A Pigeon Sat on a Branch Reflecting on Existence (Ένα Περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξή του) - Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

A Pigeon Sat on a Branch Reflecting on Existence (Ένα Περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξή του)


Εφτά χρόνια μετά την ταινία του “Εσείς, οι Ζωντανοί” (You, the Living – 2007), ο σπουδαίος σκηνοθέτης Ρόι Άντερσον, επιστρέφει με το νέο του φιλμ: «Ένα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενο την Ύπαρξή του» (A Pigeon Sat on a Branch Reflecting on Existence). Ο Σουηδός δημιουργός ολοκληρώνει με τον τρόπο αυτό την “Τριλογία των Ζωντανών”, χαρίζοντας μας παράλληλα ένα ακόμη υπέροχο κομψοτέχνημα το οποίο κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα (Leone d’Oro) στο 71ο Διεθνές Φεστιβάλ της Βενετίας και παράλληλα αποτέλεσε την Ταινία Λήξης του 55ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Σαν τους σύγχρονους Δον Κιχώτη και Σάντσο Πάντσα, ο Σαμ (Νιλς Γουέστμπλομ – Nils Westblom) και ο Τζόναθαν (Χόλγκερ Άντερσον – Holger Andersson), είναι δύο πλανόδιοι πωλητές οι οποίοι εμπορεύονται ασυνήθιστα «παιχνίδια» και μας μεταφέρουν σε μια καλειδοσκοπική περιπλάνηση στο ανθρώπινο πεπρωμένο.

Το φιλμ είναι ένα ταξίδι που μας δείχνει την ομορφιά των απλών αλλά συγχρόνως μοναδικών στιγμών, την μικρότητα, το χιούμορ, αλλά και την τραγωδία που κατοικούν μέσα μας και αποτελούν όλα αυτά μαζί το μοναδικό μεγαλείο της ζωής, αλλά παράλληλα και την απόλυτη αδυναμία της ανθρωπότητας.

Αυτοί οι δυο πωλητές συντελούν ένα απίθανο και φαινομενικά αταίριαστο ζευγάρι. Ενώ λοιπόν προσπαθούν να πουλήσουν γκροτέσκ μάσκες για πάρτι την ίδια στιγμή τσακώνονται συνεχώς μεταξύ τους. Ο Σαμ που θεωρεί τον εαυτό του ως τον «εγκέφαλο» της επιχείρησης, πατρονάρει όλη την ώρα τον συνεργάτη του. Ο Τζόναθαν που είναι πιο αργός και φλεγματικός, είναι ευτυχισμένος μόνο όταν γευματίζει. Τόσο απλά. Ο Σαμ και ο Τζόναθαν που εμπνέουν μια ιλαρότητα όσο και μια βαρύτητα, μας συνοδεύουν σε μια σειρά από πλούσια και ασυνήθιστα περιστατικά, αποτελώντας ουσιαστικά τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος…

«Είναι εκπληκτικό το γεγονός πόσο μοιάζουμε μεταξύ μας, από τότε που ο άνθρωπος υπάρχει. Έχουμε βασικά πράγματα κοινά που αισθανόμαστε, όπως ο φόβος, ο σεβασμός, η χαρά και η λύπη. Μερικές φορές, σκεφτόμαστε διαφορετικά, όμως στα έγκατα της ψυχής μας είμαστε κοντά ο ένας με τον άλλον. Ακόμη και σε ένα μικρό αφρικανικό χωριό, οι κάτοικοι σκέφτονται τα ίδια πράγματα με τον υπόλοιπο κόσμο – πως να επιβιώσουν, να είναι χαρούμενοι, τι να φάνε, τι να πιούνε και να κάνουν παιδιά.» – Ρόι Άντερσον (Roy Andersson)

