High Infidelity #263: Brit Royalty in Film – Cinefreaks.gr Cinefreaks.gr

High Infidelity #263: Brit Royalty in Film

High Infidelity | 28-11-2013 |

Μια χρονολογική λίστα για τους Καναδούς μας φίλους και τον Χρήστο Ζαμπούνη. Με αφορμή τη Diana του Oliver Hirschbiegel, εικοσικάτι ταινίες με αληθινούς γαλαζοαίματους, φτιαγμένες από την παρακάμερα των βρετανικών ανακτόρων. 

Boudica (2003) του Bill Anderson

Η Boudica (ή Βασίλισσα των Κελτών όπως κυκλοφόρησε στην Ελλάδα) μπορούμε να πούμε ότι ήταν η πρώτη Queen Victoria της ιστορίας, καθώς το όνομα που της δόθηκε σημαίνει νίκη. Τυπικά ανδρογυναίκα με ισχυρό αντι-ιμπεριαλιστικό αίσθημα, οδήγησε το στρατό της σε πολλές απανωτές νίκες κατά των Ρωμαίων. Οι επιτυχίες της προκάλεσαν μεγάλη αναταραχή μεταξύ των Βρετανικών φύλων, ξεκίνησαν μια μίνι-επανάσταση και παραλίγο να πείσουν τον Αυτοκράτορα Νέρωνα να εγκαταλείψει το Νησί. Μετά το θάνατό της η επανάσταση έλαβε τέλος και έμειναν μόνο οι βάρδοι να εξιστορούν τα κατορθώματά της. Στο Μεσαίωνα οι αφηγήσεις φούσκωσαν τόσο, που η Boudica έγινε σύμβολο του σαξονικού ιμπεριαλισμού και μόνιμη ρητορική έμπνευση για τις πρώτες Βρετανίδες αυτοκράτειρες.

Εκτός από τη φαντεζί ανοησία του Anderson (που τη θυμόμαστε για την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Emily Blunt) έχουν γυριστεί άλλες δύο ταινίες με το ίδιο θέμα: το Boadicea του Sinclair Hill, που υπάρχει νομίζω μόνο στο BFI, και το Viking Queen του Don Chaffey, ίσως η χειρότερη στιγμή στη γνωστή σειρά επικών παραγωγών του Άγγλου σκηνοθέτη. Καταχρηστικά στη λίστα αφού δεν μιλάμε για πραγματική βασίλισσα κι η ταινία δεν πολυβλέπεται, αλλά ιστορικά η Boudica είναι η αγαπημένη μας.

Macbeth (1948) του Orson Welles
The Tragedy of Macbeth (1971) του Roman Polanski

Η ορισμική τραγωδία του Σαίξπηρ έχει καθιερώσει μια τυρανική εικόνα για τον Σκωτσέζο βασιλιά. Οι ιστορικές πηγές δείχνουν έναν μάλλον αδιάφορο μονάρχη, με ελάχιστα αξιοσημείωτα να επιδείξει στα 17 χρόνια της εξουσίας του.

Οι πάμπολλοι που δοκίμασαν να ξαναγράψουν την ιστορία του, έμειναν στο σαιξπηρικό μύθο. Μεταξύ τους –φυσικά- ο Welles, που έχει επενδύσει πολλάκις στο Βάρδο, και ο Roman Polanski στην πιο ταραγμένη περίοδο της ζωής του (αμέσως μετά τη δολοφονία της Tate) με την πιο βίαιη απεικόνιση της ιστορίας ‘till date. Η καλύτερη μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο πάντως, παραμένει το Kumonosu-jô (ελληνικός τίτλος Ο Θρόνος του Αίματος) του Akira Kurosawa, που αποστασιοποιεί εντελώς εαυτόν από τις βρετανικές βασιλικές οικογένειες, μεταφέροντας τη δράση στη μεσσαιωνική Ιαπωνία.

macbeth

Becket (1964) του Peter Glenville
The Lion in Winter (1968) του Anthony Harvey

Περνάμε στα χρόνια της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της πλήρους αγγλικής κυριαρχίας στη Γηραιά Αλβιόνα και σε μια διάδοχη κατάσταση που φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Εδώ ψιχαλίζει Oscar, μιας και οι ιστορίες της βασιλικής οικογένειας στάθηκαν σ’ ολόκληρη την ιστορία της Ακαδημίας σίγουρο στοίχημα για τις κατηγορίες των ρόλων και των κουστουμιών.  To Becket πάντως το κέρδισε για το καλύτερο σενάριο.

