Καταπληκτικές Γυναίκες / 20th Century Women - Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Καταπληκτικές Γυναίκες / 20th Century Women


H ταινία “20th Century Women”, ακολουθεί 3 διαφορετικές γυναίκες, οι οποίες μαθαίνουν έναν πιτσιρικά πράγματα για τη ζωή, την αγάπη και την ελευθερία, καθώς και για το πώς να βρίσκεις την ψυχική σου υγεία, στην άγρια Νότια Καλοφόρνια, στο αποκορύφωμα της άνθησης της Santa Barbara, το 1979, κατά τη διάρκεια του τελευταίου καλοκαιριού της θητείας του Jimmy Carter. Aλλά, όταν η μητέρα του αγοριού, τον μεταφέρει σε οικοτροφείο, όλος ο κόσμος του αγοριού και ο τρόπος σκέψης του, ταρακουνιέται με απρόσμενους τρόπους.

Στη νέα του ταινία, ο Mike Mills επιχειρεί, πραγματοποιώντας ένα χρονικό πισωγύρισμα, να φτιάξει μια ταινία η οποία θα αποτελεί επί της ουσίας έναν ύμνο στη γυναίκα και τον ψυχισμό της. Ο πρόεδρος Reagan ετοιμάζεται να εκλεγεί, το punk γνωρίζει την άνθισή του και οι τρεις πρωταγωνίστριες αναλαμβάνουν το ρόλο του μέντορα ενός αγοριού που ετοιμάζεται να μπει στην εφηβεία. . Όπως γίνεται αντιληπτό, στη συγκεκριμένη ταινία οι διάλογοι και οι χαρακτήρες καθεαυτοί θα παίξουν πολύ πιο σημαντικό ρόλο από τα γεγονότα καθαυτά. Πρόκειται για μια ταινία εμφανώς χαρακτηρολογική, δηλαδή, αλλά η ανάπτυξη των χαρακτήρων θα σταθεί επαρκής προκειμένου να μιλήσουμε περί ενός μικρού θριάμβου;

Αν και ορισμένοι βρήκαν την ταινία πληκτική και εν μέρει άνυδρη, σε προσωπικό επίπεδο τολμώ να πω πως δίνει αυτό το οποίο υπόσχεται στο θεατή. Και αυτό δεν είναι άλλο από ένα διάχυτο συναίσθημα νοσταλγικής μελαγχολίας, με έξυπνα γραμμένο σενάριο και ολοκληρωμένους χαρακτήρες, θυμίζοντας εν μέρει και κάποιες από τις στιγμές του Richard Linklater σε θεματική και διαλόγους. Αν και πρόκειται για μια δημιουργία από άνδρα σκηνοθέτη, η τρυφερότητα με την οποία προσεγγίζει τις τρεις γυναίκες και δίνει πάτημα για να ειπωθούν κάποια πράγματα είναι πράγματα αξιοπρόσεκτα. Δε δημιουργεί καρικατούρες, αλλά ανθρώπους ολοκληρωμένους, με σάρκα και οστά, με τις κοσμοθεωρίες και τα διλήμματα τους, τις δυνάμεις και τις αδυναμίες τους. Και σε αυτούς θα στηριχτεί ολόκληρη η ταινία, οδηγώντας το θεατή στο σχηματισμό ενός γλυκού μειδιάματος.

Άλλωστε, αποτελεί ένα ταξίδι, στο παρελθόν, στην κατάκτηση των θέλω,  της ψυχικής ελευθερίας από ό, τι καταδυναστεύει τις ηρωίδες και το νεαρό, καθώς επίσης και προς την ωρίμανση. Παρ’ ότι δίνει κάποια μαθήματα ζωής τα οποία έχουμε ξανακούσει άπειρες φορές στο σελιλόιντ, δεν το κάνει κουνώντας το δάχτυλο νοητά ή με τρόπο διεκπεραιωτικό. Η σκηνοθεσία του, τέλος, παραμένει διαυγέστατη και ταυτόχρονα ιδιαίτερη, αποτυπώνοντας το κάθε σκίρτημα, το κάθε ξεσάλωμα, την κάθε πίκρα με τρόπο χυμώδη και αισθαντικό.

Εν τέλει, αυτοί που θα αφήσουν τους εαυτούς τους ελεύθερους στο να ξανανιώσουν κάποια πράγματα από την αρχή θα είναι και οι κερδισμένοι. Ένας κινηματογράφος που δεν έχει ανάγκη από αιχμηρότητα, γιατί πολύ απλά δεν τον αφορά κάτι τέτοιο. Απευθύνεται σε όσους μπορούν ακόμα να νιώσουν έστω και λίγο τα όσα προβάλλονται επί της οθόνης.