apigeonsat1

Η ταινία «Ένα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενο την Ύπαρξή του» ξεκινάει με τρεις συναντήσεις με τον θάνατο: Ένας άντρας πεθαίνει από καρδιακή προσβολή ενώ προσπαθεί να ανοίξει ένα μπουκάλι κρασί, με τη γυναίκα του να εξακολουθεί την ετοιμασία του δείπνου στην κουζίνα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα κρατά στο νεκροκρέβατο της μια τσάντα γεμάτη κοσμήματα, με τους γιους της να αγωνίζονται για να την μεταπείσουν: «Δεν επιτρέπεται να πάρεις την τσάντα μαζί σου στον ουρανό, Μητέρα, εκεί θα πάρεις νέα κοσμήματα…» Ένας ταξιδιώτης κείτεται νεκρός στην καφετέρια του φέριμποτ, ενώ είχε μόλις πληρώσει το γεύμα του. Η ταμίας ρωτάει: «Υπάρχει κάποιος που θέλει το γεύμα; Είναι δωρεάν!»

Στη συνέχεια παρακολουθούμε τον καπετάνιο ενός φέριμποτ, ο οποίος εγκαταλείπει τη ζωή του στη θάλασσα και αποφασίζει να ανοίξει ένα κομμωτήριο. Όμως και ο μοναδικός του πελάτης τον εγκαταλείπει, αφού του διηγείται τη μόνη έως εκείνη τη στιγμή εμπειρία του σε στρατιωτικού ύφους κουρέματα.

Μια χορεύτρια φλαμένκο εξωτερικεύει τα συναισθήματα της σε έναν από τους μαθητές της, αγγίζοντας τον. Έξω από το στούντιο χορού, η καθαρίστρια αναφωνεί στο κινητό της: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Αργότερα, ένας υπάλληλος παρατηρεί την χορεύτρια του φλαμένκο και τον μαθητή της μέσα από το τζάμι ενός εστιατορίου, ενώ περιμένει για μια ακόμη φορά την αινιγματική του συνάντηση που όλο αναβάλλεται. Πραγματοποιώντας μια κλήση, αναρωτιέται: «Παρεξηγώ κάτι; Μήπως είμαι εγώ αυτός που κάνει το λάθος;»

Μέσα σε ένα μπαρ, ένας σκυθρωπός και μερικώς κουφός ηλικιωμένος άντρας παραγγέλνει ένα ακόμη σφηνάκι. Δυο άλλοι πελάτες παρατηρούν: «Εξήντα χρόνια – με πολλά σφηνάκια!» «Τι θα ήταν η ζωή χωρίς ένα ή δυο σφηνάκια;» Για μια στιγμή μεταφερόμαστε στο 1943. Ναύτες και στρατιώτες δεν έχουν καθόλου λεφτά και χρησιμοποιούν τη γοητεία τους για να παραγγείλουν ποτά στην παμπ Limping Lotta, πληρώνοντας μ’ ένα φιλί…

Στην κουζίνα, ο σύζυγος κάθεται κοντά στο παράθυρο ενώ η γυναίκα του μιλάει στο τηλέφωνο: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Δυο νέα κορίτσια χτυπούν φυσαλίδες στο μπαλκόνι ενώ κινούνται επικίνδυνα στην άκρη του. Ένας στρατός του 18ου αιώνα με άλογα και πεζούς βαδίζει προς τη Μόσχα. Ο βασιλιάς και οι άντρες του σταματάνε σ’ ένα σύγχρονο μπαρ, προσβάλλοντας τους θαμώνες και τον ιδιοκτήτη του. Σ’ ένα άλλο μπαρ, ο υπάλληλος παραπονιέται για ένα ακόμη ακυρωθέν ραντεβού που προέκυψε.

apigeon01

Ο απελπισμένος διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας, κρατώντας ένα πιστόλι στο χέρι του, στέκεται στο γραφείο του μιλώντας στο τηλέφωνο: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Μετά από μια ταπεινωτική ήττα, ο άλλοτε γεμάτος αυτοπεποίθηση στρατός του 18ου αιώνα, διαλύεται σε χίλια κομμάτια. Στο μπαρ, ένας κουρασμένος υπάλληλος μουρμουρίζει σ’ έναν άλλον παραδίπλα που τον ακούει: «Εάν μόνο δεν έβρεχε!»