Η ταινία εστιάζει στην αδερφική σχέση του Βασιλιά Ερρίκου του 2ου με τον αρχιεπίσκοπο (και στη συνέχεια οσιομάρτυρα) Thomas Becket, που μπρος στο θέλημα του Κυρίου (να αποφύγει τη φορολογία της εκκλησίας δηλαδή) έφτασε να αμφισβητήσει τον ηγεμόνα του (που ήθελε τους φόρους για να κάνει εκστρατείες). Παρά τις υπερβολές στη σχέση των δύο ανδρών, η πλοκή είναι αρκετά κοντά στην ιστορική αλήθεια της όλης κατάστασης (ο Becket που έχει γίνει αρχιεπίσκοπος χωρίς να είναι ιερωμένος, ήταν αρχικά ο εκλεκτός του Ερρίκου για το θρόνο). Το θεατρικό του Jean Anouihl ανεβαίνει στο πανί με τη δέουσα επιβλητικότητα κι ο Glenville εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις εικαστικές αντιθέσεις δύο διαφορετικών κόσμων (παλάτι-εκκλησία) και τις ερμηνείες των Richard Burton και Peter O’Toole. Η σκηνοθετική προσέγγιση καθιστά το Becket απολίθωμα μιας πολύ πιο αθώας εποχής, διατηρεί πάντως ακέραια τη γοητεία του κλασικού Hollywood.

Τα ίδια θα μπορούσε να πει κανείς για το Lion in Winter που σκηνοθέτησε ο τότε μοντέρ του Kubrick, Anthony Harvey. Στην ακαδημαϊκή του κινηματογράφιση όμως παρεμβάλλονται στιγμές αιχμηρού camera work, με το μοντάζ (που δεν επιμελείται ο ίδιος) να προσδίδει ένταση στην πολυεπίπεδη αναμέτρηση για τη διαδοχή του θρόνου. Εδώ δεν υπάρχουν μόνο δύο κόσμοι κι επιβλητικά ντεκόρ, αλλά 5-6 διαφορετικές συνισταμένες της μοναρχίας που συγκρούονται σε γκρο πλάνα. Σίγουρα πίσω απ’ την αρχική προτίμηση του βασιλιά Ερρίκου του Β’ στον πρίγκηπα Ιωάννη, την σαρωτική δυναμική του πανούργου Ριχάρδου και τις μηχανορραφίες του Γοδεφρείδου πρέπει να υπάρχει κάποια ιστορική αλήθεια (πράγμα που φαίνεται κι απ’ τον μύθο (;) του Ρομπέν των Δασών που έπεται της βασιλείας του Ερρίκου). Τα γεγονότα όπως περιγράφονται στο φιλμ δεν συνέβησαν σε καμία περίπτωση αυτούσια. Το θεατρικό και το σενάριο που προέκυψε πάντρεψε ψήγματα ιστορικής αλήθειας με την λαϊκή παράδοση και ηρωικά άσματα του Μεσσαίωνα, για να φτάσουμε τελικά στην καλύτερη ίσως ταινία της λίστας (MacBeth εξαιρουμένων).

Οι ταινίες αναφέρονται μαζί χάρη στην κοινή παρουσία του Peter O’ Toole στο ρόλο του Henry II. Το Lion in Winter κέρδισε κι αυτό Oscar σεναρίου, ενώ βραβεύτηκαν επίσης η Katharine Hepburn για την ερμηνεία της ως Eleanor of Aquitaine, και η μουσική του John Barry.

henry_eleanor

Braveheart (1995) του Mel Gibson

O Εδουάρδος o Ά της Αγγίας έχει ρόλο κακού και σχεδόν κομπάρσου στην larger-than-life βιογραφία του William Wallace. Τα γεγονότα είναι κι εδώ προϊόν του ασαφή μύθου που περιβάλλει ένα ιστορικό πρόσωπο. O Wallace ωστόσο συνανστρέφεται με σημαντικές ιστορικές φιγούρες της εποχής, μεταξύ αυτών ο πρίγκηπας Εδουάρδος ο Β’, ο Robert the Bruce κι ο Robert the Elder κι η Isabella της Γαλλίας. Όσοι πάντως έχουμε δει την σκιτσαρισμένη μορφή του στο κάστρο του Εδιμβούργου, αμφιβάλλουμε αν ποτέ η Isabella (πόσω μάλλον η Sophie Marceau) θα έριχνε μάτια πάνω του.

H βραβευμένη με 5 Oscar ταινία του Gibson (μεταξύ αυτών και της καλύτερης ταινίας) έδωσε τροφή σε μια πολύ πραγματική σαξονική αντιπαράθεση. Ο εθνικός-φυλετικός-θρησκευτικός-και ό,τι άλλο θέλετε σολιψισμός που διακρίνει τις ταινίες του αναζωπύρωσε το εθνικιστικό αίσθημα των Σκωτσέζων και μεσούσης της τελευταίας πριν το millennium δεκαετίας (μιλάμε για 700 χρόνια μετά τα δήθεν γεγονότα της ταινίας) ξανάρχισε ο μονόλογος για ανεξαρτησία. FREEEEEEEEEEEEEEEEEEEEEEEDOOOOOOOOOOOOOM λέμε.

