Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη της ταινίας "Ευτυχία" – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη της ταινίας “Ευτυχία”

Συνεντεύξεις | 26-3-2017 |

Η ταινία Ευτυχία είναι μια ανεξάρτητη παραγωγή που  έκανε πρεμιέρα στη μεγάλη οθόνη στις 23 Μαρτίου. Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο Χρήστος Πυθαράς κι εμείς τον βρήκαμε και του ζητήσαμε να μας δώσει τα μυστικά της Ευτυχίας του.

– Στην ταινία βλέπουμε συχνά εναλλαγές ψυχρών και θερμών χρωμάτων. Τι ρόλο διαδραματίζει το χρώμα στην Ευτυχία;

(Και) Το χρώμα και η θερμοκρασία χρώματος, είναι σκηνοθετικά εργαλεία. Σαν τέτοια, είναι μέρος της κινηματογραφικής γλώσσας της ταινίας. Προσπαθήσαμε να δώσουμε στον φωτισμό μια εννοιολογική κατεύθυνση, που να συνάδει και να αντικατοπτρίζει / συμβολίζει την δραματουργία στην ψυχολογία του χαρακτήρα. Ελπίζω πράγματι, να περνάει αυτό και να συμβάλλει στην αίσθηση που αφήνει η ταινία, στο πως θα μπει στην διαδικασία να την ερμηνεύσει ένας θεατής.

-Εκτός από την εικόνα, στην ταινία είναι πολύ δυνατή και η παρουσία του ηχητικού περιβάλλοντος. Ποια ήταν η πρόθεση πίσω από αυτό;

Από την προετοιμασία της ταινίας, είχα μια αρκετά σαφή και συγκεκριμένη εικόνα για το πως ήθελα να είναι η εικόνα, τουλάχιστον σαν σύνθεση κάδρου και φακούς. Είχαμε αφιερώσει άλλωστε πολύ χρόνο προετοιμασίας με τον οπερατέρ και δεύτερο διευθυντή φωτογραφίας της ταινίας, Νίκο Θωμά, στο να βγάλουμε ένα φωτογραφικό story board / decoupage, του μεγαλύτερου μέρους της ταινίας, ώστε να επιλέξουμε τους κατάλληλους φακούς που θα λειτουργήσουν και δραματουργικά στην εξέλιξη της ιστορίας. Ως προς τον ήχο, ενώ καταλάβαινα απόλυτα ότι η ατμόσφαιρα της ταινίας – και σε μεγάλο βαθμό η αφήγηση – θα στηριχτεί στον ήχο, δεν μου ήταν ξεκάθαρο ποια κατεύθυνση θα έπαιρνε αυτός. Η συμβολή του μουσικού Ντίνου Τσέλη (θεσπεσιοεξαιρετικότατος συνεργάτης) ήταν καθοριστική στο να δημιουργήσει το ύφος που ψάχναμε. Μουσικά θέματα σαν εξελισσόμενα μοτίβα, μουσικά σχόλια και ατμόσφαιρες, που συντέλεσαν αναπάντεχα και απόλυτα πετυχημένα, στο ύφος της Ευτυχίας. Ειλικρινά, εκτιμώ αφάνταστα την δουλειά του, όχι μόνο σαν τελικό αποτέλεσμα μα και σαν δημιουργικό τρόπο συνεργασίας. Άνθρωπος πλήρως συγκεντρωμένος σε αυτό που έχει να κάνει, χωρίς ίχνος εγωπάθειας, με απόλυτα θετική πρόθεση και πίστη στην (όποια) ταινία και στην φύση του επαγγέλματος του. Ύστερα, μπήκε το προσεγμένο sound design του Γιάννη Γιαννακόπουλου και το μιξάζ του Κώστα Φυλακτίδη έφερε τις τελικές πινελιές και την απαραίτητη ισορροπία και συνοχή, ώστε να δημιουργηθεί ο ηχητικός μικρόκοσμος της ταινίας.