Σ’ ένα εργαστήριο, ενώ ένας πίθηκος υποφέρει από ισχυρά ηλεκτροσόκ στη διάρκεια ενός διαβολικού πειράματος, ο επιστήμονας μιλάει στο τηλέφωνο: «Χαίρομαι που ακούω πως είσαι καλά!» Ένα γιγαντιαίο και γκροτέσκ όργανο – αντίκα που περιβάλλεται από Βρετανούς στρατιώτες της αποικίας, παίζει μαγευτική μουσική μέσα από τους στεναγμούς των Αφρικανών κρατουμένων που «ψήνονται» αργά μέσα του…

«Πως περνάμε τον καιρό μας στην γη; Στις ταινίες μου δείχνω μερικά παραδείγματα από τις ανθρώπινες ζωές μας κι ελπίζω ότι το αποτέλεσμα είναι αστείο. Αλλά οι ιστορίες μου είναι επίσης λυπητερές, γιατί η ζωή είναι τραγική κι όλοι πεθαίνουμε μια μέρα.» – Ρόι Άντερσον (Roy Andersson)

Οι πωλητές Σαμ και Τζόναθαν μας βοηθούν να περιηγηθούμε σε αυτό το παράξενο σύμπαν με τα «οικεία» πρόσωπα, ενώ πωλούν τα ασυνήθιστα «παιχνίδια» τους. Σε διάφορες στιγμές της διαδρομής τους, προσπαθούν να πείσουν υποψήφιους αγοραστές ότι χρειάζονται κωμωδία και διασκέδαση. Αν και οι ίδιοι δεν βρίσκουν τα προϊόντα τους ιδιαιτέρως διασκεδαστικά, κάνουν όμως ότι καλύτερο μπορούν για να πείσουν τους άλλους.

Περιπλανώμενοι στο ιδιόμορφο σύμπαν της ταινίας «Ένα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενο την Ύπαρξή του» (A Pigeon Sat on a Branch Reflecting on Existence) γινόμαστε κοινωνοί των μοναδικών χαρακτήρων που με μαεστρία και γλαφυρότητα μας συστήνει ο σπουδαίος Σουηδός δημιουργός. Δοκιμάζουμε έτσι την ομορφιά αλλά και τον παραλογισμό της ύπαρξής μας στο εδώ και τώρα, που περιβάλλεται τόσο από τους άλλους όσο και από τους εαυτούς μας.

Μια σκηνοθετική πρακτική και μια κινηματογραφική δομή που επιτάσσονται ακριβώς στη σημασία του ανθρωπισμού και τη θέση του στον σύγχρονο κινηματογράφο. Άλλωστε, ο Σουηδός σκηνοθέτης αυτήν την ουμανιστική διάσταση της ταινίας του τόνισε στον ευχαριστήριο λόγο του κατά την παραλαβή του Χρυσού Λέοντα, σημειώνοντας ότι έχει εμπνευστεί από τον “Κλέφτη Ποδηλάτων” του Βιτόριο ντε Σίκα. Σχετικά με το νόημα που κρύβεται στην ταινία, ο δημιουργός λέει χαρακτηριστικά:

«Η ένταση στις υφιστάμενες σχέσεις, μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το ευρύ φάσμα της ζωής, της ύπαρξης. Για μένα, υπάρχουν τρία πράγματα που με απασχολούν και τα θεωρώ πολύ σημαντικά: Το ένα είναι η έλλειψη ενσυναίσθησης, γεγονός πολύ κακό ειδικά στις μέρες μας που οδηγεί στην διαρκώς αυξανόμενη έλλειψη σεβασμού. Το δεύτερο είναι η ευπάθεια. Είμαι πολύ λυπημένος όταν βλέπω ανθρώπους ευάλωτους να ταπεινώνονται. Η ταπείνωση είναι το τρίτο που με απασχολεί.» – Ρόι Άντερσον (Roy Andersson)

Το σινεμά του Σουηδού σκηνοθέτη Ρόι  Άντερσον γεννιέται εκεί όπου η τραγωδία συναντά την κωμωδία. Σαρκαστικός, σουρεαλιστής, οπαδός του στοιχείου του παραλόγου, ο Άντερσον χτίζει ένα κινηματογραφικό σύμπαν παράξενο αλλά τόσο γοητευτικό, σήμα κατατεθέν σε όλη την πορεία του.

