La rançon de la gloire του Xavier Beauvois (Venice Κριτική) - Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

La rançon de la gloire του Xavier Beauvois (Venice Κριτική)

29-8-2014 |


Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, οι σκηνοθέτες των πιο σημαντικών φεστιβάλ ταινιών επιλέγουν κυρίως σκούρες ή/και βαριές ταινίες στις επίσημες παρουσιάσεις τους, με αποτέλεσμα όταν συμπεριλαμβάνεται στη λίστα μια ελαφριά κωμωδία, το κοινό να έχει το αμήχανο συναίσθημα ότι η ταινία προβάλλεται σε λάθος μέρος. Παρόλο που αυτό είναι πολύ άδικο, η σοβαρότητα έχει γίνει κανόνας δυστυχώς κι έτσι όταν μια ταινία σαν του Xavier Beauvois , το “La rançon de la gloire”, βρίσκεται σε ανταγωνισμό, γίνεται θύμα της αδικίας. Η ταινία είναι μια ελαφριά κωμωδία που αναφέρεται σε δύο αδέξιους άντρες της εργατικής τάξης που προσπαθούν να κερδίσουν χρήματα με έναν πολύ ασυνήθιστο τρόπο. Ο ένας από αυτούς μόλις έχει βγει από τη φυλακή και προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή του από την αρχή. Ο άλλος είναι ένας Αφρικανός μετανάστης (η ταινία τοποθετείται στην Ελβετία, στα τέλη του ’70), που εργάζεται σκληρά για να συντηρήσει τη νεαρή του κόρη και την σύζυγό του ,η οποία έχει προβλήματα υγείας.

Ο Osnan (Roschdy Zem) είναι σοβαρός και ντροπαλός, ενώ ο Eddy (Benoît Poelvoorde) είναι ανοιχτός και χαλαρός τύπος. Μια μέρα, όταν μαθαίνουν ότι ο Charles Chaplin, που ζούσε κοντά τους, πέθανε, ο Eddy έχει μια ιδέα: να «απαγάγουν» το φέρετρο του Chaplin και να ζητήσουν από την οικογένεια του ηθοποιού χρήματα.

Φυσικά η ιδέα αποδεικνύεται χαζή, και φυσικά τα πράγματα δεν εξελίσσονται καλά, αλλά η ταινία είναι μια χαριτωμένη και ευχάριστη κωμωδία. Τόσο πολύ που μερικές φορές φαίνεται να φτιάχτηκε για παιδιά – είναι γεμάτη από αυτοσχέδιες ατάκες, ο χαρακτήρας του Poelvoorde θυμίζει πολύ Chaplin, μερικές φορές ίσως και υπερβολικά, ακόμα και για μια ταινία που αποτίει φόρο τιμής σε έναν από τους μεγαλύτερους κινηματογραφικούς καλλιτέχνες της ιστορίας. Το “La rançon de la gloire” μας αποκαλύπτει μια απαίσια αλήθεια: το χιούμορ στιλ Chaplin έχει γίνει πια αρκετά ξεπερασμένο για τη σύγχρονη ευαισθησία των ενηλίκων, και όταν ο Poelvoorde κάνει τα νούμερά του, φαίνεται πιο πολύ παιδιάστικος παρά αστείος. Το να παρακολουθήσεις μια ταινία του Charles Chaplin ακόμα και σήμερα είναι μια ωραία εμπειρία, και πάντα θα είναι, αλλά σε αυτή την περίπτωση ξέρουμε ότι βλέπουμε την τέχνη ενός ινδάλματος ,μια ιδιοφυίας. Ταπεινά σεβόμαστε και θαυμάζουμε τον ίδιο και το έργο του. Όμως όταν κάποιος άλλος κάνει κάτι παρόμοιο με τον Chaplin, δεν ενδιαφερόμαστε τόσο πολύ πια- ίσως επειδή τέτοιες προσπάθειες έχουν επαναληφθεί τόσο πολύ με το πέρασμα των χρόνων. Είναι κρίμα, αλλά έτσι είναι τα πράγματα.

LA-RANCON-DE-LA-GLOIRE-premieres-images-du-nouveau-Xavier-Beauvois-41426

Ως αποζημίωση στην επιτήδευση του Poelvoorde, ο Roschdy Zem είναι απλά τέλειος στο ρόλο του συνεσταλμένου και υπεύθυνου πατέρα. Οι σκηνές με τη μικρή κόρη του είναι πραγματικά συγκινητικές- θα ήταν ένας δυνατός υποψήφιος για το βραβείο του καλύτερου ηθοποιού στη Βενετία αν πρωταγωνιστούσε σε κάποια άλλη ταινία. Καθώς η ηθοποιία του Poelvoorde είναι πιο επιδεικτική, έχει περισσότερες πιθανότητες από ότι ο κινηματογραφικός του φίλος.

Το “La Rançon” μπορεί να είναι πολύ ακαδημαϊκό στα πλαίσια της σκηνοθεσίας ( κάτι το οποίο είναι ασυνήθιστο για Beauvois) και έχει απογοητευτικά σχηματοποιημένο σενάριο, αλλά η χρήση της μουσικής είναι ενδιαφέρουσα. Συμπεριλαμβάνει μουσικά θέματα του Chaplin, αλλά η κυρίως δουλειά είναι του υπέροχου Michel Legrand. Και είναι επίσης πολύ θλιβερό να παραδεχτούμε ότι το στιλ του Legrand, που συνέβαλε στον καθορισμό των ‘60s, έχει γίνει και αυτό ξεπερασμένο με τα χρόνια- όταν η μουσική του παίζεται δυνατά, η ταινία φαίνεται παράξενα παλιομοδίτικη (ακόμα και αν η μελωδία είναι πολύ όμορφη). Μας αρέσει το άκουσμά της, αλλά γνωρίζουμε ότι είναι πολύ προσποιητή για την εποχή μας. Δεν θα είμαστε ποτέ σίγουροι για το ποιες ήταν οι προθέσεις των Legrand και Beauvois.

Όπως πολλές ταινίες του Chaplin, έτσι και το “La Rançon de la Gloire” είναι μια πολύ λυπητερή ταινία βαθιά μέσα της, παρά την εμφάνισή της. Κυρίως επειδή μας δείχνει ότι στον μοντέρνο κόσμο έχουμε γίνει ιδιαίτερα κυνικοί για να δεχτούμε την επινοητικότητα ή την ποίηση της απλότητας.