-Η ταινία βασίζεται στην πρωταγωνίστριά της, την Άννα, την οποία υποδύεται η Ξανθή Σπανού. Πώς δούλεψες με την ηθοποιό σου, δεδομένων των αυξημένων απαιτήσεων του ρόλου της;

Η ταινία ουσιαστικά, στηρίζεται πάνω σε έναν κεντρικό χαρακτήρα, την Άννα. Καλή, χρήσιμη και ενδιαφέρουσα η κινηματογραφική γλώσσα, σε επίπεδο ήχου, εικόνας και μοντάζ, αλλά αν η ερμηνεία (ες) του χαρακτήρα που κουβαλά όλη την ταινία δεν είναι πειστική, κατανοητή και ενδιαφέρουσα, έχεις χάσει την ταινία. Ήταν μεγάλο στοίχημα και ρίσκο για την Ξανθή, πρωτοεμφανιζόμενη και η ίδια, να πάρει μια ολόκληρη ταινία πάνω της και να την κουβαλήσει μέχρι το τέλος. Σίγουρα, κάναμε πολλές πρόβες. Μα δεν αρκεί αυτό, ο ηθοποιός πρέπει να χτίζει / δουλεύει  τον ρόλο του εκτός ωρών πρόβας ώστε να τον ραφινάρει μαζί με τον σκηνοθέτη στην πρόβα. Και ο σκηνοθέτης πρέπει να κουβαλά αρκετή οξυδέρκεια, ώστε να καταλάβει πως να προσεγγίσει ωφέλιμα και να βοηθήσει όπου χρειάζεται τον ηθοποιό του. Και οι δυο μας, έχουμε αφιερώσει πολύ χρόνο στην ταινία. Ευελπιστώ, πως και οι δυο έχουμε μάθει πολλά από την “Ευτυχία”, από τους στόχους που πετύχαμε μα και από αυτούς που ίσα ίσα ψηλαφίσαμε, ώστε να εξελιχτούμε στις επόμενες δουλειές μας. Η δουλειά με  τους ηθοποιούς είναι το πιο ενδιαφέρον, το πιο πολύπλοκο και εν τέλει, το πιο σημαντικό κομμάτι.

-Στην ταινία η Άννα μοιάζει μπερδεμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους, σε δύο πραγματικότητες που η μία διαχέεται μέσα στην άλλη. Το στοιχείο του μεταίχμιου και της σύγχυσης επικρατεί στην Ευτυχία. Πως αντανακλάται αυτό στην κινηματογράφηση;

Αρχικά, η έννοια της πραγματικότητας – τι είναι, πως την ορίζουμε σε προσωπικό επίπεδο – με αφορά πολύ για κάποιον λόγο. Σαν θεματική, την βλέπω να επανέρχεται σε αρκετές δουλειές που έχω κάνει. Η μορφή που παίρνει μέσα στην ταινία, κινείται σε διάφορα επίπεδα. Όπως, κάποιες σκηνές που η δράση τους  περιλαμβάνει κάτι το παράδοξο – για το οποίο δεν είσαι σίγουρος αν συμβαίνει πράγματι ή όχι. Ένας άλλος τρόπος αφηγηματικά, είναι οι ονειρικές σεκάνς και η σχέση της Άννας με τον ύπνο, όπως επίσης και ο τρόπος χρήσης κάποιων πλάνων σε επίπεδο μοντάζ, που λειτουργούν σαν προοικονομία. Τέλος ο τρόπος κινηματογράφησης της πόλης, σαν χαρακτήρας και αυτή της ταινίας, και η εμμονή σε χρόνο και πλάνα πάνω σε ορισμένες λεπτομέρειες αντικειμένων, είναι στοιχεία που ελπίζω πως συμβάλλουν στην δημιουργία αυτής της αίσθησης της σύγχυσης και της υποβόσκουσας απειλής.