Ο Χρυσός Λέοντας του 71ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Βενετίας, είναι σίγουρα μία από τις καλύτερες ταινίες της κινηματογραφικής σεζόν. Μία ταινία που διαφέρει απ’ ότι συνήθως παρακολουθούμε στην μεγάλη οθόνη. Μελαγχολική, αλλά οικεία και νοσταλγική, η νέα δημιουργία του Ρόι Άντερσον μας ξεναγεί και μας ταξιδεύει μέσα από τις ιστορίες διάφορων ανθρώπων και πως αυτές συντελούνται μέσα στον χωροχρόνο, δημιουργώντας ένα μοναδικό ψηφιδωτό ιδιότυπων καταστάσεων.

«Έχω δει και βιώσει πολλές τέτοιες καταστάσεις. Μερικές φορές η ζωή είναι πολύ κοινή, μπανάλ και καθόλου ενδιαφέρουσα. Άλλες φορές είναι πολύ ιδιαίτερη, συναρπαστική κι επίσης τρομακτική. Πραγματικά λατρεύω αυτό το μείγμα, όπως και τη μίξη του χρόνου. Σε αυτήν την ταινία, υπάρχουν πολλοί αναχρονισμοί – μπερδεύεται το παρελθόν με το παρόν. Είμαι χαρούμενος που το τόλμησα αυτό γιατί υπήρξα πολύ ρεαλιστής. Όμως μετά από 15 χρόνια, ήμουν τόσο κουρασμένος ώστε αισθάνθηκα ότι έπρεπε να αφήσω στην άκρη τον ρεαλισμό και να τολμήσω την αφαίρεση.» – Ρόι Άντερσον (Roy Andersson)

Ο Ρόι Άντερσον γεννήθηκε το 1943 στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας. Το 1969 αποφοίτησε από τη Σουηδική Σχολή Κινηματογράφου και η πρώτη του ταινία, με τίτλο “Σουηδική Ερωτική Ιστορία”, κέρδισε τέσσερα βραβεία στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1970. Το “Γκίλιαπ”, η δεύτερη ταινία του, παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ των Καννών, στο τμήμα «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών», το 1976.

Το 1981 ο Ρόι Άντερσον ίδρυσε το Studio 24 στη Στοκχόλμη, προκειμένου να κάνει την παραγωγή και να γυρίζει ανεξάρτητος τις ταινίες του. Τότε ήταν που ανέπτυξε και το μοναδικό του κινηματογραφικό ύφος. Μετά το “Κάτι Συνέβη” και το “Ο Κόσμος της Δόξας”, δύο μικρού μήκους ταινίες που κέρδισαν βραβεία σε φεστιβάλ όπως αυτό του Κλερμόν-Φεράν, ο Σουηδός δημιουργός γύρισε το υπέροχο φιλμ “Τραγούδια απ’ τον Δεύτερο Όροφο”. Φιλμ που κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών το 2000.

«Όλα αυτά είναι σαν πίνακες που εστιάζουν βαθιά. Στην αρχή της καριέρας μας, ήταν αδύνατο για εμένα να εστιάσω και να επικεντρωθώ στα πρόσωπα, αλλά αναλώνουν στην ομίχλη που υπήρχε στο προσκήνιο. Τώρα, είναι απίθανο για εμένα να κάνω μια σκηνή χωρίς να εστιάσω βαθιά, γεγονός που απαιτεί περισσότερο χρόνο και χρήμα. Κι αυτός είναι ο λόγος που προτιμώ να δουλεύω σε στούντιο. Όπως έλεγε ο Ματίς, δεν είναι όλα αναγκαία για τις εικόνες. Οι εικόνες μου καθορίζονται από το σήμερα, και επιδιώκω να είναι παγκόσμιες και διαχρονικές. Για να επιτύχω αυτήν την καθολικότητα των εικόνων, προτιμώ να επικεντρωθώ στο χρώμα του δέρματος των ηθοποιών παρά στα ρούχα τους. Δεν θα επιστρέψω ποτέ στον ρεαλισμό.» – Ρόι Άντερσον (Roy Andersson)

