Darkest Hour – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Η πιο σκοτεινή ώρα

(Darkest Hour)


Είδος: ,
Έτος παραγωγής:
Διάρκεια: 125
Χώρα: Ηνωμένο Βασίλειο
Σκηνοθεσία:
Σενάριο:
Ηθοποιοί: , , ,
Πρεμιέρα: 18-01-2018
Βαθμολογία Χρηστών:
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading...

Κατά τις πρώτες εβδομάδες της πρωθυπουργίας του Τσώρτσιλ, όταν οι Ναζί είχαν αρχίσει να καταλαμβάνουν την Ευρώπη, ο ίδιος έπρεπε, έχοντας όχι μόνο την απειλή της εισβολής των δυνάμεων του Χίτλερ στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και 300.000 στρατιώτες εγκλωβισμένους στη Δουνκέρκη, να αποφασίσει αν θα συνθηκολογήσει μαζί τους, στην πιο σκοτεινή στιγμή της δικής του αλλά και της ιστορίας της χώρας του ή αν θα τους αντιμετωπίσει στο πεδίο της μάχης. Παρά τον εσωτερικό πόλεμο που δέχεται από το κόμμα του και τον σκεπτικισμό του Βασιλιά, ο Τσώρτσιλ, με την αρωγή της επί 31 χρόνια συζύγου του, αποφασίζει να πολεμήσει για τα ιδανικά, την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας του και οι λόγοι που συνέταξε με σκοπό να ανυψώσει το ηθικό των Βρετανών, έξοχο δείγμα της ρητορικής του δεινότητας, έχουν μείνει στην Ιστορία. Μετά από την καλύτερη (και ίσως μοναδική καλή…) ταινία του, το “Atonement” του 2007, αλλά και μια σειρά από εμπορικές και, το σημαντικότερο, καλλιτεχνικές αποτυχίες, με αποκορύφωμα το “Pan”, ο Βρετανός Joe Wright επιστρέφει σε αυτό που τον καθιέρωσε, δηλαδή τις ταινίες εποχής και συγκεκριμένα την πρόσφατη βρετανική Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επισκέπτεται για δεύτερη φορά στη φιλμογραφία του (και για δεύτερη φορά αυτήν τη χρονιά, μετά το “Dunkirk” του Nolan) το πολεμικό συμβάν της Δουνκέρκης, αυτή τη φορά όμως αποφασίζει να διηγηθεί τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες, στα κυβερνητικά παρασκήνια.

Ο Wright αφηγείται την ιστορία της «πιο σκοτεινής ώρας» της παραίτησης του Τσάμπερλεϊν και της ανάληψης εξουσίας και σχηματισμού κυβέρνησης από τον Γουίνστον Τσώρτσιλ, μια ιδιοσυγκρασιακή και εν πολλοίς ανεπιθύμητη πολιτική περσόνα, γκρινιάρης, αγενής και ισχυρογνώμων, μισητός από τους πολιτικούς του αντιπάλους, με μια βιτριολική αίσθηση του χιούμορ και ισχυρό αίσθημα καθήκοντος. Ολόκληρη η ταινία στηρίζεται στους ερμηνευτικά στιβαρούς ώμους του Gary Oldman, ενός ηθοποιού – χαμαιλέοντα, γνωστού για τις ολοκληρωτικές μεταμορφώσεις στις ταινίες του, κάνοντας εδώ ίσως τη μεγαλύτερη της καριέρας του, δίχως όμως να χάνεται πίσω από το βαρύ μέικαπ, το τεχνητό διπλοσάγονο και τη φαλάκρα που αριστοτεχνικά του χάρισε ο Kazuhiro Tsuji. O Oldman υιοθετεί την ομιλία και την κινησιολογία της ιστορικής φιγούρας, χωρίς όμως να καταφεύγει σε αντιγραφή και μανιερισμούς, αλλά αντιθέτως αναπλάθοντας και αναδιασκευάζοντάς την, και παραδίδει την πιο ώριμη και μεστή ερμηνεία του, η οποία πρέπει αδιαμφισβήτητα να του χαρίσει το πρώτο (και δυστυχώς, υπερβολικά καθυστερημένο…) Όσκαρ της καριέρας του.

Κάπου εδώ όμως τελειώνουν όλα τα θετικά στοιχεία αυτής της στεγνής, καθαρά «ακαδημαϊκής» βιογραφίας, η οποία προσπαθεί να προσεγγίσει τη φόρμα του πολιτικού θρίλερ, δίχως όμως το σενάριο του Anthony McCarten να μπορεί να χτίσει την απαιτούμενη ατμόσφαιρα και σασπένς. Πολιτικά δε, η ταινία ξεχειλίζει από βρετανικό πατριωτισμό και αίσθημα εθνικής ανωτερότητας, που ενδύεται, ως είθισται, τον μανδύα της γενναιότητας και του ηρωισμού, ενώ η συντηρητική και αυταρχική περσόνα του Τσώρτσιλ εξωραϊζεται και «αγιοποιείται», με αποκορύφωμα τη λαϊκίστικη σκηνή στο μετρό (θα καταλάβετε όταν τη δείτε…). Οι δεύτεροι χαρακτήρες, δε, είναι άχρωμοι και αόρατοι, λειτουργώντας αμιγώς συμπληρωματικά προς αυτόν του Τσώρτσιλ, με την Kristin Scott Thomas στον ρόλο της γυναίκας του και τη Lily James σε αυτόν της γραμματέως του να υποδύονται τις άβουλες και υποστηρικτικές γυναίκες της ζωής του.

Ο Wright δε βρίσκει ποτέ τον ρυθμό του, αναγκάζεται να καταφύγει στον μελοδραματισμό και την ωραιοποίηση καταστάσεων για να διατηρήσει ψήγματα ενδιαφέροντος, και καταλήγει να κάνει μια ταινία και έναν Τσώρτσιλ που θα ξεχνιόταν εξ ολοκλήρου, εάν δεν ερμηνευόταν μνημειωδώς από τον Gary Oldman.