Henry V (1989) του Kenneth Branagh
Henry V (1944) του Laurence Olivier

Όπως και στην περίπτωση του Macbeth, ο William Shakespeare εμπνέει τα fanboys του και ως αποτέλεσμα έχουμε δύο απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες αγιογραφίες άγγλου μονάρχη στη μεγάλη οθόνη. Η ταινία του Olivier είναι διάσημη για λάθος λόγους, αφού ήταν στην ουσία μια ταινία ενωτικής προπαγάνδας στο μέτωπο κατά των δυνάμεων του άξονα. Υπάρχει όμως και η εξαιρετικά μοντέρνα τεχνοτροπία ενός φιλμ που ξεκινάει από θεατρικό και εξελίσσεται σε κινηματογραφικό έπος του απόλυτου success story στην ιστορία της μοναρχίας. Η ταινία του Branagh είναι πιο μαζεμένη και σαφώς ανώτερη. Είναι επίσης πολύ κοντά στο απομυθοποιητικό πνεύμα του Shakespeare, το ίδιο που διέπει κάθε κρουπτοδιανοούμενη βιογραφία βασιλιά στο σύγχρονο κινηματογράφο (βλ. Marie Antoinette). Ο Ερρίκος του Branagh ενηλικιώνεται, αντρεύει και τελικά βγαίνει νικητής μέσα από ένα αλησμόνητο λουτρό αίματος και λάσπης.

Συνήθως ταινίες σαν κι αυτές της λίστας, βρίσκουν τους προνομιούχους του μάταιου τούτου κόσμου στις πιο ευάλωτες στιγμές τους. Οι μεταφορές του Henry V αντίθετα δείχνουν έναν ισχυρό ηγέτη σε στιγμές που ο λαός του είναι ευάλωτος. Όπως ο Olivier είχε ένα κοινό καταπονημένο από την προέλαση των Γερμανών, έτσι κι ο Branagh είδε μια ηλιαχτίδα ελπίδας στα δύσκολα χρόνια του θατσερισμού, καλλιεπώντας τον ιδανικό για τους Άγγλους βασιλιά.

Henry_V_Branagh

Richard III (1955) του Laurence Olivier
Richard III (1995) του Ricchard Loncraine

Ολοκληρώνουμε τα Shakepeare double-bills με τον Ριχάρδο τον Γ’, στο ζυγό του οποίου συνέβησαν τα χίλια μύρια όσα στο Νησί. Μιλάμε για την πιο ταραγμένη ίσως περίοδο στην ιστορία της Αγγλίας, με συνεχείς εξεγέρσεις στο εσωτερικό και πολεμικές εκστρατείες σε γειτονικά δουκάτα και βασίλεια. Παρά τις σκληρές συνθήκες, οι σύγχρονές του πηγές κάνουν λόγο για ένα δίκαιο στα μέτρα του δυνατού ηγεμόνα. Η φήμη του διαστρεβλώθηκε ανεπανόρθωτα όταν στην εξουσία ανήλθαν οι αδίστακτοι Tudors, μιας και ο ίδιος είχε χάσει εκτός απ’ τη σύζυγο και το νόμιμο γιο του, κάθε μπάσταρδο παιδί ή συγγενή ικανό να τον διαδεχθεί.

Στον κινηματογράφο ο Ριχάρδος εμφανίζεται εκδικητικός και δολοπλόκος. Η ταινία του Olivier, μια πιστή μεταφορά του κλασικού θεατρικού, είναι η πιο επιτυχημένη εισπρακτικά αλλά και η χειρότερη απ’ τις σαιξπηρικές μεταφορές του (όχι πως δεν μας αρέσει βέβαια…). Η ταινία του Loncraine πηγαίνει το μακιαβελικό πρότυπο του Shakespeare ένα βήμα παραπέρα, με μία μεταμοντέρνα μεταφορά του έργου στην δυστοπική Βρετανία του ναζί-δικτάτορα Ian McKellen.  Αμφότερες ήταν υποψήφιες για δύο βραβεία Oscar, ενώ ο Loncraine βραβεύτηκε για τη σκηνοθεσία του στο Βερολίνο.

Απ’ τις υπόλοιπες ιστορίες του Ριχάρδου στο σινεμά ξεχωρίζουν το Tower of London του Rowland V. Lee και το ιδιόμορφο ντοκιμαντέρ του Al Pacino Looking for Richard (πραγματικά υπέροχο).

H περιπτωσάρα του Henry VIII

Ό,τι και να κάνουν οι υπόλοιποι βασιλείς κανείς δεν θα ξεπεράσει τον Ερρίκο τον 8ο, που για να βγάλει το γιο έστειλε το μισό του κλήρο στο δήμιο, έκανε έξι γάμους και έφτασε μέχρι το οριστικό σχίσμα της καθολικής με την μετέπειτα αγγλικανική εκκλησία. Η πραγματικότητα δεν διαφέρει και πολύ απ’ την κινηματογραφική περσόνα που οικοδομούν περί τις είκοσι σημαντικές οπτικοακουστικές παραγωγές, όλες συγκλίνουσες ως προς το ποιόν του ηγεμόνα. Ο Ερρίκος ήταν πανηδονιστής, υπερβολικά φιλόδοξος, απερίσκεπτος στις πολεμικές του εξορμήσεις, αν μη τι άλλο ένας άνθρωπος που παρασυρόταν εύκολα απ’ τα πάθη του (με τις γυναίκες και το φαγητό να είναι τα μεγαλύτερα).

