είμαστε, όταν ερχόμαστε και φεύγουμε απ’αυτή τη ζωή, χωρίς κανένα από τα δύο να αποτελεί προσωπική μας επιλογή, ενώ ταυτόχρονα κατά την διάρκεια της, είμαστε αναγκασμένοι να συμμορφωνόμαστε με τους κανόνες ενός κοινωνικού συστήματος, για του οποίου την διαμόρφωση, επίσης δεν είμαστε υπεύθυνοι.

Κι αν μέχρι το τέλος της ταινίας μακαρίζουμε την τύχη μας που δεν έχουμε τα προβλήματα των πρωταγωνιστών ο μονόλογος δια στόματος της εξαιρετικής Carey Mulligan, έρχεται να μας τσακίσει, θυμίζοντας μας πως στ’ αλήθεια βιώνουμε ακριβώς το ίδιο δράμα. «Δεν είμαι σίγουρη αν οι ζωές μας διαφέρουν τόσο πολύ από αυτές των ανθρώπων που σώζουμε, στο κάτω κάτω όλοι είμαστε θνητοί. Ίσως στ ’αλήθεια κανείς μας δεν προλαβαίνει να καταλάβει τι ήταν αυτό που έζησε, ή να νιώσει πως είχε αρκετό χρόνο.»

neverletmego

Κι εκτός φυσικά από την αναπόφευκτη ταύτιση με το ανθρώπινο υπαρξιακό δράμα, η ταινία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και σε σχετική συνέντευξη της η Κeira Knightley (η οποία εδώ, προς τιμήν, της κρατά το δευτεραγωνιστικό ρόλο αφήνοντας της φίλη της  Mulligan να λάμψει στο προσκήνιο) θίγει περισσότερο την ικανότητα της ανθρωπότητας να κάνει τα στραβά μάτια σε διάφορες θηριωδίες, προκείμενου να εξασφαλίσει μια καλύτερη διαβίωση. «Το ξέρουμε πρακτικά πως η ηθική κάνει φτερά, όταν σκέφτεσαι πως πρέπει να επιζήσεις με έναν συγκεκριμένο τρόπο, όποια κι αν είναι αυτή η ηθική.»

Καταλαβαίνουμε λοιπόν από νωρίς πως το ερωτικό τρίγωνο στο κέντρο της πλοκής, χρησιμοποιείται απλά ως όχημα από την αφήγηση, για να εξερευνηθούν πολύ πιο δύσβατα και ιντριγκαδόρικα θεματικά μονοπάτια που αναπόφευκτα τρομοκρατούν όποιον απλά θέλει να χαζέψει ένα ρομάντζο εποχής. Όσο πιθανό όμως είναι το ενδεχόμενο το “Νever Let Me Go” να απωθήσει το μέσο θεατή με τον «καλλιγραφικό» πεσιμισμό του, άλλο τόσο είναι ικανό να προσφέρει μια αφυπνιστική σινεφίλ εμπειρία, σε ένα πιο γενναίο κοινό.