10685323_10152847504495579_1376440058879252144_n

Αξίζει να σημειώσουμε ότι το αγαπημένο φιλμ “Τραγούδια απ’ τον Δεύτερο Όροφο”, ήταν το πρώτο μέρος της Τριλογίας των Ζωντανών. Ακολουθήθηκε από το “Εσείς, οι Ζωντανοί”, που επίσης προβλήθηκε στις Κάννες. Οι ταινίες αυτές εδραίωσαν το προσωπικό του στυλ, που διακρίνεται από στατικά πλάνα και επιμελώς κατασκευασμένα ταμπλώ βιβάν, στοιχεία κωμωδίας του παραλόγου, όπως κι από έναν ουσιώδη ουμανισμό.

Το 2009, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης τίμησε τον Άντερσον με μία έκθεση όπου παρουσιάστηκε όχι μόνο σύσσωμο το κινηματογραφικό του έργο, αλλά και ορισμένα από τα διαφημιστικά του σποτ. Το φιλμ “Ένα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα Κλαδί”, αποτελεί την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του δημιουργού και είναι ουσιαστικά το τρίτο κομμάτι της τριλογίας, που ολοκληρώνεται μετά από δεκαπέντε (15) χρόνια.

Η ταινία «Ένα Περιστέρι Έκατσε Σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενο την Ύπαρξή του» (A Pigeon Sat on a Branch Reflecting on Existence) του Ρόι Άντερσον πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα του 71ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας κερδίζοντας το πρώτο βραβείο, δηλαδή το Χρυσό Λιοντάρι Καλύτερης Ταινίας (Leone d’Oro).

Στην Ελλάδα είχαμε την ευκαιρία να το απολαύσουμε στο πλαίσιο του 55ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, όντας η Ταινία Λήξης του Φεστιβάλ – το οποίο παρουσίασε ένα συνολικό αφιέρωμα στην ιδιαίτερα σημαντική φιλμογραφία του Σουηδού καλλιτέχνη.

Γιώργος Ρούσσος


Στη δεκαετία του ’50, ο Ingmar Bergman τοποθετεί τη Σουηδία στο χάρτη του μεγάλου κινηματογράφου, με φιλμ που πραγματεύονταν κυρίως υπαρξιακά ζητήματα. Τώρα, ο Roy Andersson, που είναι επίσης Σουηδός, αποδεικνύει ότι η σκανδιναβική χώρα συνεχίζει την παραγωγή υπέροχων φιλμ για τη ζωή και το θάνατο. Παρόλα αυτά το ύφος του δεν έχει καμία σχέση με αυτό του Bergman – αλλά οι ήρωες μοιράζονται τους ίδιους φόβους και προβληματισμούς.

Ο τίτλος της ταινίας είναι αστείος: «Ένα περιστέρι κάθισε σε ένα κλαδί διαλογιζόμενο την ύπαρξη». Και η ταινία είναι τόσο παράξενη όσο ακούγεται. Είναι ό,τι πιο πειραματικό έχει παρουσιαστεί μέχρι στιγμής στο φετινό Φεστιβάλ της Βενετίας (αν και το ιαπωνικό Nobi ακολουθεί σε μικρή απόσταση) και είναι το μόνο φιλμ που χειροκροτήθηκε από τους δημοσιογράφους, όχι μόνο στο τέλος αλλά και κατά τη διάρκεια της προβολής.

Δε θα έλεγα ότι τα περισσότερα από τα χειροκροτήματα άξιζαν, αλλά ακόμα λιγότερο θα έλεγα ότι δεν άξιζαν. Το θέμα είναι ότι αυτή η ταινία του Andersson είναι κάτι τόσο νέο και διαφορετικό από οτιδήποτε έχει παρουσιαστεί ως τώρα στο φετινό φεστιβάλ, και αυτό συγκίνησε τους κριτικούς. Η ταινία δεν έχει βγει ακόμη στις αίθουσες , αλλά μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε πως, όταν αυτό συμβεί, θα γίνει αμέσως καλτ.