Το 1927, ο σπουδαίος σκηνοθέτης κι ακόμη σπουδαιότερος παραγωγός, Alexander Korda εγκαινιάζει τη σειρά των “Private Lives of…” με την ταινία του για την Ελένη της Τροίας. To The Private Life of Henry VIII θα γίνει η μεγαλύτερη επιτυχία του καινούργιου του studio και παράλληλα η αφορμή για περαιτέρω απολαυστικά αδιάκριτες, κωμικές ματιές στις κρεβατοκάμαρες μυθικο-ιστορικών προσωπικοτήτων (με αποκορύφωμα αυτή του Δον Ζουάν). Ο Charles Laughton κερδίζει το πρώτο βασιλικό Oscar ως Ερρίκος, η ταινία χάνει από το Cavalcade, ο ασκός του Αιόλου έχει ανοίξει…

private-life-of-henry-viii-charles-laughton

Οι περισσότερες παραγωγές για τον Henry VIII, ακόμη και πολύ πριν τον Korda, εστιάζουν στην σκανδαλώδη σχέση του με την Anna Boleyn, την ερωμένη που είχε το μέλι αλλά κατέληξε ακέφαλη. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το ανάλαφρο Anne of the Thousand Days του Charles Jarrott με τους Richard Burton και Genevieve Bujold. Η ταινία είναι ενδεικτική του λαϊκού θυμικού απέναντι στα κουτσομπολιά που πηγάζουν απ’ το παλάτι. Η Άννα ιστορικά υπήρξε ιδιαίτερα φορτικό και οξύθυμο άτομο, δεν αναφέρεται πουθενά όμως το ότι πίεζε για τις μαζικές σφαγές του άνδρα της. Το ίδιο και ο Ερρίκος, δεν γνωρίζουμε αν ήταν όντως τόσο ανασφαλής, ο χαρακτήρας του όμως φαίνεται να συνάδει με τα όσα ερμηνεύει εδώ ο Burton. Κάπως έτσι η ταινία εισαγάγει στο κραταιό τότε costume drama μια ψευδοϊστορικότητα. Η ροπή προς την costume-σαπουνόπερα θα γίνει μόνιμο γνώρισμα στις μετέπειτα ταινίες του είδους. Αρκεί να αναλογιστούμε το ύφος της τελευταίας μεταφοράς του μαρτυρίου των Boleyn, στο The Other Boleyn Girl του Justin Chadwick (του οποίου το Mandela: The Long Walk to Freedom κάνει πρεμιέρα αυτή την εβδομάδα, για να μην ξεχνιόμαστε).

Όταν δεν αποκεφάλιζε τις ερωμένες του, ο Henry έβρισκε κάποιον άλλον να πληρώσει τα γαμησιάτικά του. Η ιστορία του Thomas More, ανάλογη με αυτή του συνονόματού του Becket, όπως περιγράφεται στο A Man for All Seasons, πλησιάζει ένα επικοινωνιακό θέατρο του παραλόγου με κεντρικό ήρωα έναν ιερωμένο αμέμπτου ηθικής. Ο βασιλιάς θέλει γιο αλλά και ένα γάμο με την ευλογία του Πάπα. Όταν ο Πάπας του αρνείται επέρχεται το σχίσμα και έτσι προκαλείται κάθε πιστεύω του More, που εκτός απ’ τον παράφρονα βασιλιά έχει να αντιμετωπίσει και την διεφθαρμένη Καθολική εκκλησία. Η ταινία του Zinnemann είναι δίχως αμφιβολία, η καλύτερη που έχει να κάνει με τον Ερρίκο. Είναι επίσης η πιο βραβευμένη της λίστας με 6 συνολικά βραβεία Oscar (καλύτερη ταινία, σκηνοθεσία, διασκευασμένο σενάριο, κουστούμια, φωτογραφία και Ά Ανδρικός ρόλος για τον μεγάλο Paul Scofield).

Στις εκατοντάδες (μπορεί και να κυριολεκτώ) ανασκευές της ιστορίας του Henry VIII στην μικρή και τη μεγάλη οθόνη, αξίζει να ξεχωρίσουμε επίσης: το Henry VIII and His Six Wives του Waris Hussein, το The Sword and the Rose του Ken Annakin, την πολυβραβευμένη σειρά Tudors όπου τον Ερρίκο ενσαρκώνει ο Jonathan Rhys Meyers, η τηλεταινία Henry VIII των Pete Travis και Peter Morgan, και τέλος η κινηματογραφημένη όπερα του Pierre Jourdan με τον ίδιο τίτλο, η οποία βασίζεται στο κλασικό θεατρικό που πιστώνεται εν μέρει στον Shakespeare.

