Φτηνά Τσιγάρα - 18 χρόνια μετά – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Φτηνά Τσιγάρα – 18 χρόνια μετά


Γράφει:

Σάββατο βράδυ, σε μια καλοκαιρινή ακόμα Αθήνα που αρνείται να επιστρέψει στους ρυθμούς της, προβλήθηκε στο Χυτήριο η δεύτερη ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη, Φτηνά Τσιγάρα. Ο σκηνοθέτης ήταν παρών για να ευχαριστήσει το κοινό που παρευρισκόταν στην προβολή, την οποία και αποκαλεί – καθυστερημένη – δικαίωση. Μια μικρή εισαγωγή στο κλίμα της εποχής των γυρισμάτων και το κέντρο της Αθήνας του ’99, λίγες σκέψεις και μερικά fun facts για την ταινία, τους συντελεστές της και τον 29χρονο τότε Ρένο, που τώρα μοιάζει άλλος άνθρωπος, σχεδόν ξένος, στα μάτια του δημιουργού, αποτέλεσαν το προοίμιο της βραδιάς. Και σε κλίμα υπόκωφης μελαγχολίας, διακριτής στην πικρία που εξέφρασε ο κ. Χαραλαμπίδης για την τότε εμπορική αποτυχία του έργου και τον αντίκτυπο που είχε στην καριέρα του, η φωνή του πρωταγωνιστή μας ταξιδεύει 18 χρόνια πίσω, σε ένα επίσης αυγουστιάτικο βράδυ με θέα την Ακρόπολη.

Ένας άνεργος τριαντάρης και εργένης από πεποίθηση τριγυρνά στο κέντρο της πόλης σαν κινούμενο γλυπτό και συνομιλεί με τους ανθρώπους της συλλέγοντας στιγμές. Την καλοκαιρινή σιωπή γεμίζουν οι φιλοσοφικοί σχεδόν προβληματισμοί του και οι συναναστροφές με ιδιόρρυθμους και πολύχρωμους χαρακτήρες. Περιμένοντας δίπλα στο αγαπημένο του καρτοτηλέφωνο θα γνωρίσει το όνειρό του, τη Σοφία, και στην παρουσία της, οι σκέψεις του θα αποπειραθούν να γίνουν λέξεις· λόγια, για να την εντυπωσιάσει. Και θα περπατήσουν μαζί μέχρι το ξημέρωμα για να ανακαλύψουν ο ένας στον άλλο τη μαγεία της σιωπής τους.

Εξαιρετικά βαθύ μέσα στην απλότητά του, το φιλμ χρησιμοποιεί όλο το διαθέσιμο υλικό στο έπακρο. Τα φώτα της πόλης και τα ιδιαίτερα σημεία της διαγράφουν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται φυλακισμένα συναισθήματα που οι πρωταγωνιστές αποδίδουν με ιδιαίτερη ζωντάνια. Κάθε πλάνο τοποθετημένο στη σωστή γωνία, κάθε αντανάκλαση και προσανατολισμός της εικόνας δένει πληρέστατα την αφήγηση, το διάλογο, την κίνηση και τη στασιμότητα. Ο διακεκομμένος χαρακτήρας της εξέλιξης σχηματίζει σταδιακά ένα μελαγχολικό παζλ με τα κομμάτια της κενής αλλά ενδιαφέρουσας ζωής του κεντρικού χαρακτήρα, ενώσω οι υπέροχες μελωδίες συνοδεύουν τον περίπατο του ζευγαριού στους δρόμους της άδειας πρωτεύουσας.

Αφού τελειώσαμε με τα τυπικά, ας δούμε τι πραγματικά συμβαίνει με αυτή την αδικημένη, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ταινία, μήπως και διαψεύσουμε την απογοήτευση του σκηνοθέτη – αν το πιστότατο κοινό του δεν το έχει κάνει ήδη δηλαδή.

Από τις πρώτες εικόνες τής, ας πούμε, παλιάς Αθήνας, στον πρώτο ήχο της φωνής του αφηγητή συνειδητοποιείς πως πρόκειται για μία από αυτές τις περιπτώσεις που το έργο δεν θέλεις να προχωρήσει για να μην τελειώσει. Ίσως θεωρείς πως έχει κάτι να σου πει, στην πραγματικότητα όμως μιλάει αντί για σένα. Και από την πρώτη στιγμή βιώνεις μια νοσταλγία για κάτι ακόμα ανύπαρκτο.

