Τα Φαντάσματα του Ισμαήλ: Η ταινία έναρξης του Φεστιβάλ των Καννών-Κριτική - Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Τα Φαντάσματα του Ισμαήλ: Η ταινία έναρξης του Φεστιβάλ των Καννών-Κριτική

17-5-2017 |


Με την ευγενική συνεργασία του Screeneye.net

Ανταπόκριση από Φ. Καννών Ιάκωβος Γωγάκης

Το διασημότερο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του κόσμου, το οποίο διεξάγεται για 70 χρόνια τώρα,  περίπου τέτοια εποχή στις Κάννες, άνοιξε την Τετάρτη τις πόρτες του, υποδεχόμενο στο « θερμό» δεκαήμερό του , δημοσιογράφους, επαγγελματίες και το φανατικό σινεφίλ κοινό του, με  καθυστερήσεις και ουρές, εξαιτίας των εξονυχιστικών μέτρων ασφαλείας.  Θερμό κυριολεκτικά, με τη ζέστη να θυμίζει ελληνικό καλοκαίρι και να μας κάνει να θέλουμε να βουτήξουμε στις μαγευτικές παραλίες, αλλά και μεταφορικά, με τους σκηνοθέτες που επιθυμούν να σηκώσουν τον Χρυσό Φοίνικα, να  συγκαταλέγονται μέσα στην ελίτ του χώρου, ανάμεσά τους και ο δικός μας, ο Γιώργος Λάνθιμος.

Η ταινία που άνοιξε την αυλαία, τα « Φαντάσματα του Ισμαήλ», δεν διαγωνίζεται για τον μεγάλο έπαινο…  θα λέγαμε δικαίως. Και γιατί δικαίως; Επειδή αποτελεί την καλώς νοούμενη ελαφρότητα του δημιουργού της, του συμπατριώτη των διοργανωτών και αυτοδίδακτου κινηματογραφιστή, Αρνό Ντεπλεσέν, ενός μετρίου βεληνεκούς σκηνοθέτη, εκφραστή του νέου Γαλλικού Κινηματογραφικού Ρεύματος, με επίκεντρο των σεναρίων του, σχεδόν πάντα να είναι άντρες, τοποθετώντας και αυτοβιογραφικά του  στοιχεία. Πρόκειται κατά το ήμισυ για light δραμεντί  και στο άλλο της μισό για light κομεντί, όπου στο τέλος της, παίζει το γνωστό παιχνίδι, τι είναι αλήθεια και τι ψέμα και  κάπως σπλατερίζει,  έχοντας σε πρώτο πλάνο, έναν «νευρικό εραστή», τον Ισμαήλ ( πρωταγωνιστής, το alter ego του σκηνοθέτη , ο Ματιέ Αμαλρίκ).

Είναι σκηνοθέτης,  είναι άστατος, προσπαθεί-επιτέλους- να δημιουργήσει μια σταθερή σχέση, με την αστροφυσικό, ονόματι Σύλβια(Σαρλότ Γκενσμπούργκ). Ολίγον ανισόρροπος, η επανεμφάνιση της πρώην γυναίκας του, της Καρλότα ( Μαριόν Κοτιγιάρ), η οποία θεωρείτο νεκρή… θα τον αποτελειώσει. Τα φαντάσματα του παρελθόντος των στοιχειώνουν. Η Σύλβια προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες, αλλά την  ζηλεύει αφάνταστα. Η Καρλότα  είναι έτοιμη να τον διεκδικήσει πίσω.  Παράλληλα, δεν μένουμε επικεντρωμένοι μόνο πάνω στην ιψενική σχέση, παρακολουθούμε την ιστορία του αδερφού του Ισμαήλ( Λουί Γκαρέλ), ενός διπλωμάτη και κατασκόπου, ο οποίος ερωτεύεται την Αριέτα (Άλμπα Ρορβάχερ).

Στην ταινία, προσπαθού να συνυπάρξουν αρμονικά η  πραγματικότητα  με τη φαντασία, μας θυμίζει σαν γενική ιδέα,  το « Μεσάνυχτα στο Παρίσι», του Γούντι Άλεν- όλως τυχαίως- ήταν η ταινία έναρξης αυτής της διοργάνωσης, το 2012.  Παρά τις τίμιες προθέσεις του,  ο Αρνό Ντεμπλεσέντ δεν είναι Άλεν. Η  ταινία δεν έχει πολλά πράγματα να αφήσει, απουσιάζει και η ψυχολογική διάσταση, η οποία χαρακτήριζε κάποιες από τις  ταινίες του συγκεκριμένου δημιουργού( Μια Νύχτα Χριστουγέννων). Ο σκηνοθέτης αρέσκεται στη χρήση παράλληλων ιστοριών( Kings and Queen) Η παράλληλη ιστορία με τον αδερφό του κεντρικού ήρωα, όπως εξελίσσεται, φαίνεται  κάπως αδέξια, ενώ αρχικά γένναγε προσδοκίες… καταλήγει σαν  να είναι ξένο σώμα.

Αξίζει να σχολιαστεί θετικά, ο εύστοχος τρόπος που χρησιμοποιούνται οι αναδρομές στο παρελθόν, η ακριβής-μετρονομική χρήση των πλάνων του, τα οποία διαρκώς μεταβάλλονται, αναδεικνύοντας στο έπακρον, τις ερμηνείες των δυνατών ηθοποιών του   και η μη συμβατική μουσική, να βρίσκεται παρούσα, στις εσωτερικές ανατροπές των ηρώων.

Η Κοτιγιάρ, αποδέχθηκε να υποδυθεί έναν ρόλο, μιας γυναίκας, λιγότερο έξυπνης από την εν δυνάμει «ανταγωνίστρια της», αλλά, αποδίδει μοναδικά, το κενό, το χάσμα και τα εγωιστικά θέλω της ηρωίδας, ενώ η Γκενσμπούργκ, βρίσκεται κοντά σε οικεία μονοπάτια, χειραγωγεί το κοινό  με το  χαρακτηριστικό -δυναμικό της βλέμμα και με τον τρόπο που εκρήγνυται, όταν βλέπει να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια, δηλαδή τον έρωτά της.

Δεν περιμέναμε το θαύμα από τον Αρνό Ντεπλεσέν, δεν είναι η πιο δυνατή κινηματογραφική του στιγμή. Μια ταινία όπου οι καλές προθέσεις και κάποιες ωραίες στιγμές, δεν μπορούν να ανατρέψουν την μετριότητα. Οι δημοσιογράφοι αποχωρούσαν βωβoί, χωρίς χειροκροτήματα και ενθουσιασμό, από τη Salla Debussy.