Django – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Τζάνγκο Ο Βασιλιάς του Σούινγκ

(Django)


Είδος:

Έτος παραγωγής:
Χώρα: Γαλλία
Σκηνοθεσία:
Σενάριο: ,
Ηθοποιοί: , ,
Πρεμιέρα: 21-12-2017

Γράφει:
Βαθμολογία Cinefreaks:

Η ταινία του Γάλλου Etienne Comar, Django άνοιξε σήμερα το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Ο Comar, γνωστός ως παραγωγός και συμπαραγωγός Mon Roi – 2015, Timbuktu – 2014) κάνει με το Django το σκηνοθετικό του ντεμπούτο. Πρόκειται για ένα biopic του γνωστού κιθαρίστα της τζαζ manouche, Django Reinhardt.

Το στόρυ έχει ως εξής: στο υπό γερμανική κατοχή Παρίσι του 1943, ο Reinhardt (Reda Kateb) – πατέρας της gipsy jazz – συνθέτει και παίζει τη μουσική του στο κοινό, όταν η ναζιστική προπαγάνδα επιχειρεί να τον στείλει στη Γερμανία λόγω της Ρομά καταγωγής του.

Ο σκηνοθέτης επέλεξε να μεταφέρει στην οθόνη αυτά τα δύο χρόνια (1943 – 1945) από τη ζωή του μουσικού, καθώς, όπως είπε, λίγα είναι γνωστά για αυτή την περίοδο της καριέρας του.

Στο πλευρό του “macho” Reinhardt (που καπνίζει ήρεμος ενώ η έγκυος γυναίκα του μαζεύει ξύλα για τη φωτιά) και σε ρόλο συμβουλάτορα και συντρόφου τρεις γυναίκες: η μητέρα του Negros (BimBam Merstein), η σύζυγός του Naguine (Beata Palya) και η ερωμένη του Louise (Cécile de France).

Από τις πρώτες σκηνές είναι αυτή ενός κονσέρτου του Reinhardt, σε ένα μεγάλο θέατρο του Παρισιού, το 1943. Το θέατρο είναι γεμάτο. Πρόκειται για ένα κονσέρτο μουσικής που γράφτηκε για να χορεύεται, που είναι όμως απαγορευμένο να χορεύεται όπως πληροφορεί σχετική οδηγία στον τοίχο του θεάτρου. Μετά το κονσέρτο οι απαγορεύσεις συνεχίζονται: οι ναζί δεν είναι ευχαριστημένοι με το swing και τα blues του Reinhardt, απαγορεύεται το αλέγκρο και το πρέστο. Παρόλα αυτά του εκφράζουν το θαυμασμό τους και του προτείνουν να παίξει στη Γερμανία για τους ναζί αξιωματικούς, τον Γκέμπελς, ακόμα και τον ίδιο το Χίτλερ – ακολουθώντας φυσικά τις οδηγίες που θα του δοθούν αναφορικά με το ρεπερτόριο.

O Django δεν ενδιαφέρεται για ποιον παίζει τη μουσική του, του αρκεί να παίζει τη μουσική του. Και να ψαρεύει (υπάρχουν τρεις σκηνές ψαρέματος). Η Louise όμως, η πρώην αγαπημένη του, φοβάται ότι αν πάει στη Γερμανία δε θα καταφέρει να επιστρέψει. Για να τον σώσει τον φυγαδεύει μαζί με την οικογένειά του, προσπαθώντας να τον στείλει στην Ελβετία.

Η πρώτη σκηνή της ταινίας – χαρακτηριστική των διωγμών των τσιγγάνων -, σε συνδυασμό με μερικά άλλα σύμβολα κινδύνου που ο σκηνοθέτης έχει σκορπίσει εδώ κι εκεί (ο θάνατος και η ταφή της οικόσιτης μαϊμουδίτσας του, οι πίνακες με το κυνήγι και τα αγριεμένα σκυλιά που δείχνουν τα δόντια τους στο γραφείο του ναζί αξιωματικού που στέλνεται ο Django) μας κάνουν να σκεφτούμε ότι ίσως προμηνύουν το θάνατο του πρωταγωνιστή. Μέχρι να θυμηθούμε ότι πρόκειται για βιογραφία και άρα το τέλος είναι λίγο – πολύ γνωστό, πράγμα που σημαίνει μάλλον ότι ο σκηνοθέτης κάνει πολύ καλά τη δουλειά του.

