Logan Lucky - Στις αίθουσες - Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Logan Lucky – Στις αίθουσες

Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , , , , , , , , ,
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Η ιστορία επικεντρώνεται στη ληστεία που διοργανώνουν δύο αδέρφια (Tatum, Driver) κατά τη διάρκεια του Coca-Cola 600, ενός ετήσιου Ράλι που διοργανώνεται κάθε χρόνο στο Charlotte Motor Speedway της Βόρεια Καρολίνα, κατά την διάρκεια του Memorial Day.

Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που ο Steven Soderbergh διατράνωνε την απόφασή του να αποσυρθεί από την κινηματογραφική βιομηχανία πρόωρα, ευτυχώς όμως το σενάριο αυτής της ταινίας ληστείας ήταν αρκετό για να μεταπείσει τον ίδιο, και δεν είναι δύσκολο να δει κανείς το γιατί. Πέραν της δικής του προϋπηρεσίας στο είδος με τις ταινίες με πρωταγωνιστή τον Danny Ocean, το κείμενο του “Logan Lucky” είναι άκρως καλογραμμένο, γεμάτο σπαρταριστό χιούμορ και καίριες αναφορές στην ποπ κουλτούρα και κυρίως άκρως καλοσχηματισμένους χαρακτήρες για τους οποίους μπορεί να ενδιαφερθεί ο θεατής. Όλοι οι ήρωες και κυρίως οι δευτερεύοντες αποτελούν μια πολύχρωμη πινακοθήκη που μοσχομυρίζει αισθητική ανεξάρτητου κινηματογράφου που υπηρέτησε γενναία ο δημιουργός του φιλμ στο ξεκίνημα της καριέρας του αλλά και αργότερα, θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελούν το περιβάλλον σε ένα πόνημα των αδερφών Coen ή του Alexander Payne. Κι αν λείπουν από εδώ η βία και το σκοτάδι των πρώτων και η οξεία ειρωνική ματιά του δεύτερου είναι γιατί ο οσκαρούχος κινηματογραφιστής θέλει να βάλει το δικό του ύφος εδώ, αποπερατώνοντας ένα έργο ανάλαφρα ψυχαγωγικό, εξαιρετικά αστείο σε κάποια σημεία αλλά και με μια μεγάλη καρδιά απέναντι στους χαρακτήρες του που κάνει τη διαφορά, που ευτυχώς ποτέ δεν εξοκείλει στο γλυκανάλατο, με τη μικρή εξαίρεση μιας καίριας σκηνής μεταξύ του ήρωα του Channing Tatum και της κόρης του (ευτυχώς τις υπόλοιπες φορές που μοιράζονται χρόνο στην οθόνη, οικοδομείται μια σχέση που πείθει και είναι τρυφερή).

Επιτυχημένα εδώ ο Soderbergh αλλάζει ύφος από την κλινική ψυχρότητα που χαρακτήριζε τις σχετικά πρόσφατες συνεργασίες του με το σεναριογράφο Scott Z. Burns όπως το “Contagion” και το “Side Effects” (το υποτιμημένο και παραγνωρισμένο “The Informant!” αποτελεί μια διαφορετική ιστορία) και φαίνεται να βρίσκεται εδώ περισσότερο στο στοιχείο του, διαχειριζόμενος το υλικό του με μια χαρακτηριστική άνεση, χωρίς να φοβάται να χαλαρώσει τους ρυθμούς όποτε το κρίνει αναγκαίο, κόντρα θα έλεγε κάποιος στις συμβάσεις του είδους που εκπροσωπεί (αν και για να ειπωθεί η αλήθεια, μια αφηγηματική κοιλιά υπάρχει σε κάποια σημεία). Ο συνθέτης φετίχ του πολυσχιδούς σκηνοθέτη David Holmes επιστρέφει, ωστόσο είναι οι μουσικές επιλογές του ροκ σάουντρακ αυτές που μένουν στο μυαλό και περιέχουν από Bo Diddley μέχρι Creedence Clearwater Revival, ταιριάζοντας σαν γάντι με την ατμόσφαιρα και το ρυθμό της ταινίας. Δε γίνονται ωστόσο τα πάντα σωστά. Πολλάκις δίνεται η εντύπωση μιας υποτυπώδους χρήσης κάποιων ηθοποιών σε δεύτερους ρόλους και πιο συγκεκριμένα του απολαυστικά καρτουνίστικου Seth MacFarlane αλλά και της εξαιρετικής Hilary Swank που εμφανίζεται προς το τέλος και αναδίδει μια αίσθηση ότι η ηρωίδα της μπορεί να είχε μεγαλύτερο χρόνο εμφάνισης και σημαντικότερη συμβολή στην πλοκή αρχικά αλλά να ήταν κάτι που να κόπηκε ως υποπλοκή δευτερεύουσας σημασίας στο μοντάζ. Επιπροσθέτως το ανοιχτών εκκρεμοτήτων φινάλε δε φαντάζει ως μια πλήρως ικανοποιητική κατακλείδα στην ιστορία κι ας έχει προηγηθεί μια ευχάριστη ανατροπή.

Σε γενικές γραμμές πάντως τα σκήπτρα της διασκέδασης κρατιούνται επάξια από το σύνολο των βασικών συντελεστών κατά τη χρονική διάρκεια του συγκεκριμένου πονήματος. Σε ερμηνευτικό επίπεδο αν υπάρχει κάποιος που κάνει τη διαφορά εδώ είναι ο Daniel Craig, του οποίου το μάτι γυαλίζει ταιριαστά στο ρόλο που καλείται να παίξει, αποδίδοντας με κέφι έναν αντιήρωα που ευτυχώς βρίσκεται μακριά από την τυποποίηση που έχει υποστεί και σε άλλες παραγωγές ελέω James Bond, ενώ μένει να εξακριβωθεί αν η χαριτωμένη ενέργεια της μικρής Farrah Mackenzie θα μεταφραστεί στην ανάπτυξη ενός κάποιου υποκριτικού ταλέντου στο μέλλον. Επειδή οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες από ένα σημείο κι έπειτα με το έτερο πολυδιαφημισμένο caper movie του καλοκαιριού που μας αφήνει, το “Baby Driver“, είναι ενδιαφέρον το συμπέρασμα ότι πρόκειται για δημιουργίες που αλληλοσυμπληρώνονται στα προτερήματα και τα μειονεκτήματά τους, με τη μεν δουλειά του Wright να κερδίζει σε καταγιστικό ρυθμό αφήγησης και δράση και το δε “Logan Lucky” να προηγείται σε ιδιαιτερότητα χαρακτήρα κι αίσθηση του χιούμορ. Όπως και να έχει, πρόκειται για μια ευπρόσδεκτη επιστροφή σε φόρμα για το δημιουργό του.


Από 14 Σεπτέμβρη, το πρόγραμμα των αιθουσών στο Cinefreaks.gr!