-Στην ταινία, εκτός από τη σκηνοθεσία, υπογράφεις και το σενάριο. Πως διαμορφώνεται η σχέση σου με τους ήρωες της ταινίας σου στην πορεία από την αρχή προς την ολοκλήρωσή της;

Ξεκίνησα με μια ραχοκοκαλιά μιας ιστορίας, μιας πλοκής και ενός χαρακτήρα, που ήταν το σενάριο μικρού μήκους “Post it” του Γιάννη Μακρυνόρη. Σε επόμενο στάδιο, ο κεντρικός  χαρακτήρας και οι υπόλοιποι χαρακτήρες άρχισαν να διαμορφώνονται, στο στάδιο συγγραφής ακόμα, από την δική μου αντίληψη των πραγμάτων και από προσωπικές μου αναφορές, δουλεύοντας παράλληλα το σενάριο με την κολλητή μου φίλη και διευθύντρια παραγωγής της ταινίας, Φωτεινή Δράκου. Από την στιγμή όμως που άρχισα να δουλεύω με τους ηθοποιούς της ταινίας, οι χαρακτήρες άρχισαν να μετατοπίζονται σιγά σιγά, απομακρυνόμενοι από εμένα και πλησιάζοντας την ιδιοσυγκρασία και την αντίληψη των ηθοποιών. Αν ένας ηθοποιός δείχνει ενδιαφέρον για την δουλειά του, αυτό μόνο σε καλό μπορεί να βγει.

-Ποια ήταν η πιο δύσκολη απόφαση που πήρες ως σκηνοθέτης της Ευτυχίας ;

Να μην σταματήσω την ταινία σε ένα σημείο της, που ώριμες και έμπειρες φωνές με συμβούλευαν να το κάνω και ως ένα βαθμό και η ίδια ταινία το απαιτούσε. Φοβήθηκα όμως ότι αν σταματούσαμε τότε, η παραγωγή μάλλον δεν θα συνέχιζε αργότερα. Ελπίζω να πήρα την πιο συνετή απόφαση, προς όφελος της ταινίας και μόνο, αυτό δεν θα το μάθω ποτέ όμως.  Η πιο φρόνιμη και ώριμη απόφαση πάντως που πήρα, ήταν όταν είχαμε ένα cut της ταινίας που φαινομενικά έμοιαζε ότι το μοντάζ είχε τελειώσει, και αποφασίσουμε με τον Βασίλη Σταυρόπουλο – τον μοντέρ της ταινίας – να συνεχίσουμε να την δουλεύουμε. Και αυτό διήρκεσε για άλλους έξι μήνες. Και η ταινία έστρωσε. Και εγώ βρήκα την πίστη μου απέναντι της, τρομερά σημαντικό για ένα σκηνοθέτη. Ενώ με το πρότερο cut που σου ανέφερα, ένιωθα ανασφαλής απέναντι της και όποια αρνητική γνώμη ήταν ικανή να με κλονίσει. Τώρα, σίγουρα με στεναχωρεί, γιατί θέλω η ταινία να αρέσει, μα στέκομαι τίμια απέναντι της.

-Τι εμποδίζει την ηρωίδα σου από το να είναι ευτυχισμένη; Ποια είναι τελικά τα εμπόδια στην ευτυχία οποιουδήποτε;

Και η Άννα και κατ’ επέκτασιν εμείς, εν τέλει έχουμε τον εαυτό μας μονάχα να αντιμετωπίσουμε. Είμαστε τυχεροί, γιατί παρόλο που η κοινωνικοπολιτική κατάσταση είναι θλιβερή, δεν ζούμε σε τραγικές συνθήκες οποιουδήποτε είδους. Λίγοι και σπάνια, βιώνουμε μια προσωπική τραγωδία, όποιας έκφανσης. Οπότε, οι αποφάσεις που παίρνουμε και το πως διαχειριζόμαστε τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους, οδηγούν σε μια κατάσταση ηρεμίας, χαράς, ευτυχίας(;). Μόνο που, είναι ο εγωκεντρισμός μας στην μέση, που τα γαμάει όλα.

H ταινία “Ευτυχία” προβάλλεται στον κινηματογράφο Αλεξάνδρα Europa Cinemas (Πατησίων 77).