Άγραφος Πίνακας (Tabula Rasa) – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Άγραφος Πίνακας (Tabula Rasa)

Για κάποιο λόγο -και λυπάμαι γι’ αυτό- συνήθως είμαι κάπως επιφυλακτική απέναντι στις ελληνικές συμμετοχές των φεστιβάλ. Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι μία μεγάλη ιστορία που χρειάζεται ένα ξεχωριστό άρθρο για να εξηγηθεί. Τέλος πάντων, παρ’ όλ’ αυτά έχει τύχει πάρα πολλές φορές να με κερδίσουν ελληνικές ταινίες του φεστιβάλ. Τι κρίμα που η συγκεκριμένη δεν το πέτυχε ούτε στο ελάχιστο.

Το θέμα είναι συμπαθητικό, μιας και αφορά τις περιπέτειες ενός ορφανού αγοριού που, φεύγοντας από το ορφανοτροφείο κατά την ενηλικίωσή του γνωρίζει έναν μέχρι τότε άγνωστο κόσμο και μαζεύει τα κομμάτια του παζλ που συνθέτουν το παρελθόν του (υποψιάζομαι ότι η ταινία φλέρταρε με το J.A.C.E., για το αν πλησίασε ούτε λόγος). Πολύ συνοπτικά, πηγαίνει στην Αθήνα, γνωρίζει δύο ορφανά αδέρφια και έναν τρίτο συνέταιρο που δουλεύουν σε ένα μπαρ και μένει μαζί τους. (Σε ένα συνδυασμό Σταχτοπούτας, παλιάς ελληνικής ταινίας και σύγχρονης ελληνικής αισθητικής, τα δύο αδέρφια στα οποία δικαιωματικά ανήκει το μπαράκι εξαρτώνται από τη μητριά τους στην οποία ο πατέρας τους το άφησε, μένουν σε δωμάτια σχεδόν μέσα στο μπαρ γιατί μιλάμε για έναν εκσυγχρονισμό ταβέρνας του ’80 και είναι καλυμμένοι από μούσια και τατουάζ, γιατί έτσι. Χιλιάδες οι σκηνές όπου απλώς βλέπουμε τατουάζ, γιατί έτσι.)

Από την άλλη, η φιλοσοφική φιλοδοξία της ταινίας, που εντοπίζεται στον τίτλο της, αρκετά υπερβολική. Σε συνέντευξή τους οι ίδιες οι σκηνοθέτριες αναφέρονται στα λόγια του Τζον Λοκ “η άγραφη πλάκα είναι η ψυχή, που κατά τη διάρκεια της ζωής μας γεμίζει με ιδέες τις οποίες σχηματίσαμε μέσω της εμπειρίας μας”. Καταλαβαίνω, βάσει της πλοκής, πως διαμορφώθηκε η καλλιτεχνική πρόθεση αλλά δε νομίζω να το είδα κάπου επί του πρακτέου.

Η απόδοση της ταινίας. Δε συνηθίζω να απορρίπτω οποιαδήποτε προσπάθεια αλλά είναι κάποια πράγματα που με εκνευρίζουν πολύ και τα οποία εντοπίζει κανείς αμέσως στη συγκεκριμένη ταινία. Πρώτον οι ερμηνείες. Ούτε ίχνος φυσικότητας για σχεδόν κανέναν από τους ηθοποιούς, πόσο μάλλον για τον κεντρικό χαρακτήρα. Πολλές σκηνές θύμιζαν φοιτητές που ετοιμάζουν βιντεάκι στο γιουτιούμπ και, πιστέψτε με, έχω δει πολύ καλύτερες ερμηνείες σε βιντεάκια στο γιουτιούμπ. Απαράδεκτες συνομιλίες υπερρεαλιστικών προδιαγραφών, καβγάδες όπου η όποια επίπλαστη ένταση καταντούσε εξαιρετικά γελοία και λάθη στο σενάριο. Κάποιες από τις πολύ ατυχείς επιλογές-στιγμές της ταινίας:

1) Σε συζήτηση του πρωταγωνιστή Άρη με τον διευθυντή του ορφανοτροφείου ο τελευταίος αφού του έχει πει αρχικά ότι σκέφτεται να στείλει τον κολλητό του Άρη αλλού, μετά την κλιμάκωση της κουβέντας του λέει με στόμφο “μα έχει ήδη φύγει, Άρη”. Ναι.

