Mark Felt: The Man Who Brought Down the White House – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Ο άντρας που έριξε τον Λευκό Οίκο

(Mark Felt: The Man Who Brought Down the White House )


Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 103
Χώρα: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , ,
Πρεμιέρα: 01-02-2018
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Το «Mark Felt: The Man Who Brought Down the White House» εστιάζει στην αληθινή ιστορία του Μαρκ Φελτ (Λιαμ Νίσον), ο οποίος με το ψευδώνυμο «Βαθύ Λαρύγγι» βοήθησε τους δημοσιογράφους της Ουάσιγκτον Ποστ να αποκαλύψουν το 1974 το σκάνδαλο Watergate και την ανάμειξη της κυβέρνησης του Νίξον, που προσπάθησε να το κουκουλώσει.

Η ταυτότητα του Φελτ παρέμεινε μυστική για περισσότερα από 30 χρόνια και αποκαλύφθηκε από τον ίδιο, στις 31 Μαΐου του 2005. Η ταινία αποτυπώνει την αλληλουχία γεγονότων που οδήγησαν τον Φελτ (νούμερο 2 στην ιεραρχία του FBI) να προβεί στις εν λόγω αποκαλύψεις καθώς και όσα ακολούθησαν μετά.

Η ταινία με το μακροσκελές αυτό όνομα και έναν Λιαμ Νίσον στα καλύτερά του, έρχεται στη δημοσιότητα με ελάχιστη χρονική διαφορά από το «The Post» του Στίβεν Σπίλμπεργκ, το οποίο αναφέρεται στην ίδια περίοδο της αμερικάνικης ιστορίας (αυτή που καθορίστηκε από τα σκάνδαλα που συνόδευσαν την περίοδο του Νίξον στην προεδρία της χώρας). Φυσικά, η τάση του Hollywood να ασχολείται με εκείνη την περίοδο δεν έρχεται σε μια τυχαία εποχή: η ύπαρξη του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και οι προφανείς ομοιότητές του αυταρχισμού του με εκείνο του Νίξον, ωθούν τους δημιουργούς της μεγαλύτερης βιομηχανίας ταινιών του κόσμου να πάρουν θέση και έτσι «θυμούνται» τα βρώμικα 70s των ΗΠΑ.

Όπως είναι αναμενόμενο, η σύγκριση όλων αυτών των ταινιών με το φιλμ-τοτέμ της εν λόγω ιδιότυπης κατηγορίας, δηλαδή το «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου» του Άλαν Πάκουλα γίνεται σχεδόν αυθόρμητα και το «Mark Felt…» δεν αποτελεί εξαίρεση: είναι πολύ δύσκολο να δεις την ταινία χωρίς αυτόματα να μπαίνεις σε μια συγκριτική διαδικασία με την προαναφερθείσα θρυλική δημιουργία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως η διαδικασία αυτή είναι και δίκαιη: κάθε ταινία οφείλει να κρίνεται μεμονωμένα και όχι σε αντιπαράθεση με άλλες του είδους της, πόσο μάλλον τις καλύτερες του είδους της.

Το «Mark Felt…» δεν είναι το αριστούργημα που θα αλλάξει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τις πολιτικές ταινίες. Είναι ωστόσο μια αρκετά καλοκουρδισμένη αφήγηση για τα όσα συγκροτούν το σκάνδαλο Watergate και μάλιστα, από μια οπτική γωνία που δεν είχαμε ξαναδεί. Όχι αυτή δηλαδή των όσων πρωταγωνίστησαν στην όλη ιστορία αλλά αντίθετα, εκείνη των αθέατων ηρώων, όσων κινήθηκαν πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας.

Ο (αληθινός) Μαρκ Φελτ άλλωστε ζούσε πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας για περίπου 30 χρόνια και τόσο η πειθάρχηση όσο και το υψηλό αίσθημα καθήκοντος που δεν θα μπορούσε παρά να συνοδεύει μια τέτοια προσωπικότητα, αποτυπώνονται σεμιναριακά από τον Λιαμ Νίσον, ο οποίος μας υπενθυμίζει πως μπορεί ακόμα να παίζει ρόλους που αντιστοιχούν σε κάτι παραπάνω από action ταινίες.

Συν τοις άλλοις, η ταινία φέρεται έξυπνα και αντί να χτίσει ένα γαϊτανάκι ηθικολογίας περί σωστού και λάθους, όπως θα ήταν το εύκολο, αποτυπώνει στο έπακρο τις γκρίζες ζώνης της πολιτικής και πολύ περισσότερο της πολιτικής όταν περιστρέφεται γύρω από διακυβεύματα όπως το Watergate. Ο χαρακτήρας του Νίσον κινείται μακριά από τους ιδεαλιστές χαρακτήρες που έχουμε μάθει να βλέπουμε σε μπόλικες -τέτοιου τύπου- ταινίες του Hollywood και θυμίζει περισσότερο τον εισαγγελέα Σαρτζετάκη έτσι όπως αποτυπώθηκε στο «Ζ» του Κώστα Γαβρά: ψυχαναγκαστικός, εκνευριστικά προσηλωμένος στις εμμονές του, βρίσκεται στη σωστή πλευρά μιας γιγαντιαίας πολιτικής σύγκρουσης όχι λόγω αξιών αλλά κατά τύχη. Απλά η γραφειοκρατική μανία του τυχαίνει να εξυπηρετεί το «σωστό» και όχι το «λάθος». Και ακριβώς αυτή η τυχαιότητα είναι που κάνει το «σωστό» και το «λάθος» να μην είναι ζητήματα απλοϊκών προσεγγίσεων για το σενάριο.

Στα αρνητικά της ταινίας το γεγονός ότι η αφήγηση επιμένει στην προσωπική ζωή του πρωταγωνιστή λίγο παραπάνω από ότι θα ήταν αναγκαίο, κάτι που δημιουργεί μια αναπόφευκτη «κοιλιά». Αυτό ωστόσο είναι μάλλον πταίσμα σε σχέση με το υπόλοιπο σύνολο που σε γενικές γραμμές αποτελεί μια δεμένη και στιβαρή ταινία, που τόσο στυλιστικά όσο και σε επίπεδο περιεχομένου και αφήγησης υπηρετεί τις πιο ώριμες στιγμές του είδους της.