Lady Jane (1986) του Trevor Nunn

Ο γιος, που ήρθε τελικά με τη Jane Seymour, ήταν ασθενικός. Ο Εδουάρδος ο 4ος πέθανε μόλις στα 15 του κι έτσι οι Βρετανοί μείνανε με δύο κόρες και μία ξαδέρφη. Ο παραλογισμός και το μακελειό συνεχίζεται κι η πρώτη που την πλήρωσε ήταν η εξ αγχιστείας Lady Jane Grey. Ο Edward IV την υπέδειξε ως διάδοχο κάτι που δεν άρεσε καθόλου στις ετεροθαλείς αδερφές του. Η Jane ήταν εξαιρετικά μορφωμένο άτομο με ρεβιζιονιστικές τάσεις σε ό,τι είχε να κάνει με τη θεσμική εξουσία (ήταν πάντως σύμφωνη με τον διαχωρισμό της αγγλικανικής Μ. Βρετανίας από την καθολική Ευρώπη). Η βασιλεία της κράτησε μόλις εννιά μέρες, στη συνέχεια οι αυλικοί της, μην αντέχοντας την αναθεώρηση της εξουσίας τους από μία μέχρι πρότινος ξένη, την εγκατέλειψαν. Τότε είναι που εισέβαλλε στο παλάτι η Mary της Σκωτίας και διέταξε την φυλάκιση και την εκτέλεση της. Η Jane έχασε το κεφάλι της σε ηλικία μόλις 17 ετών.

Η ταινία του Nunn καταγράφει τα παραπάνω, αλλά επιμένει στην παράλογα για μέλος βασιλικής οικογένειας υγιή σχέση που είχε η Jane με το νόμιμο σύζυγό της Lord Guilford Dudley. Η σχέση τους μόνο αθώα δεν ήταν, αφού ξεκίνησε ως δολοπλοκία του πατέρα του που θα κρατούσε την καθολική Mary μακριά απ’ το θρόνο. Τυπικά αξιοπρεπές costume drama των 80’s με εξαιρετικά εικαστικά, που παρά την παρουσία μεγάλων σταρ της εποχής (Helena Bonham Carter-κάτι σαν την Natalie Portman των 80’s, Cary Elwes-πριν το Princess Bride, Patrick Stewart) στάθηκε παροιμιώδης αποτυχία στο Box Office.

ladyjane

Mary, Queen of Scots (1971) του Charles Jarrott

Αμέσως μετά την επιτυχία του βραβευμένου με Oscar Anne of the Thousand Days, o Jarrott εκμεταλλευόμενος το buzz της εποχής, ανέβασε το Mary, Queen of Scots με την Vanessa Redgrave στον κεντρικό ρόλο. Σε ύφος εντελώς ανάλογο με την προηγούμενη ταινία του, η αιματοβαμμένη ιστορία της Mary εκφυλίζεται σε ιστορική σαπουνόπερα με τη δυναμική ενός άρλεκιν.

Αξίζει πάντως να αναφέρουμε πως σε όλες τις κινηματογραφικές της εμφανίσεις (που πρέπει να κοντεύουν τις 10) παρά τη σκληρή πραγματικότητα, εμφανίζεται σαν θετικός ήρωας. Κατ’ αρχάς σε όλες είναι πρώτα γυναίκα και μετά βασίλισσα, ίσως για να τονίσουν την αντίθεση με την μεγάλη της αντίπαλο, Ελισάβετ. Επίσης εύλογα όλοι πατάνε στην βαθιά καθολική της πίστη, καθώς η μεταστροφή στον αγγλικανισμό είναι η κύρια εξέλιξη της εποχής και η Mary είναι η τελευταία ηγεμόνας που του αντιστάθηκε. Η ζωή της στο σινεμά είναι διανθισμένη με πικάντικες ιστορίες       που της αποσπούν την προσοχή απ’ τα βασιλικά της καθήκοντα. Γενικά, όλη της η παρουσία φαίνεται να βασίζεται σε μια τυπικά φαλλοκρατική αντίληψη.

Αυτό αναμένεται να διορθωθεί στην επερχόμενη ομότιτλη ταινία της Susanne Bier με την Saoirse Ronan στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Να πούμε επίσης, πως φέτος κυκλοφόρησε και μια ελβετική ταινία με τον ίδιο τίτλο, που λέγεται ότι είναι αρκετά καλή, αλλά δεν έχει βρει ακόμα το δρόμο για τη χώρα μας. Απ’ τις υπόλοιπες εμφανίσεις της Queen Mary στην μεγάλη οθόνη να ξεχωρίσουμε το Les Perles de la couronne, αλήστου μνήμης φλόμπα του τιτανοτεράστιου Sacha Guitry για την ιστορία των πετραδιών του στέμματος, και το Maria Stuart του 1936, μικρό κι αδιάφορο στιγματάκι στην πελώρια φιλμογραφία του John Ford, με την Katherine Hepburn σε μια ακόμα ανιστόρητη αγιογραφία.