2) Ο μεγάλος καβγάς κάπου στα μέσα της ταινίας ανάμεσα στον Άρη και ένα από τους μπάρμαν, τον Ορέστη, γίνεται για τον εξής λόγο: Ο Άρης έφυγε μέσα στη νύχτα για να ψάξει τον κολλητό του από το ορφανοτροφείο, το είπε στον Ορέστη που κοιμόταν και δεν άκουσε και το πρωί όλοι θύμωσαν με την απουσία του. Επιτρέψτε μου να γελάω χαχανιστά όταν ακούω τον Άρη να φωνάζει ότι είναι “σκάρτοι” μετά από μία ακραία σκληρή πάλη εν μέσω τατουάζ, για τον προαναφερθέντα λόγο.

3) Το section “Η Αρχόντισσα και ο Αλήτης”, που έχουμε την τύχη να παρακολουθήσουμε όταν ο Άρης ερωτεύεται μία ευκατάστατη ώριμη γυναίκα και στήνεται μέρα νύχτα έξω από τη βίλα της. Μετράω 4-5 λήψεις της ίδιας σκηνής στις οποίες η κυρία αλλάζει συνολάκια και βγαίνει για ποτό με τον Άρη στην εξώπορτα να ξεροσταλιάζει. Επίσης αρκετές κοινότυπες σκηνές κατά τις οποίες ο άστεγος Άρης (που, βεβαίως, έχει χτυπήσει ΚΑΙ αυτός τώρα τατουάζ και έχει γίνει άντρας) γίνεται άνθρωπος με τα λούσα της πλούσιας όταν θα τον μπάσει μέσα. Για να συνέλθουμε λίγο. Και για τη σεξουαλική σκηνή δεν συζητάω, ομορφιά.

4) Πώς τυχαίνει, βρε παιδί μου, και ο Άρης μέσα σε όλη την Αθήνα συσχετίζεται με δύο “σπιτικά” τα οποία του προσφέρουν τα κλειδιά για τα αναπάντητα ερωτήματά του; (δεν λέω τίποτ’ άλλο, μην κάνω και spoiler) Φύγαμε και πάλι από τον ρεαλισμό για ένα άλλο μέρος μακρινό.

5) Το αποκορύφωμα που, σχεδόν, υποτιμά τη νοημοσύνη του κοινού: τελευταία σκηνή και εμετική, αν με ρωτάτε, απάντηση στο φιλοσοφικό ερώτημα του αν τελικά είμαστε Tabula Rasa, και ο Άρης επιστρέφει στο μπαρ όπου δούλευε παλιά, αλλαγμένος εσωτερικά, με μόνη διαφορά στην εξωτερική του εμφάνιση το ελαφρώς μακρύτερο μαλλί του. Λοιπόν, φίλες και φίλοι μου, έκατσε στο μπαρ, ήπιε ποτά, μάλωσε με τους τρεις φίλους του από τα παλιά, τους πλήρωσε, έφυγε και εκείνοι ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΑΝ. Διότι, μάλλον, ο άγραφος πίνακας τώρα γράφτηκε και έγινε αγνώριστος.

Το μόνο που έχω να προσθέσω είναι πως θεωρώ άστοχη την επιλογή του ΦΚΘ να τη συμπεριλάβει στις συμμετοχές. Μπορείτε να με διαψεύσετε βλέποντας την ταινία στις 9/11, στον Τορνέ στις 15:30.

wso shell IndoXploit shell webr00t shell hacklink hacklink satış wso shell