Maze Runner: The Death Cure – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

O λαβύρινθος: Η τελική δοκιμασία

(Maze Runner: The Death Cure)


Είδος: , ,
Έτος παραγωγής:
Χώρα: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Σκηνοθεσία:
Σενάριο: ,
Ηθοποιοί: , ,
Πρεμιέρα: 25-01-2018
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (1 votes, average: 5.00 out of 5)
Loading...

Ο Thomas (Dyaln O’Brien) θα οδηγήσει την ομάδα του σε μια αποστολή για να σώσουν τους φίλους τους αλλά και να ανακαλύψουν το αντίδοτο στον ιό που έχει κατακλείσει τον κόσμο. Για να το πετύχουν όμως αυτό πρέπει να μπουν σε μια μυθική πόλη η οποία προστατεύεται από αυτούς που μέχρι τώρα τους απειλούν, το λεγόμενο W.C.K.D. ή World in Catastrophe: Killzone Department, ενώ η περιοχή αυτή θα αποδειχθεί ο πιο επικίνδυνος και θανατηφόρος Λαβύρινθος που έχουν αντιμετωπίσει. Όποιος καταφέρει να επιζήσει, θα φέρει και τις απαντήσεις στα ερωτήματα που βασανίζουν τους Δρομείς από την πρώτη μέρα.

Η μόδα του “The Hunger Games” σιγά σιγά ξεθύμανε, οι εφηβικές δυστοπικές περιπέτειες πλέον δεν ξεφυτρώνουν με το ρυθμό που γινόταν τέσσερα με πέντε χρόνια πριν και μια ακόμη κινηματογραφική σειρά, βασισμένη σε σειρά βιβλίων βεβαίως, που καβάλησε αυτό το κύμα έκλεισε επιτέλους τον κύκλο της. Το κεντρικό εύρημα του λαβυρίνθου στο πρώτο φιλμ, αν και δεν αξιοποιούταν ούτε κατά διάνοια με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ώστε να παράγει έναν αρκούντως περιπετειώδη και απολαυστικό γρίφο λόγω των περιορισμών της πρωτογενούς πηγής και του κοινού στο οποίο προορίζονταν τόσο το βιβλίο όσο και η κινηματογραφική μεταφορά, κάπως κάλυπτε αυτό που έγινε φανερό με το “Maze Runner: The Scorch Trials”, ότι δηλαδή το σύμπαν αυτό δεν έχει καμία ειδοποιό διαφορά από το μέσο δείγμα του είδους στο οποίο ανήκει και ακολουθεί ευλαβικά όλα τα κλισέ (ο «εκλεκτός», ένα νεανικό ρομάντζο στο επίκεντρο, ερωτικά τρίγωνα, ηρωικές αυτοθυσίες και δε συμμαζεύεται). Θέλοντας να ακολουθήσει ακόμη έναν κανόνα, αυτόν που υπαγορεύει ότι οι τριλογίες πρέπει να κλείνουν κάνοντας όσο περισσότερο θόρυβο μπορούν, το “Maze Runner: The Death Cure” είναι και η μεγαλύτερη σε διάρκεια εκ των τριών ταινιών, με τα επιπρόσθετα λεπτά να μην προσφέρουν πολλά παραπάνω από επιπλέον κούραση και «μπούκωμα»: για μια ακόμη φορά, οι ιδέες δεν είναι πολλές.

Μια πολύ καλή ένδειξη του πόσο τεμπέλικα γραμμένο είναι το σενάριο, κάτι για το οποίο σίγουρα ευθύνεται και η πρωτογενής πηγή, είναι η χρήση πραγματικά αμέτρητων από μηχανής θεών που δυστυχώς αποδυναμώνουν και το σασπένς, το οποίο ο Wes Ball έχει αποδείξει στα προηγούμενα φιλμ της σειράς ότι μπορεί να οικοδομήσει σε ικανοποιητικό βαθμό όταν το θέλει. Οι ερμηνείες είναι άχρωμες επειδή δεν υπάρχουν ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, ειδικά όσον αφορά τους νεαρούς σε ηλικία του καστ, και το γεγονός ότι μια τριλογία, με δεδομένο τον άφθονο κινηματογραφικό χρόνο που έχει για να εξαπλώσει το σύμπαν της, δεν καταφέρνει να καταστήσει ενδιαφέροντες τους ήρωές της μόνο ως αποτυχία μπορεί να το καταλογίσει κανείς. Ο γεωγραφικός περιορισμός της δράσης στα όρια μιας πόλης στην τρίτη πράξη δυσχεραίνει τα πράγματα, ακόμη κι αν ο σχεδιασμός της θυμίζει ελαφρώς το αξεπέραστο “Akira”, και από ένα σημείο κι έπειτα επιστρατεύονται απλά απανωτοί θάνατοι για την πρόκληση έντονων συναισθημάτων, όμως η έλλειψη δεσίματος με τους ήρωες καθιστά αυτήν την τακτική μάταιη. Στο μεταξύ υπάρχουν και κάποιες επιλογές στη δραματουργία που προκαλούν τουλάχιστον απορία, όπως οι αλλαγές που αφορούν την ηρωίδα της Patricia Clarkson, που ακυρώνουν κι εν μέρει όλο αυτό που χτιζόταν με τα φιλμ που προηγήθηκαν αυτού.

Ως προς την κατακλείδα του franchise, πρόκειται για ένα δίκοπο μαχαίρι: από τη μία πλευρά ευτυχώς δεν πρόκειται για ένα χαζοχαρούμενο, ανοιχτόχρωμο κατακλυσμό αισιοδοξίας, έναν ακόμη απόλυτο θρίαμβο του καλού όπου η νίκη του φωτός είναι αδιαμφισβήτητη επί του σκότους. Όμως τα μέτωπα που αφήνει ανοιχτά το φινάλε και που προσπαθεί να τα κάνει να ξεχαστούν με μια χούφτα δακρύβρεχτα λογύδρια και πλαστική συγκίνηση είναι πολλά, δείχνουν ένα όραμα ατελές στη σύλληψή του, με αμηχανία ως προς το ποια κατάληξη θα μπορούσε να επιλεχτεί να έχει. Αυτό είναι και το στοιχείο που καταλήγει να εκνευρίζει περισσότερο από όλα, ακόμη και από την αφηγηματική αμετροέπεια, πιο πολύ και από τις αφόρητες ευκολίες στο βαθμό του γελοίου που παρουσιάζονται για τα κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας. Το τελικό αποτέλεσμα πάντως δεν είναι εντελώς για πέταμα: χαζεύεται σχετικά ευχάριστα παρά τις πολλές αδυναμίες του κι έχει κάποιες καλές στιγμές. Αυτά δεν αρκούν ωστόσο για κάτι αξιόλογο ή έστω αξιομνημόνευτο, και είναι αμφίβολο γενικά το αν θα θυμούνται πολλοί σε κάποια χρόνια από τώρα αυτήν τη σειρά για κάτι άλλο πέραν των υπολογίσιμων αν μη τι άλλο εισπράξεών της. Ευτυχώς που, σε επίπεδο δημιουργικών προθέσεων προς το παρόν, η επιστημονική φαντασία στο σινεμά δεν περιορίζεται ακόμη αποκλειστικά σε ανήλικο κοινό…