Elizabeth (1998) και Elizabeth: The Golden Age (2007) του Shekhar Kapur

Η Ελισάβετ η Ά είναι ο μονάρχης στον οποίο η γενιά μας είναι περισσότερη εκτεθειμένη. Κυριότερος λόγος γι’ αυτό, είναι οι δύο βιογραφίες του Shekhar Kapur με την Cate Blanchett στον κεντρικό ρόλο. Αμφότερες αποτέλεσαν σημείο αναφοράς στο σύγχρονο ιστορικό δράμα, βαρύνονται όμως από σφοδρές ιστορικές ανακρίβειες (για την… ακρίβεια πέραν της στέψης οι ιστορίες είναι εντελώς κατασκευασμένες). Ο σκηνοθέτης επικαλείται κι αυτός το λαϊκό θυμικό, σκιαγραφώντας ένα πλαστό, αλλά κινηματογραφικά πολύ ενδιαφέρον προφίλ για την ηρωίδα του. Τα Elizabeth είναι μια ιστορία ενηλικίωσης για ένα κορίτσι που, κατά τις επιθυμίες του πατέρα της (ο Ερρίκος ο 8ος είναι αυτός) έπρεπε να φέρεται σαν αγόρι. Βρίσκει δικαιολογίες πίσω απ’ την άτεγκτη εικόνα της Παρθένου Βασίλισσας. Τα αντικρουόμενα χαρακτηριστικά είναι κι εδώ παρόντα, παλάτι κι εκκλησία, αγγλικανισμός και καθολικισμός, γάμοι κι έρωτες. Τα πάντα με φόντο ένα θρόνο που κλυδωνίζεται υπό την πίεση των λοιπών μεγάλων δυνάμεων της εποχής (οι Ισπανοί είναι ο βασικός ανταγωνιστής στην δεύτερη ταινία).

Ιστορικά, το μήλο έπεσε κάτω απ’ τις μηλιές. Όπως οι γονείς της υπήρξαν δύο απ’ τις πιο εκκεντρικές παρουσίες στο Βρετανικό παλάτι, έτσι κι η Ελισάβετ έμεινε ανά τους αιώνες ως μια ταραγμένη προσωπικότητα  που κατάφερε να περάσει την Βρετανική Αυτοκρατορία στη Χρυσή Εποχή της. Κάτω απ’ την ηγεμονία της δημιουργήθηκε το Ηνωμένο Βασίλειο (έγινε δηλαδή η ένωση Αγγλίας και Σκωτίας). Μ’ αυτήν ήταν που ολοκληρώθηκε ο αποσχισμός απ’ το διεφθαρμένο Βατικανό. Επί των ημερών της είναι που ξεκινά και η δημιουργία της μετέπειτα Κοινοπολιτείας με τον εκτενή αποικισμό εκτός Ευρώπης.

Στα αξιοσημείωτα της κινηματογραφικής της καριέρας η χρονιά που ήταν δις υποψήφια στα Oscar με Elizabeth/Ερωτευμένο Σαίξπηρ και την Judi Dench να κερδίζει το Β’ Γυναικείο ρόλο (σε μια βράβευση ψιλοσκάνδαλο) και την Blanchett να χάνει στους πρωταγωνιστικούς από την Gwyneth Paltrow (αυτό κι αν ήταν), ενώ θα ήταν έγκλημα να παραβλέψουμε την μικρή συμμετοχή της στο sui-generis Orlando της Sally Potter.

Elizabeth 1

Cromwell (1970) του Ken Hughes

Το 1642 το Ηνωμένο Βασίλειο συγκλονίζεται από έναν αδυσωπήτο εμφύλιο πόλεμο. Η κακοδιαχείριση των εσωτερικών από τον Βασιλιά Κάρολο δημιουργεί πολλούς πολιτικούς αντιπάλους εντός του Νησιού, αλλά και πολλούς απρόσμενους συμμάχους στην Ευρώπη. Όταν ο Κάρολος χάνει εντελώς τον έλεγχο του στρατεύματος από τους αξιωματικούς του (με μπροστάρη τον Oliver Cromwell) ζητάει ενισχύσεις από τις φίλιες καθολικές χώρες, πράγμα που απαξιώνει εντελώς το Βασιλιά στα μάτια του λαού του. Μοιραία έρχεται η κατάλυση του πολιτεύματος και η Μ. Βρετανία θα γίνει Κοινοπολιτεία, Προτεκτοράτο και στη συνέχεια Δημοκρατία για 11 χρόνια, από το 1649 μέχρι το 1660.

Το ιστορικό δράμα του Hughes καταγράφει τις εξελίξεις που οδήγησαν στην ανατροπή και την ανάληψη της εξουσίας από τον Cromwell, με την άρνηση του στέμματος και την επιβολή ενός ιδιότυπου στρατιωτικού καθεστώτος. Στην ταινία διαφαίνονται απ’ την μία η κατάπτωση του θεσμού της βασιλείας που ώθησε πολλούς αντιφρονούντες στο υπερατλαντικό ταξίδι για την Αμερική, αλλά και μια Ευρώπη που δεν είναι ακόμη έτοιμη να ξεπεράσει το μοναρχικό της σύνδρομο. Το “Cromwell“, που δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας, κατάφερε μόνο το αυτονόητο Oscar καλύτερων κουστουμιών και στη συνέχεια χάθηκε στη λήθη. Αυτό καθ’ αυτό το γεγονός που πραγματεύεται είναι όμως ένα απ’ τα πιο έντονα σημεία καμπής στην ιστορία του βασιλικού θεσμού. Από εδώ και πέρα ο ρόλος του ηγεμόνα γίνεται όλο και περισσότερο διακοσμητικός.