Η ταινία είναι πράγματι καλογυρισμένη, με προσεγμένα πλάνα. Το ντεκόρ, τα κοστούμια και η φωτογραφία συνθέτουν μία εικόνα αισθητικά άρτια, αλλά(/και) εύπεπτη, σε συνδυασμό με μία κάμερα ήρεμη (όπως ο πρωταγωνιστής που σπάνια τον βλέπουμε να χάνει την ψυχραιμία του, παρά το κρυφτό με τους ναζί) που απλώς παρακολουθεί σιωπηλά.

Πανταχού παρόν και συμπρωταγωνιστής του Kateb αποδεικνύεται το φως. Είναι παρόν με τόσο έντονο και εκπληκτικό τρόπο και έχει ένα σορό διαφορετικά πρόσωπα, που σχεδόν αποσπά την προσοχή από οτιδήποτε άλλο. Εμφανίζεται ως μία λεπτή γραμμή που φωτίζει μόνο μερικώς το πρόσωπο του πρωταγωνιστή, μπαίνοντας κλεφτά στο σκοτεινό παρισινό δωμάτιο, ερχόμενο από τα φώτα του δρόμου. Αργότερα είναι εκεί στους βομβαρδισμούς, όταν η μητέρα του Ρέινχαρντ, Negros – ατρόμητη πάντοτε -, μένει πίσω στο σπίτι για να ανάψει μερικά κεριά και να προσευχηθεί μπροστά από μια εικόνα του Χριστού. Παρόν τη νύχτα όταν o Django βλέπει εφιάλτη, τρεμοπαίζει και κάνει τη λάμπα λαδιού να τσιτσιρίζει, και παρόν μέσα στον ίδιο τον εφιάλτη (ή είναι πραγματικότητα;), πιο δυνατό και άγριο, στις δάδες του Django και της Naguine που ψάχνουν μέσα στο δάσος τη μαϊμού τους, Joko.

Επίσης, περνώντας μέσα από τα βιτρό της εκκλησίας, όπου ο κυνηγημένος Reinhardt βρίσκει καταφύγιο για να συνθέσει τη μουσική του με τη βοήθεια του εκκλησιαστικού οργάνου. Τέλος, πιο άγριο και απειλητικό από ποτέ, με τη μορφή πυρκαγιάς που καίει αδυσώπητα τον καταυλισμό και εκδικείται με αυτόν τον τρόπο τους ανυπάκουους τσιγγάνους.

To Django του Comar είναι μία ταινία που σε κάνει να υποψιάζεσαι – ήδη από τα πέντε πρώτα λεπτά – ότι κάποια στιγμή θα ακούσεις να παίζεται η Μασσαλιώτισσα. Ή τουλάχιστον στο μυαλό σου παίζεται πολύ πριν την ακούσεις πραγματικά, ίσως γιατί περιμένεις μία σκηνή σαν αυτή της Casablanca. Παρόλα αυτά ο σκηνοθέτης λίγα έχει να πει για την υπό γερμανική κατοχή Γαλλία. Το φιλμ είναι καταρχήν η βιογραφία μίας μουσικής ιδιοφυίας, ή καλύτερα, σύμφωνα με τον Comar, ένα “στυλιζαρισμένο ντοκυμαντέρ”. Πάνω από όλα όμως το Django αποτίει φόρο τιμής στους τσιγγάνους που διώχθηκαν και εκτελέστηκαν από τους ναζί, ο ακριβής αριθμός των οποίων δεν έχει καταγράφηκε ποτέ.

+ Bonus: Ένα ασπρόμαυρο φιλμ αγγλικής προπαγάνδας της εποχής – παρωδία της ναζιστικής προπαγάνδας -, που αλίευσε ο σκηνοθέτης. Το φιλμ συνθέτουν μονταρισμένα πλάνα του ναζιστικού στρατού και πλάνα ομιλιών του Χίτλερ, συνοδευμένα από μουσική swing. Το φιλμ όχι μόνο είναι αληθινό – όπως μας ενημέρωσε ο σκηνοθέτης στη συνέντευξη Τύπου – αλλά έχει προβληθεί κιόλας σε αίθουσες της Αγγλίας και της Γαλλίας. Στην ταινία το παρακολουθούν (φιλμ μέσα στο φιλμ) ο Django με τη Louise σε ένα υπόγειο μπαρ του Παρισιού όπου πίνουν και χορεύουν.

  • django
  • django_reinhardt_berlinale-992x560
  • Screenshot from 2017-02-09 23-55-04
  • Screenshot from 2017-02-09 23-55-10
  • django-2017-poster

Βαθμολογία Χρηστών


1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Προβολές


Παίζεται σε: 0 αίθουσες
0 αίθουσες στην Αθήνα
0 αίθουσες στην Θεσσαλονίκη
0 αίθουσες στην Επαρχία


Η ταινία δεν παίζεται πλέον στις αίθουσες