Στο φιλμ δεν υπάρχει πλοκή: πρόκειται για ένα κολάζ πολλών διαφορετικών χαρακτήρων που ζουν τις ζωές τους. Ναι, ζουν τις ζωές τους απλώς υπάρχοντας όσο ο θάνατος δεν έρχεται να τους πάρει. Αυτό είναι το θέμα της ταινίας και αυτό είναι περίπου ό, τι υπάρχει στην ταινία. Όλοι οι ήρωες έχουν στα πρόσωπά τους μια παράξενη λευκή μάσκα που τους κάνει να δείχνουν σα να είναι φτιαγμένοι από κερί. Με το ζόρι κινούνται και όταν το κάνουν το κάνουν πολύ αργά. Οι χαρακτήρες θυμίζουν τα πλάσματα του Bob Wilson και όταν μιλούν επαναλαμβάνουν την ίδια φράση πολλές φορές.

apigeonsat

Το φιλμ είναι επεισοδιακό, με την κάθε σκηνή (όλες τους αποτελούμενες από ένα μόνο πλάνο, με την κάμερα στημένη και ακίνητη) να παρουσιάζει καθημερινές ιστορίες. Βλέπουμε, για παράδειγμα, δύο πωλητές να μετακινούνται από δω κι από κει, έναν άνδρα που πηγαίνει να συναντήσει άλλους ανθρώπους και πάντοτε φτάνει στο λάθος τόπο τη λάθος ώρα, μία δασκάλα μπαλέτου που φλερτάρει με έναν από τους μαθητές της. Αυτοί οι χαρακτήρες και πολλοί ακόμη θα ξαναεμφανίζονται συχνά στην οθόνη, κάνοντας κατά βάση τα ίδια πράγματα – χωρίς κανένα από αυτά να είναι κάτι σημαντικό. Καθένα μικρό κομμάτι του φιλμ μοιάζει απελπιστικά ελλιπές, αλλά τοποθετώντας τα όλα μαζί, χτίζουν κάτι ουσιαστικό: ένα μωσαϊκό της ζωής. (Ένα μωσαϊκό με πολλά κομμάτια που λείπουν, θα έλεγα, αλλά που μπορούμε να οραματιστούμε την εικόνα ολόκληρη όπως και να ‘χει.)

apigeon2

Ίσως ακούγεται βαρετό, αλλά είναι πολύ λιγότερο βαρετό από αυτό που φαίνεται. Η ταινία είναι πιασάρικη επειδή όλοι οι χαρακτήρες έχουν κάτι το αστείο. Αυτό που μας κρατά είναι επίσης οι εντυπωσιακές εικόνες – η φωτογραφία έχει μια κιτρινωπή-μπεζ απόχρωση που υπογραμμίζει το μη ρεαλιστικό πνεύμα του όλου πράγματος. Και ακόμη κι αν δεν μας αρέσει η μουσική που συνεχώς επαναλαμβάνεται, σίγουρα θα φύγουμε από την αίθουσα σφυρίζοντάς την.

Οι σκηνές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κοινότυπες, κάτι που είναι λογικό, αφού αυτή είναι μια ταινία για την κοινοτυπία της ζωής και την απουσία νοήματος. Υπάρχει μόνο μία πολύ σκοτεινή σκηνή και πιο σκούρα τονικά: βλέπουμε μια ομάδα ανδρών (Άγγλων αποικιοκρατών) να στέλνουν μαύρους σκλάβους σε ένα σε έναν τεράστιο κλίβανο, ενόσω άνθρωποι ντυμένοι με κοστούμια τους κοιτούν πίνοντας σαμπάνια. Η σκηνή, όπως σύντομα αντιλαμβανόμαστε, είναι ο εφιάλτης ενός από τους χαρακτήρες και αναπαριστά ξεκάθαρα τη βαθιά μας ανησυχία ότι ίσως δε θα έπρεπε να συνεχίσουμε να ζούμε τις απλές ζωές μας, ενώ συμβαίνουν τόσο φρικιαστικά πράγματα στον κόσμο. Είναι καλό να ξέρουμε ότι το περιστέρι δε σκέφτεται μόνο τη δική του ύπαρξη, αλλά επίσης και των άλλων.