The Madness of King George (1994) του Nicholas Hynter

Περνάμε πολλά χρόνια και αρκετούς βασιλείς αργότερα, για να φτάσουμε σε μια απ’ τις  αγαπημένες μου ταινίες σ’ αυτή τη λίστα. Ένα πραγματικό περιστατικό απ’ τη ζωή του Γεωργίου του 3ου αντανακλά την ψυχική κατάσταση ενός ολόκληρου έθνους. Οι γιατροί που κουράρουν τον ημίτρελο βασιλιά προσπαθούν να διασώσουν την ψυχή και την εξουσία του, την ώρα που ο πρίγκηπας της Ουαλίας ονειρεύεται για πάρτη του το θρόνο. Τη λύση θα δώσει η “νέα εποχή”, οι new age μέθοδοι ενός γιατρού που δεν πιστεύει στο βασιλικό αίμα.

Επιτέλους ένας βασιλιάς που αντιπροσωπεύει ποιητική αδεία το λαό του. Η ταινία εμμέσως πλην σαφώς αναφέρεται στην βαθιά κοινωνική κρίση που πέρασε η βρετανική κοινωνία μετά την Ανεξαρτησία των Η.Π.Α. και την ανάγκη για την αλλαγή των θεσμών. Είναι επίσης μια παραβολή για τη συγκεντρωτική εξουσία, που νοείται μόνο σε λάθος χέρια. Η σκηνοθεσία του Hynter είναι ένα τσικ πιο ανάλαφρη απ’ότι την θέλαμε και σε πολλά σημεία η εικόνα θυμίζει video-clips απ’ τη δεκαετία του ’90, το πανούργο σενάριο όμως αρκεί για να εξυψώσει την ταινία. Ο Shakespeare κάνει κι εδώ το κομμάτι του, καθώς σ’ ολόκληρο το έργο υπάρχουν αναφορές στον επίσης θεοπάλαβο Βασιλιά Ληρ.

kinggeorge

Mrs. Brown (1997) του John Madden
Young Victoria (2009) του Jean-Marc Vallee

Καθώς πλησιάζουμε στο σήμερα, οι ίντριγκες υποχωρούν, οι σφοδροί έρωτες μένουν. O χαρακτηρισμός Mrs. Brown είναι ένας εμπαικτικός ευφημισμός για την σχέση-ταμπού της Queen Victoria με έναν κοινό θνητό, υπηρέτη του συντρόφου της Πρίγκηπα Αλβέρτου. Μετά το θάνατο του τελευταίου, ο John Brown φρόντισε να παρηγορήσει τη βασίλισσα και, κάτι λίγο το περιποιημένο του μούσι κι η πλούσια κόμη του, κάτι οι ζωγραφιστές αυλακιές στο σιτεμένο πρόσωπο της Victoria… το ένα έφερε το άλλο. Τρυφερή ταινία ρόλων, απ’ την εποχή που ο John Madden έκανε ακόμη έργα της προκοπής. Το Mrs. Brown έφερε το νεοσσό ακόμα τότε σκηνοθέτη στο Ένα Κάποιο Βλέμμα των Καννών και την Judy Dench στις υποψηφιότητες Α’ Γυναικείου ρόλου. Μπορεί τελικά να έχασαν, αλλά αμφότεροι ευτήχησαν στην ακριβώς επόμενη συνεργασία τους.

To Young Victoria απ’ την άλλη είναι μια ταινία φτιαγμένη με το βελονάκι. Για τους Καναδούς, όπως ο Vallee άλλωστε, η Βασίλισσα παραμένει κάτι ιερό. Ο σκηνοθέτης βλέπει την Victoria σαν μια αποφασιστική γυναίκα σε μετεφηβικό στάδιο που παλεύει να ανταπεξέλθει στην καταγωγή και το ρόλο της, ανάμεσα σε οπορτουνιστές και τη νιοστή κρίση πολιτεύματος του αφιερώματος, με το λαό να ξεσηκώνεται εναντίον της. Τα γεγονότα είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία αληθινά, ενώ για την ανασύσταση της εποχής ο σκηνοθέτης κι ο σεναριογράφος Julian Fellowes συμβουλεύτηκαν ό,τι μπορούσαν να βρουν σε αξιόπιστες ιστορικές πηγές. Η ιδιαίτερη σχέση που έχει ο –κατ’ επάγγελμα DJ- Jean-Marc Vallee με τη μουσική (αρκεί να θυμηθούμε το C.R.A.Z.Y.) οδήγησε μεν σε αναχρονιστική μουσική επένδυση, αλλά οι επιλογές του βοηθούν σημαντικά τη ροή της ταινίας. Γενικά πρόκειται για μια πολύ αξιόλογη και προσεγμένη σε κάθε της λεπτομέρεια παραγωγή. Περιττό να αναφέρουμε το ενδυματολογικό Oscar, αν και θυμίζουμε είχαμε άτυπη τιτανομαχία στην κατηγορία, με την Sandy Powell να επιβάλλεται τελικά των Janet Patterson και Colleen Atwood.