Βλέπουμε όλη την εξέλιξη μέσα από τη ματιά του Νίκου, ενός χαρακτήρα που σφύζει από ρομαντισμό, μεταφέρεται όμως με απόλυτη λιτότητα. Γύρω του ζωηρά πρόσωπα που βιώνουν τη ζωή στην πράξη της, κι εκείνος σχεδόν αμέτοχος παρατηρητής, πάντα μαυροφορεμένος, ακούει προσεκτικά και προσπαθεί να καταλάβει, να ερμηνεύσει, να νοιώσει. Φαντάζει σχεδόν αδύνατο· όλοι έχουν επιλέξει το δρόμο τους, ο Νίκος όχι, και μένει μετέωρος ανάμεσα σε ανθρώπους που ερωτεύονται, χωρίζουν, παρασύρονται από τα πάθη τους, φιλοσοφούν, και πάνω απ’ όλα τολμούν να ζήσουν. Και σαν άλλος Μέγας Ανατολικός, παραμένει απλός φορέας των θνητών παθών. Μόνη στιγμή που θα αναλάβει δράση, μια κάποια τέλος πάντων, είναι όταν συναντά τη Σοφία. Τότε όμως θα έρθει αντιμέτωπος με τον εαυτό του. Χωρίς να ξέρει ποιος πραγματικά είναι, τι πρέπει να δηλώσει, κι αν έχει κάποια θέση σε αυτόν τον κόσμο. Προς το παρόν γράφει τίτλους από βιβλία που κάποτε θα γράψει.

Στη στασιμότητά του αυτή, έχει σίγουρα γλιτώσει από κάθε ρίσκο. Όταν όλοι γύρω του καταρρέουν – κανένας δεν κατάφερε να κερδίσει αυτό που θα τον έκανε ευτυχισμένο, εκείνος με συντροφιά καφέ και τσιγάρο έχει την πολυτέλεια να ατενίζει τις πιθανές επιλογές και να αμφιβάλλει γι’ αυτές, να ζει μέσα από τις ζωές των άλλων, να μην επενδύει γιατί απλά δεν έχει όνειρα. Κι όλες του οι σκέψεις του μας μεταφέρονται σαν σκόρπιες σελίδες ημερολογίου, σε ζωντανή αυτοπροβολή, με σκληρό χιούμορ και αγνό ρομαντισμό.

Το βράδυ όμως με τη Σοφία είναι που θα πυροδοτήσει την ανάγκη του να ζήσει. Θυμάται παιδικές του μνήμες, η καθημερινότητα δεν είναι αρκετή και για πρώτη φορά η ματαιότητα των πραγμάτων στην οποία έβρισκε μέχρι τώρα παρηγοριά, θα αποδειχθεί κάλπικη. Δεν είναι πια υπεράνω όλων, δεν είναι πάντα αργά. Αναπόφευκτα στο φινάλε θα γεννηθεί η μεγαλύτερη ανθρώπινη αδυναμία, η ελπίδα.

Θα μπορούσα, απ’ ότι φαίνεται, να μιλάω για πάντα για αυτή την ταινία. Μετά όμως από αυτή τη λειψή υπερανάλυση, έχω να προσθέσω ότι σίγουρα δεν έλαβε την προσοχή που της άξιζε. Δικαιολογημένα ή όχι δεν μπορώ να ξέρω, τότε ήμουν 13 χρονών. Τώρα, βλέπω πως απευθυνόταν σε λάθος κοινό. Το κοινό της διανύει σήμερα την πρώτη ενήλικη δεκαετία της ζωής του, και είτε βρίσκεται στην αρχή είτε στο τέλος της, αυτή είναι η γενιά που μπορεί να ταυτιστεί με μεγαλύτερη ευκολία και να οικειοποιηθεί την προκείμενη αντίληψη. Είναι η γενιά που χωρίς να έχει προλάβει να προσπαθήσει, έχει εγκαταλείψει. Είναι η γενιά που ακόμα ψάχνει την ταυτότητά της, που νοσταλγεί κάτι που δεν έζησε ακόμα ή δε θα γνωρίσει ποτέ. Είναι η γενιά που αναζητά έναν άγνωστο σ’ αυτή ρομαντισμό που χάθηκε πολύ σύντομα και άφησε στη θέση του μιαν απέλπιδα μελαγχολία, γιατί την άφησαν να προχωρήσει με σύντροφο μόνο τον εαυτό της, χωρίς ιδανικά και χωρίς κανένα κίνητρο, σε μια πορεία για την οποία δεν προετοιμάστηκε ποτέ. Γιατί καμιά επιλογή δεν είναι σωστή, πόσο μάλλον ιδανική για μια γενιά που θέλει να ηρεμήσει, και ίσως τώρα εκτιμά και ορίζει διαφορετικά από τους προηγούμενους το λεγόμενο αδιέξοδο, που αποδέχονται και ταυτόχρονα πολεμούν τα Φτηνά Τσιγάρα.

Η ταινία μπορεί να άργησε να δει την ανταπόκριση, νομίζω όμως πως αποδεικνύει με τον καιρό τη διαχρονικότητά της και πραγματικά δικαιώνεται από τους ανθρώπους που την έχουν κάνει μέρος του εαυτού τους, της ζωής τους και των αναμνήσεών τους. Συγχαρητήρια λοιπόν στον Ρένο Χαραλαμπίδη, 18 χρόνια μετά.

Βαθμολογία Χρηστών


1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (2 votes, average: 4.50 out of 5)
Loading...

Προβολές


Παίζεται σε: 0 αίθουσες
0 αίθουσες στην Αθήνα
0 αίθουσες στην Θεσσαλονίκη
0 αίθουσες στην Επαρχία


Η ταινία δεν παίζεται πλέον στις αίθουσες