Dolphin Man – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Dolphin Man


Είδος:
Έτος παραγωγής:
Σκηνοθεσία:
Σενάριο: ,
Ηθοποιοί: , ,
Πρεμιέρα: 01-02-2018
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

To “Dolphin Man” θέλει να μας πάρει μαζί του μία βόλτα στον κόσμο του Jacques Mayol, και στο ταξίδι του μέσα στην θάλασσα, καθώς μιλάμε για έναν από τους σημαντικότερους free-divers του κόσμου.

Από τη Μεσόγειο ως την Ιαπωνία, και από την Ινδία στις Μπαχάμες, θα γνωρίσουμε την οικογένεια και τους φίλους του Mayol, μεταξύ των οποίων τα παιδιά του, Dottie και Jean-Jacques, και τους παγκόσμιους πρωταθλητές της ελεύθερης κατάδυσης William Trubridge, Mehgan Heaney-Grier και Umberto Pelizzari, να μία προσπάθεια να δούμε το πορτραίτο ενός ανθρώπου που έφτασε το ανθρώπινο σώμα και μυαλό στα όριά του.

Σε αφήγηση του Jean-Marc Barr, του ηθοποιού που ενσάρκωσε τον Mayol στο “Απέραντο Γαλάζιο“, η ταινία συνδυάζει αρχειακό υλικό από το ’50 μέχρι σήμερα, καθώς και σύγχρονη υποβρύχια τεχνολογία.

Το να προσεγίσει κανείς μια προσωπικότητα που θεωρείται «ιερό τέρας» στον τομέα της έχει πολύ φανερές παγίδες στην περίπτωση της δραματοποιημένης ταινίας και πιο ύπουλες στο ντοκιμαντέρ και την ταινία τεκμηρίωσης, που φαινομενικά μπορούν να καλυφθούν μέσα από το φορμάτ των συνεντεύξεων και των ντοκουμέντων, όμως αν η προσέγγιση γίνει με ένα συγκεκριμένο τρόπο, για παράδειγμα αγιογραφικό, αυτό δε θα είναι δυνατό να καμουφλαριστεί. Η πρώτη μεγάλου μήκους κινηματογραφική απόπειρα του Λευτέρη Χαρίτου, παρόλο που λόγω μικρής διάρκειας αναπόφευκτα έχει κάπως ανισομερή κάλυψη των χρονικών περιόδων της ζωής του θρυλικού Jacques Mayol, καταφέρνει τελικά να πετύχει και στους δυο της στόχους: να λετουργήσει και σαν μια εμπειρία μυσταγωγική στη μαγική υπέρβαση της κατάδυσης μέσω μιας ανάλογης κινηματογράφησης που επιδέξια απεγκλωβίζει το φιλμ από τα τηλεοπτικά στεγανά στα οποία θα μπορούσε να παγιδευτεί, αλλά και σαν πορτραίτο (έστω και όχι στο βάθος ενός ψυχογραφήματος, ακόμη κι αν κάποια αποσπάσματα από τα προσωπικά γραπτά του αντρός ανοίγουν ένα παράθυρο με θέα στο χαρακτήρα του) ενός ανθρώπου χαρισματικού, αλλά όχι τέλειου (αποφεύγοντας το σκόπελο που προαναφέρθηκε, αυτόν της εξιδανίκευσης στο βαθμό του να δημιουργείται μια εικόνα πλασματική, άρα ασυνεπής ως προς το ρόλο της όσο το δυνατόν πιο ειλικρινούς καταγραφής). Κάπου εδώ παρεισφρέει και το παράπονο γιατί να τολμάται αυτή η προσέγγιση περισσότερο σε ταινίες τεκμηρίωσης παρά σε δραματοποιημένες, στις οποίες συνεχίζει να επικρατεί το μοντέλο της ωραιοποίησης όπως στο πρόσφατο “L’Odyssée”. Αυτό που μένει σαν επίγευση δεν είναι όμως τα σφάλματα του Mayol (εξάλλου το ότι φανερώνεται και αυτή η πλευρά του δε γίνεται για λόγους κιτρινισμού, ίσα ίσα που η προσέγγιση απέναντι στο συγκεκριμένο άτομο γίνεται με μεγάλο σεβασμό), αλλά αυτό που έχει πραγματικά σημασία, δηλαδή αυτή η αίσθηση της απόλυτης γαλήνης και αρμονίας που επιτυγχάνεται σωματικά και πνευματικά στα μεγάλα βάθη.

Στη σταδιοδρομία του πρωτοπόρου αυτού διαγράφεται και η μοναξιά κάθε ατόμου που άγγιξε κάποτε μια κορυφή που δεν πάτησε κανένας άλλος. Ο προσωπικός του αυτός Γολγοθάς που συμπληρώνεται και από μια σειρά άλλων τραγικών συμβάντων που αναπόφευκτα σημάδεψαν τη ζωή του γίνεται έτσι κι ένας γενικότερος στοχασμός επάνω στην αδυναμία του εξέχοντος ατόμου να διαχειριστεί αυτό που καταλήγει να τον ξεπερνάει, το μύθο που κατασκευάζει η κοινωνία για το ίδιο, μια εικόνα σε μεγέθυνση που βγάζει εκτός κάδρου όλες τις σκοτεινές λεπτομέρειες, που ουσιαστικά είναι ένας ρόλος, όχι μια πραγματική ύπαρξη με σάρκα και οστά (με αυτήν την ερμηνεία εξηγείται και η αντίδρασή του στο πως απεικονίστηκε στο “Le Grand Bleu”). Οι συνεντεύξεις στην πλειοψηφία τους πετυχαίνουν στο κέντρο του στόχου, κάποιες δε εξ αυτών των αφηγήσεων προκαλούν μέχρι και δέος. Η εικονογραφία είναι όμορφη, όχι όμως σε εκθαμβωτικό βαθμό λόγω της κυριαρχίας στο σύνολο του υλικού των πλάνων αρχείου και των εξομολογήσεων των προσώπων που βρέθηκαν κοντά στο θρυλικό δύτη, κάτι που «προσγειώνει» κάπως το τελικό αποτέλεσμα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τις ευκαιρίες που δίνει το θέμα για μια παρέλαση δυνητικά αξέχαστων οπτικών ερεθισμάτων.

Το παζλ που συντίθεται από τη συλλογή των διάφορων μαρτυριών είναι συναρπαστικό, με πολλές λεπτομέρειες που ουκ ολίγες φορές βρίσκονται και σε αντίφαση μεταξύ τους, για αυτό και η εικόνα που σχηματίζεται γοητεύει. Κάπου το σύνολο «παραπατάει», όπως όταν οι αφηγήσεις παρασύρονται σε μια αποπροσανατολιστική νοσταλγία ή στις στιγμές που γίνονται αναφορές στη μύηση του Mayol στη Γιόγκα και αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο που αντικρίζει ένας τουρίστας ένα φολκλόρ στοιχείο υπερβολικά ξένο ως προς τον ίδιο, ενώ είναι αλήθεια πως για χάρη μιας βαθύτερης ανάλυσης θα μπορούσε το φιλμ να διαρκεί μισή ώρα παραπάνω. Αυτό που μετράει στο τέλος της θέασης όμως είναι τι έχει αποκομιστεί, και αυτό είναι μια βιογράφηση επουσιώδης και η εξόρμηση της κάμερας εκεί που λίγοι μπορούν να φτάσουν με τις δυνάμεις τους.