the_young_victoria081

The King’s Speech (2010) του Tom Hooper

Η ιστορία πίσω απ’ το διάσημο λόγο του Βασιλιά Γεωργίου του 4ου που έβαλε τη Μ. Βρετανία στον Δέυτερο Παγκόσμιο, έκρυβε τον πιο απρόσμενο νικητή για το Oscar καλύτερης ταινίας των τελευταίων ετών. Το King’s Speech είναι μια ζεστή ιστορία ανδρικής φιλίας και παράλληλα ένα πλούσιο σε λεπτομέρειες ιστορικό δράμα. Στη de facto πιστή αναπράσταση της αγγλικής κοινωνίας του Μεσοπολέμου διακρίνει κανείς σαφείς κοινωνικές τάξεις, διαβλέπει προδωμένες τις ελπίδες ενός έθνους και ακούει την Μοναρχία που πνέει τα λοίσθια να τραυλίζει, έχοντας χάσει ουσιαστικά τη φωνή της.

Σε μια απ’ τις τελευταίες της εκλάμψεις, πριν αναλάβουν οριστικά οι πολιτικοί και ο Churchill, ο Colin Firth ξεστομίζει συλλαβή τη συλλαβή το λόγο της βράβευσης του κι ο Geoffrey Rush δικαιώνεται για τις επαναστατικές του μεθόδους, που έβγαλαν το θεσμό της βασιλείας για λίγο έξω απ΄την προστατευτική του φούσκα. Ολ’ αυτά μέσα σε ένα θαύμα λιτής καλλιτεχνικής διεύθυνσης που απογειώνει την τελική σκηνή, μια απ’ τις ομορφότερες που είδαμε τα τελευταία δέκα (πες) χρόνια στον κινηματογράφο.

The Queen (2006) του Stephen Frears

Τελευταίος μας σταθμός σε μια διαδρομή περίπου 1000 ετών, η τρέχουσα βασίλισσα Ελισσάβετ η Β’. Η ταινία (της) ψάχνει παλμό στην αντίδρασή της για το θάνατο της Diana. Δεν υπάρχει καμία σημασία αν τα γεγονότα που περιγράφονται συνέβησαν πραγματικά ή όχι. Η απενοχοποιημένα αδιάκριτη ματιά του Frears περιγράφει μια κρίση, αυτή τη φορά κοινωνική, που ελάχιστα έχει να κάνει με την μοναρχία. Βλέπετε η Ελισάβετ εκπροσωπεί μια παράδοση, διάγει πιστά το βασιλικό της βίο και είναι πλήρως καταρτισμένη γι’ αυτό. Η αντίδρασή της όταν αρνείται να αποδώσει τις απαιτούμενες τιμές, είναι μια κίνηση βάσει πρωτοκόλλου, ενός κειμένου που οι υπόλοιποι Βρετανοί έχουν μάθει πλέον να αγνοούν. Βιώνει το επικοινωνιακό της αδιέξοδο που την φέρνει αντιμέτωπη με την κοινή γνώμη με παροιμειώδη ψυχραιμία. Απ’ την μεριά της Πολιτείας αντίθετα υπάρχει αμηχανία, με τον ντεμέκ μεταρρρυθμιστή Tony Blair να μην καταλαβαίνει γιατί το παλάτι αρνείται ό,τι όλος ο κόσμος παραδέχτηκε αβασάνιστα. Η Νταϊάνα ήταν η πριγκήπισσα του λαού, που σημαίνει όχι η πριγκήπισσα του παλατιού, που σημαίνει, όπως είδαμε, ότι σε άλλες εποχές δεν θα προλάβαινε να βγάλει δίπλωμα πριν σαπίσει στον Πύργο του Λονδίνου.

Ο λόγος της Βασίλισσας, που ερμηνεύει η αγνώριστη κι ανατριχιαστικά ίδια Helen Mirren, δεν πιάνει μία μπρος στην τραγωδία που βιώνει η εργατική τάξη του Blair. O ρόλος της είναι πλέον κοσμικός. Το επικοινωνιακό της σφάλμα θα γίνει εξώφυλλο στα tabloids, μια ευφήμερη παρένθεση που της υπενθυμίζει με άκομψο τρόπο πως οι καιροί έχουν αλλάξει. Το επιμύθιο της λίστας δεν θα μπορούσε να διαφέρει απ’ το επιμύθιο του φιλμ: η Μοναρχία πρέπει να εκσυγχρονιστεί. Η Ελισάβετ εννοεί τα δικά της, ο Frears στην τελευταία σπουδαία ταινία του, βάζοντας έναν αφελή Blair απέναντί της υπονοεί κάθε σύγχρονη μορφή της, από το Μπάκιγχαμ μέχρι τη δημοκρατία του Ενός. Η Βασιλεία πέθανε, ζήτω το “The Queen”.

the-queen-film